Η Ολομέλεια της Βουλής ψήφισε ομόφωνα σε νόμο, πρόταση νόμου και τροποποίησε τον βασικό νόμο που ρυθμίζει την ανάγκη διαφάνειας στη διαδικασία ανάληψης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα από πρώην κρατικούς αξιωματούχους και πρώην υπαλλήλους του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, διευρύνοντας το πεδίο της εφαρμογής του υφιστάμενου νόμου.

Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών προς την Ολομέλεια της Βουλής, με τον νέο νόμο προστίθεται πρόνοια, η οποία διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του νόμου σε σχέση με τους κρατικούς αξιωματούχους, έτσι ώστε να περιλαμβάνονται επιπλέον ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ο Γενικός Ελεγκτής και ο Βοηθός Γενικός Ελεγκτής, ο Αρχηγός και Υπαρχηγός Αστυνομίας, ο διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου.

Σε ό,τι αφορά τους υπαλλήλους που επηρεάζονται από τον νέο νόμο, στην έκθεση της Επιτροπής Θεσμών αναφέρεται ότι αφορά υπαλλήλους του δημόσιου ώστε να περιλαμβάνει κάθε υπάλληλο υπουργείου, τμήματος, υπηρεσίας που υπηρετεί σε θέση στην κλίμακα Α13 και άνω και υπάλληλο ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου από την Α14 και άνω.

Ο νόμος προβλέπει επίσης ότι κάθε δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος οργανισμού δημόσιου δικαίου χαμηλότερης κλίμακας, αν κατά τα τελευταία δύο έτη της εργασίας του έχει διατελέσει είτε συντονιστής οποιασδήποτε δημόσιας σύμβασης με αξία μεγαλύτερη των €200.000 χωρίς ΦΠΑ ή και με μικρότερη αξία, αν κατά την περίοδο αυτή ήταν συντονιστής σε περισσότερες δημόσιες συμβάσεις και το συνολικό άθροισμα της αξίας τους υπερβαίνει το ποσό των €200.000 χωρίς ΦΠΑ, είτε πρόεδρος συμβουλίου προσφορών με αρμοδιότητα κατακύρωσης δημόσιων συμβάσεων με αξία μεγαλύτερη των €200.000 χωρίς ΦΠΑ, επηρεάζονται.

Στο νέο νόμο προστέθηκε διάταξη η οποία να καθορίζει τη διάρκεια της θητείας του προέδρου και των μελών της Ανεξάρτητης Ειδικής Επιτροπής στα τρία χρόνια, με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμα μία θητεία και διάταξη, η οποία προβλέπει ότι το Υπουργείο Οικονομικών παρέχει στην εν λόγω επιτροπή την αναγκαία γραμματειακή και υλικοτεχνική υποστήριξη.

Επίσης προστέθηκαν ρυθμίσεις, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στην Ανεξάρτητη Ειδική Επιτροπή να καλεί αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οποιοδήποτε πρόσωπο, ώστε να εξετάζει τη συμμόρφωσή του με τις διατάξεις του νόμου.

Προστέθηκε διάταξη, η οποία να δίνει τη δυνατότητα στην εν λόγω επιτροπή να ζητήσει οποιαδήποτε στοιχεία για την άσκηση των καθηκόντων της και όχι μόνο στοιχεία από την Αρχή ή το τμήμα από το οποίο αφυπηρέτησε ο αιτητής.

Περιλήφθηκε επίσης νέα ρύθμιση, η οποία επισπεύδει τον χρόνο κατά τον οποίο η Ανεξάρτητη Ειδική Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις που υποβάλλονται ενώπιόν της και εκδίδει σχετική αιτιολογημένη απόφαση από τους τρεις μήνες, που ισχύει με βάση τον υφιστάμενο νόμο, στους δύο μήνες.

Ο Πρόεδρος του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών Γιώργος Περδίκης, που κατέθεσε την πρόταση νόμου είπε ενώπιον της Ολομέλειας ότι  με τη νομοθεσία αυτή, έστω και μετά από πολλές τροπολογίες, υπάρχει ενώπιον της Ολομέλειας ένα ολοκληρωμένο νομοθέτημα.

Παρατήρησε ακολούθως πως δεν ρυθμίζει ριζικά το ασυμβίβαστο. Δεν είναι πανάκεια, όμως θέτει φραγμούς, συνέχισε, προσθέτοντας πως η Βουλή πρέπει να προχωρήσει και σε άλλα νομοθετήματα για τη διαφάνεια.

Ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών Ζαχαρίας Ζαχαρίου είπε πως ο νόμος που ψηφίστηκε, είναι αποτέλεσμα ομαδικής εργασία της Επιτροπής, προσθέτοντας πως επιτεύχθηκε  κοινός στόχος που χαροποιεί την Επιτροπή και συμβάλλει ώστε «να είμαστε τίμιοι και να φαινόμαστε τίμιοι».

Ο κ. Ζαχαρίου είπε ακόμα πως με τον νέο νόμο αυξάνονται οι ποινές, και υποχρεώνεται το Υπουργείο Οικονομικών να στελεχώσει με υπάλληλο την επιτροπή που λειτουργεί προς εφαρμογή του νόμου.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών ανέφερε ακόμα πως μετά τις ευρωεκλογές η Επιτροπή θα επανέλθει με νέα νομοθετήματα για τη σύγκρουση συμφερόντων.

Στην Έκθεση της Επιτροπής Θεσμών προς την Ολομέλεια αναφέρεται επίσης πως η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών έλαβε δεόντως υπόψη όλες τις θέσεις και τις απόψεις που τέθηκαν από τα εμπλεκόμενα τμήματα και φορείς και ειδικότερα τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν σε σχέση με ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα ορισμένων προνοιών της πρότασης νόμου, καθώς και τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ωστόσο η ίδια κρίνει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος επιτάσσει την επιβολή των προτεινόμενων περιορισμών στο εκ του συντάγματος δικαίωμα στην εργασία και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του νόμου.

Εκφράζει επίσης την άποψη ότι η φιλοσοφία των τροποποιήσεων δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ούτε προσκρούει σε διατάξεις του Συντάγματος.