Δημοκρατία της Σεμνοτυφίας


Του Βαγγέλη Γέττου, νομικού

 

Είναι πλέον σαφές. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης βυθισμένος στην ανυποληψία του σκανδάλου των διαβατηρίων, έχοντας επί τριετία τορπιλίσει τις συζητήσεις στο Κυπριακό και δίνοντας το πράσινο φως για «Πρόγραμμα Συγκράτησης» [1](βλέπε μνημόνιο), αναζητά απεγνωσμένα τρόπους να αλλάξει την εσωτερική ατζέντα. Θεώρησε ότι στοχοποιώντας έναν εικαστικό καλλιτέχνη, επενδύοντας στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και εξάπτοντας τεχνητά την ιερή οργή του «μνημειώδους μέσου ανθρωπάκου», θα το καταφέρει. Το αν τελικά θα το πετύχει, θα κριθεί από την αντίδραση όλου του δημοκρατικού κόσμου της Κύπρου και μόνο.

Στην σκαιή αυτή προσπάθειά του, το σύστημα Αναστασιάδη έχει κινητοποιήσει όλο το σύμπλεγμα που έχει επιμελώς δομήσει και με το οποίο συναλλάσσεται με όρους διαπλοκής την τελευταία δεκαετία. Media, Αρχιεπισκοπή, ρασοφόροι και λαϊκοί ταλιμπάν, τμήματα του εξαρτώμενου από την κυβέρνηση συνδικαλιστικού κινήματος κ.ά. διχάζουν, διασπείρουν μίσος και αδιαφορούν για το πώς διαβάζουν την τεχνητή εσωτερική διχόνοια όσοι εποφθαλμιούν την εναπομείνασα Κυπριακή Δημοκρατία.


Έκπληξη, από την άλλη, προκάλεσε η απόφανση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κας Στυλιανού – Λοττίδη. Εξέπληξε όχι τόσο ως προς την πλήρη ταύτισή της με τις πιο οπισθοδρομικές φωνές της Κύπρου, όσο ως προς το γεγονός ότι πασχίζει να εμφανιστεί βασιλικότερη του βασιλέως. Στην ανακοίνωσή της, μεταξύ άλλων, αναφέρει «Ξεπέρασε τα όρια στα οποία υπόκειται η άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, με βάση τον Νόμο, και προσέβαλε τα δικαιώματα τρίτων ο καθηγητής Τέχνης μέσα από τα έργα του […]’’. Η Επίτροπος επικαλείται ως βασικό επιχείρημα την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επί της υπόθεσης «Otto-Preminger-Institute v. Austria». Συμπληρώνει η Επίτροπος σχετικά με την νομολογία αυτή: «σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, ο σεβασμός των θρησκευτικών αισθημάτων των πιστών αποτελεί νόμιμο σκοπό που δύναται να περιορίσει την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και είναι επιτρεπτό σε μια δημοκρατική κοινωνία όπου τα δημόσια ήθη ή αλλιώς η κοινωνική ηθική το καθιστά αναγκαίο». Η κυρία Στυλιανού-Λοττίδου – και όποιοι ενδεχομένως της υπαγόρευσαν τα επιχειρήματα αυτά – βιάστηκε. Και η βιασύνη της την έσπρωξε σε ένα συλλογιστικό νομικό ατόπημα. Εξηγούμαι με πολύ απλά λόγια.

