Εισηγείται κίνητρα για ενθάρρυνση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης

 

Τη θέση ότι επείγει η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο εκφράζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, τονίζοντας πως θα πρέπει να ενθαρρυνθεί με κίνητρα και άλλα μέτρα η συνταξιοδοτική αποταμίευση, τονίζοντας πως όσο καθυστερεί η μεταρρύθμιση τόσο θα αυξάνονται οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι.

«Είναι θέση του Συμβουλίου ότι η μεταρρύθμιση του συγκεκριμένου τομέα επείγει να προχωρήσει το συντομότερο και να αντιμετωπίζει σφαιρικά, μεταξύ άλλων, όλες τις προκλήσεις και αδυναμίες με απώτερο στόχο τη διασφάλιση επαρκών συντάξεων για το μέγιστο δυνατό αριθμό πολιτών», αναφέρει σε χθεσινό δελτίο Τύπου το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Το Συμβούλιο υπενθυμίζει τα «ανησυχητικά στοιχεία» που παρουσιάζονται διαχρονικά στις εκθέσεις του και ότι πέραν της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης του μέσου προσδόκιμου ζωής, μεγάλο ποσοστό των κυπριακών νοικοκυριών ενώ έχουν ψηλό χρέος και σημαντικές αδυναμίες στην εξυπηρέτησή του, ταυτόχρονα έχουν ένα υπερβολικά χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης σε σχέση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά δεδομένα.

«Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί με κίνητρα και άλλα μέτρα η συνταξιοδοτική αποταμίευση και παράλληλα να αποθαρρυνθούν ή και να απαγορευτούν πρακτικές του παρελθόντος» οι οποίες «επηρεάζουν αρνητικά την αποταμίευση ή τα συσσωρευμένα κεφάλαια», σημειώνει το Συμβούλιο.

Παράλληλα, το Συμβούλιο επισημαίνει πως το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς και αντικίνητρα, ενώ σε μερικές περιπτώσεις επιβάλλει την πρόωρη διάλυση ταμείων ή και απόσυρση των συσσωρευμένων κεφαλαίων από τους δικαιούχους. Παράλληλα, σε άλλες περιπτώσεις τα υφιστάμενα φορολογικά κίνητρα ενθαρρύνουν την απόσυρση των αποταμιευμένων κεφαλαίων υπό τη μορφή εφάπαξ ποσών, αντί τη διατήρησή τους για το σύνολο της συνταξιοδοτικής περιόδου υπό τη μορφή μηνιαίας σύνταξης.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο, άλλο ένα αποθαρρυντικό στοιχείο για τη δημιουργία και λειτουργία συνταξιοδοτικών ταμείων είναι η έλλειψη ασφάλειας και εμπιστοσύνης από τους πολίτες.

«Η διαχρονική αδυναμία της εποπτείας να προλάβει και να περιορίσει την κακή διαχείριση, η απουσία θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση ορθολογιστικής διαχείρισης, η αστάθεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η απουσία αξιόπιστων επενδυτικών επιλογών αποτελούν μερικούς από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα» αναφέρει, επισημαίνοντας πως «οι προσπάθειες που ήδη καταβάλλονται από τα Υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για καλύτερη ρύθμιση και εποπτεία του τομέα, μέσα στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Οδηγιών αποτελούν βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα της συνολικής προσπάθειας».

Λέγοντας ότι αντιλαμβάνεται πλήρως το δικαίωμα που έχουν οι εργαζόμενοι και εργοδότες να καθορίζουν τους όρους εργοδότησης, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου αμοιβής και ότι είναι κατανοητή η θέση που εκφράζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα ότι τα αποταμιευμένα κεφάλαια αποτελούν ιδιοκτησία των μελών και αυτά θα πρέπει να αποφασίζουν ελεύθερα το πώς θα τα διαχειριστούν/χρησιμοποιήσουν, το Συμβούλιο θεωρεί πως, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, ο περιορισμός των ελευθεριών μπορεί να είναι επιθυμητός και αναγκαίος ώστε να διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον.

Μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο επιχειρηματολογεί πως μπορούν να επιβληθούν όροι και προϋποθέσεις για τον τρόπο λειτουργίας τους, συμπεριλαμβανομένων της υποχρεωτικής συμμετοχής ή εγγραφής των εργοδοτουμένων, των περιορισμών στις πρόωρες αναλήψεις και στον τρόπο διαχείρισης των αποθεματικών.