• Αυτό που μπορεί να βοηθήσει είναι να γυρίσουμε κάποιες δεκαετίες πίσω και να δούμε τι έχει υποστεί ειδικά ο δικός μας λαός από το φασισμό
Συνέντευξη στον Άλκη Συλικιώτη
Δημήτρης Μπάσης. Από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές της γενιάς του. Που με την όλη του στάση και συμπεριφορά, με την όλη του παρουσία στα μουσικά, και όχι μόνο, πράγματα της Ελλάδας, αποδεικνύει πως ήρθε για να μείνει. Η κουβέντα μαζί του επεκτείνεται σε πολλά θέματα. Για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της χώρας, για όλα όσα απασχολούν σήμερα τους Έλληνες. Ο Δημήτρης Μπάσης έχει να λέει και για τα φεστιβάλ της ΕΔΟΝ και τη δική του συμμετοχή σε αυτά. Έχουμε ανάγκη αυτές τις πρωτοβουλίες… Τις έχει ανάγκη ο τόπος αυτές τις πρωτοβουλίες, τονίζει με νόημα. Για όλα αυτά, λοιπόν, μιλά στην «Κυριακάτικη Χαραυγή».

 

δάκρυα:

 

Παιδί μεταναστών, γνώρισες για πρώτη φορά την πατρίδα σου στα οκτώ σου χρόνια. Τι σκέφτεσαι σήμερα που η μετανάστευση έγινε δρόμος για τους αποδιωγμένους και ξεχασμένους του πλανήτη;
Εγώ δεν βίωσα τη μετανάστευση στο βαθμό που τη βιώνει σήμερα ένας άλλος στην Ελλάδα. Που σε αναγκάζει να φύγεις. Οι γονείς μου πήγαν μετανάστες κι εγώ γεννήθηκα στη Γερμανία. Και 8 χρονών επέστρεψα. Δηλαδή σε μια ηλικία, πριν προλάβω να βιώσω αυτό τον πόνο του να μένεις μακριά από την πατρίδα σου, επέστρεψα. Θεωρώ όμως ότι είναι πολύ σκληρό όταν η πατρίδα σου σε αναγκάζει να φύγεις. Όταν σου καταστρέφει τα όνειρα, όταν σε αναγκάζει να αφήσεις τα όνειρά σου γιατί η κρίση γεννά αυτά τα προβλήματα, κυρίως την ανεργία. Και υποχρεώνει τα δυνατά μυαλά, στα οποία επένδυσε η πατρίδα όλα τα προηγούμενα χρόνια, να φεύγουν. Δεν μπορεί να τα κρατήσει…

«Δεν είναι μόνο φαινόμενο στην Ελλάδα, είναι πια γεγονός σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη η ακροδεξιά να καταλαμβάνει θέση στα Κοινοβούλια»
Ερμηνείες σου σε τηλεοπτικές σειρές που γνώρισαν τεράστια επιτυχία εκτίναξαν και τη δική σου καριέρα. Τι έχεις να πεις για εκείνες τις συνεργασίες;
Για μένα το soundtrack «Ψίθυροι Καρδιάς» που τραγούδησα για το τραγούδι των τίτλων ήταν ένας σταθμός. Ένα τραγούδι που με εκτόξευσε, που με έκανε πολύ γρήγορα γνωστό σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ήταν, όμως, και το τραγούδι που με γέμισε με άγχος, γιατί έπρεπε να αποδείξω την εποχή εκείνη ότι δεν είμαι ο ερμηνευτής του ενός τραγουδιού και ότι αυτό δεν είναι κάτι παροδικό. Το χάρηκα πάρα πολύ αυτό που συνέβη πριν από 20 χρόνια. Πέρασα από όλες τις φάσεις που περνάει κάποιος που κάνει μια μεγάλη επιτυχία. Από το να νιώσεις ότι τρελαίνεσαι μέχρι το να αγχωθείς πάρα πολύ, διότι πρέπει να αποδείξεις ότι δεν είσαι ο τραγουδιστής του ενός τραγουδιού, όπως είπα, και ότι αυτή η επιτυχία θα έχει και συνέχεια. Είναι, όπως είπα, σταθμός για μένα, γιατί από εκεί και πέρα μου έχουν ανοίξει πολλές πόρτες για να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα.