Στην εν λόγω απόφαση (όπως και σε άλλες π.χ. İ.A. v. Turkey, 13.9.2005), το ΕΔΑΔ δεν αποφάνθηκε ότι το έργο του Αυστριακού καλλιτέχνη έπρεπε να οδηγήσει σε καταδίκη ως «βλάσφημο». Αντίθετα, το ΕΔΑΔ θεώρησε ανεκτό τον περιορισμό του δικαιώματος έκφρασης του καλλιτέχνη. Με λίγα λόγια, το δικαστήριο δεν είπε ότι το έργο έπρεπε να οδηγήσει σε καταδίκη (ο καλλιτέχνης είχε χάσει την υπόθεση σε εθνικό δικαστήριο). Δεν είπε ότι αν ο καλλιτέχνης δεν είχε καταδικαστεί στη χώρα του, θα παραβιάζονταν οι θρησκευτικές ελευθερίας και τα δικαιώματα της Εκκλησίας και των πιστών. Αυτό που είπε ήταν ότι η καταδίκη είναι ανεκτή, στο πλαίσιο ενός «περιθωρίου εκτίμησης» που έχει ο εθνικός δικαστής. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε το ΕΔΑΔ να πει ότι η καταδίκη επιβαλλόταν από τα δικαιώματα των πιστών; Σε ποια διεθνή σύμβαση, δυτικό Σύνταγμα ή νομοθεσία σοβαρού δυτικού και ευρωπαϊκού Κράτους θα μπορούσε να υπάρχει ορισμός της καλλιτεχνικής «βλασφημίας»; Τέτοιοι ορισμοί υπάρχουν μόνο στα κείμενα των θρησκειών και στα δόγματα των εκκλησιών και των ιερατείων. Η Επίτροπος Διοικήσεως, ωστόσο, αντί να περιοριστεί σε μία ενδεχόμενη συμβουλευτική απόφανση επί της ευχέρειας του Κράτους και της Δικαιοσύνης να παρέμβει («που;» αναρωτιέται κανείς. Στα social media; Να σφραγίσει τον χώρο όπου φυλάσσονται τα έργα;), προχωρά πέρα από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΑΔ, παραχαράσσει το νόημά της και χαρακτηρίζει τους πίνακες ως «προσβλητικούς» για τις θρησκευτικές ελευθερίες, αποπειρώμενη να διαστρεβλώσει νομολογίες των οποίων τον συλλογισμό η ίδια θα έπρεπε να κατανοεί αντί να παρερμηνεύει.  Κάποιοι θα πουν ότι ίσως πρόκειται για δευτερεύον σημείο. Όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία. Γιατί άλλο είναι το ΕΔΑΔ να καταδικάζει ένα έργο και άλλο να ανέχεται ένα περιοριστικό μέτρο.

Το άλλο πολύ σοβαρό ατόπημα της Επιτρόπου αφορά στην πειθαρχική έρευνα σε βάρος του εκπαιδευτικού. Η διορισμένη φίλη του Προέδρου δεν βρήκε να πει ούτε μια κουβέντα για το αβάσιμο του πειθαρχικού αφού η καλλιτεχνική δραστηριότητα του εκπαιδευτικού δεν έχει συνδεθεί, εξ όσων γνωρίζουμε, από τον ίδιο με το διδακτικό του έργο. Πειθαρχική έρευνα στον δημόσιο τομέα υφίσταται κάποιος για παραβάσεις που αφορούν στο λειτούργημά του και όχι στην ιδιωτική του ζωή. Η πειθαρχική έρευνα για θέμα που δεν άπτεται των εκπαιδευτικών του καθηκόντων προσβάλλει βάναυσα την ελευθερία έκφρασης.

Η υπόθεση Γαβριήλ, αν και αποτελεί προφανή αντιπερισπασμό, ανοίγει ένα υπαρξιακό ζήτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε μια εποχή περιφερειακής έντασης όπου μια σοβαρή κυβέρνηση θα έπρεπε να ενώνει και όχι να διχάζει τον λαό απέναντι στον κοινό κίνδυνο, το φαύλο, αιματοβαμμένο και αδίστακτο σύστημα της κυπριακής (ακρο)δεξιάς επιλέγει τον ρόλο του θεσμικού ολετήρα. Αναρωτιέμαι: γνωρίζουν οι φιλελεύθεροι εταίροι τους στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα τα ξεφτιλίκια τους; Έχουν καταλάβει με τί μπουφόνους συζητούν θέματα που αφορούν όχι μόνο στην ασφάλεια της Κύπρου αλλά στην ασφάλεια της Ε.Ε.; Ελπίζω με όλη μου την ψυχή το θέμα να φτάσει στα ευρωπαϊκά fora. Ελπίζω να δουν τον φιλελεύθερο κόσμο να γελά μες στα μούτρα τους μπας και οι ψηφοφόροι τους καταλάβουν επιτέλους πόσο γελοίοι είναι. Γιατί τέτοιους γιαλαντζί Ευρωπαίους της πλάκας, μόνο αυτό τους πονάει.

[1] Δηλώσεις Υπουργού Οικονομικών στο Sigma TV, 17.9.2020

Οι ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy. Ακολουθήστε μας και στο Google News