 
Το 2001 έγινε ένα σπουδαίο συναπάντημά σου με τον Μίκη Θεοδωράκη και η επανεκτέλεση του έργου «Του Νεκρού Αδελφού» είναι πλέον γεγονός. Τι σου άφησε εκείνη η συνεργασία και σε ποιους δρόμους σε οδήγησε;
Η συνεργασία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη σε δισκογραφικό επίπεδο το 2001, γιατί τον Μίκη τον είχα γνωρίσει δύο χρόνια νωρίτερα, το 1999, ήταν ένας μεγάλος σταθμός στην καριέρα μου. Θα έλεγα ένας από τους σημαντικότερους. Κατ’ αρχήν, η τιμή που μου έκανε ο Μίκης να επανεκτελέσω το τραγούδι «Του Νεκρού Αδελφού», ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, ήταν πολύ μεγάλη για μένα. Το 1961 το έργο αυτό βγήκε με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αλλά τότε κάποια τραγούδια λογοκρίθηκαν λόγω πολιτικών καταστάσεων και απαγόρευσαν στον Μίκη να εκδώσει το ολοκληρωμένο έργο. Μετά από 40 χρόνια λοιπόν, ο Μίκης, ακούγοντάς με το 1999, αποφάσισε να επανεκτελέσει αυτό το σπουδαίο έργο και μου έκανε αυτή την τιμή. Με τον Μίκη έζησα απίστευτες καταστάσεις, πολλές ώρες στο στούντιο, ακολούθησαν συναυλίες όπου διηύθυνε ο ίδιος ο Μίκης την ορχήστρα του και συμμετείχα σε αυτές τις συναυλίες. Έζησα στιγμές δίπλα στον Μίκη που πραγματικά όταν κάνω flashback και γυρίζω πίσω δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήμουν τόσο ευλογημένος. Ο Μίκης Θεοδωράκης και τα έργα του είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην καριέρα μου γιατί μέχρι σήμερα με την ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο και λέω τραγούδια του. Θεωρώ ότι ο Μίκης αυτή τη στιγμή είναι το μεγαλύτερο ζωντανό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού και μας έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο.

«Είναι πολύ σκληρό όταν η πατρίδα σου σε αναγκάζει να φύγεις. Όταν σου καταστρέφει τα όνειρα»

Ποια ανάγκη σε οδήγησε και σε κράτησε στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας;
Η ανάγκη που με οδήγησε στα μουσικά πράγματα της Ελλάδα, είναι η ανάγκη που είχα από μικρό παιδί να εκφραστώ μέσα από το τραγούδι. Το τραγούδι για μένα ήταν όνειρο ζωής. Ήθελα από πολύ μικρός να ασχοληθώ με τη μουσική και ήξερα ότι αυτό ήθελα να κάνω, να γίνω δηλαδή τραγουδιστής. Αυτό το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα και το τραγούδι έγινε τρόπος ζωής. Σε όλη μου τη ζωή από έφηβος μέχρι τώρα αυτό κάνω, από αυτό ζω. Αυτό που με κράτησε στο τραγούδι είναι αυτό που ανέφερα. Η μουσική για μένα είναι πλέον τρόπος ζωής. Δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να εγκαταλείψω το τραγούδι ακόμα και αυτά τα τελευταία χρόνια που η κρίση έχει επηρεάσει όλα τα επαγγέλματα, ακόμα και το δικό μας. Θα συνεχίσω και όσο το θέλει και ο κόσμος να υπάρχω στο χώρο αυτό καταθέτοντας την ψυχή μου, τα τραγούδια μου και τους δίσκους μου.

 
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μια έξαρση του φασισμού και της μισαλλοδοξίας ένεκα και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Βλέπουμε και στην Ελλάδα την παρουσία της Χρυσής Αυγής στη Βουλή. Πώς βλέπεις αυτό το φαινόμενο και πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;
Δυστυχώς αυτό είναι ένα λυπηρό φαινόμενο και παρατηρείται μια έξαρση, όπως είπες, σε όλη την Ευρώπη. Θα πρέπει να μην έχουμε κοντή μνήμη. Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να βοηθήσει είναι να γυρίσουμε κάποιες δεκαετίες πίσω και να δούμε τι έχει υποστεί ειδικά ο δικός μας λαός από το φασισμό. Είναι λυπηρό αυτή τη στιγμή να ασχολούμαστε με αυτό το φαινόμενο. Όμως δεν μπορούμε να μην ασχοληθούμε γιατί τείνει να γίνει μάστιγα. Και δεν είναι μόνο φαινόμενο στην Ελλάδα, είναι πια γεγονός σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη η ακροδεξιά να καταλαμβάνει θέση στα κοινοβούλια. Αυτό το φαινόμενο πρέπει να το δούμε ως κοινωνία και ως λαός, να δούμε πού θα μας οδηγήσει αν το αφήσουμε.
«Είναι το φεστιβάλ μας»
«Έχουμε ανάγκη αυτές τις πρωτοβουλίες της ΕΔΟΝ, ειδικά αυτά τα χρόνια, να μας σηκώσει από τον καναπέ μας και εύχομαι αυτό το φεστιβάλ να μείνει με αυτή τη ζωντάνια για πάρα πολλά χρόνια. Το έχει ανάγκη ο τόπος»

«Θα συνεχίσω και όσο το θέλει και ο κόσμος να υπάρχω στο χώρο αυτό καταθέτοντας την ψυχή μου, τα τραγούδια μου και τους δίσκους μου»

Στις 6 Ιουλίου θα συμμετέχεις στο 31ο Παγκύπριο Φεστιβάλ της ΕΔΟΝ σε ένα αφιέρωμα στον Μάριο Τόκα. Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε να συμμετέχεις σε αυτό το αφιέρωμα;
Κατ’ αρχήν νιώθω ότι είμαι ένα κομμάτι αυτής της οικογένειας. Είμαστε μια μερίδα καλλιτεχνών που το φεστιβάλ της ΕΔΟΝ μάς εκφράζει πάρα πολύ. Κάθε χρόνο το περιμένουμε και όταν κάποιοι καλλιτέχνες δεν συμμετέχουμε γιατί πρέπει να γίνονται και εναλλαγές για να έρχονται κι άλλοι, πάντα ρωτάμε και μαθαίνουμε πώς πήγε το φεστιβάλ, ποιοι συμμετείχαν, πόσο κόσμο είχε. Είναι το φεστιβάλ μας, είναι η δική μας σκηνή, είναι πια κάτι πολύ δικό μας. Άρα η ερώτηση τι με οδήγησε στο να συμμετέχω δεν ταιριάζει σε μένα, γιατί δεν υπάρχει καν θέμα να το σκεφτώ, ίσα ίσα το περιμένω. Όπως είπα αυτό δεν μπορεί γίνεται κάθε χρόνο, γιατί πρέπει να γίνονται και εναλλαγές και να παρουσιάζονται κι άλλα προγράμματα κι άλλοι καλλιτέχνες. Εγώ χαίρομαι γι’ αυτό το φεστιβάλ γιατί είναι ένα φεστιβάλ που έχει πολύ βαθιές ρίζες, ένα φεστιβάλ μέσα από το οποίο περνούμε πολλά μηνύματα, ένα φεστιβάλ που μας αφυπνίζει. Έχουμε ανάγκη αυτές τις πρωτοβουλίες της ΕΔΟΝ, ειδικά αυτά τα χρόνια, να μας σηκώσει από τον καναπέ μας και εύχομαι αυτό το φεστιβάλ να μείνει με αυτή τη ζωντάνια για πάρα πολλά χρόνια. Το έχει ανάγκη ο τόπος.