Η ταυτόχρονη πολιτική αποσταθεροποίηση και η ύφεση στην οικονομία θέτουν στην αρχή του φθινόπωρου του 2019 τη Γερμανία, συνολικά, ως την απρόβλεπτη μεταβλητή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει γενικευμένη κρίση σε ΕΕ και Ευρωζώνη. Το πολιτικό φόντο του γερμανικού «βραχυκυκλώματος» έχει διαμορφωθεί από την αρχή της χρονιάς

Η ταυτόχρονη πολιτική αποσταθεροποίηση και η ύφεση στην οικονομία θέτουν στην αρχή του φθινόπωρου του 2019 τη Γερμανία, συνολικά, ως την απρόβλεπτη μεταβλητή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει γενικευμένη κρίση σε ΕΕ και Ευρωζώνη. Το πολιτικό φόντο του γερμανικού «βραχυκυκλώματος» έχει διαμορφωθεί από την αρχή της χρονιάς.

Δίπλα στην μη αντιστρέψιμη, απ’ ότι φαίνεται, δυναμική ελεύθερης πτώσης των Σοσιαλδημοκρατών καταγράφεται η πτωτική τάση της Χριστιανοδημοκρατίας, η ανοδική τάση των Πρασίνων, οι οποίοι την άνοιξη κατέγραψαν δημοσκοπική πρωτιά, αλλά και η τάση ανάδειξης της Εναλλακτικής για την Γερμανία σε δεύτερο κόμμα στην πρώην Ανατολική Γερμανία.

Το ερώτημα που τίθεται από την αρχή του χρόνου είναι πόσο θα αντέξει ο σημερινός κυβερνών μεγάλος συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών Σοσιαλδημοκρατών με τους δεύτερους να βρίσκονται στις «συμπληγάδες» της παρατεταμένης πρόσδεσης στη Μέρκελ αλλά και στο κόστος μιας ρήξης, που όχι μόνον μπορεί να οδηγήσει
σε πρόωρες εκλογές, αλλά και σε μια παρατεταμένη μετεκλογική αστάθεια, με δεδομένο το θρυμματισμό του πολιτικού τοπίου.

Στο παραπάνω πολιτικό σκηνικό έρχεται να προστεθεί η είσοδος της γερμανικής οικονομίας σε περίοδο ύφεσης, ως παρενέργεια κατά κύριο λόγο των αρνητικών εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία, με κεντρικό σημείο αναφοράς την πολιτική πυγμής του Τραμπ απέναντι στην Κίνα. Στο παραπάνω πολιτικό σκηνικό έρχεται να προστεθεί η είσοδος της γερμανικής
οικονομίας σε περίοδο ύφεσης, ως παρενέργεια κατά κύριο λόγο των αρνητικών εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία, με κεντρικό σημείο αναφοράς την πολιτική πυγμής του Τραμπ απέναντι στην Κίνα.

Ακόμη χειρότερα, οι αρνητικές εξελίξεις στο παγκόσμιο εμπόριο, που πυροδοτεί η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ, συμπίπτουν με την προεξόφληση του κόστους από ένα ενδεχόμενο σκληρό Βrexit, συνθέτοντας μαζί το χειρότερο δυνατό σενάριο για το Βερολίνο: Η επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ να συμπέσει χρονικά με την χαοτική επόμενη μέρα ενός ασύντακτου Brexit και έτσι η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας να χάσει ταυτόχρονα τους δύο σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς της, την αμερικανική και τη βρετανική αγορά.

Το παραπάνω σκηνικό θα μπορούσε να επισπεύσει την αλλαγή γραμμής πλεύσης στο Βερολίνο, την εγκατάλειψη της εμμονικής προσήλωσης στην πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων και την υιοθέτηση πολιτικών αναθέρμανσης της οικονομίας μέσω αύξησης της ζήτησης.

Τα παραπάνω, όμως, δεν προσλαμβάνονται ως υποχρεωτικός μονόδρομος από την κυβερνώσα ελίτ της Γερμανίας, η όποια ελπίζει ακόμα ότι μπορεί να αντιμετωπίσει
την ύφεση χωρίς δημοσιονομική χαλάρωση. Αντί, δηλαδή, της αύξησης της ζήτησης να επιλεγεί ως γραμμή πλεύσης η μείωση του κόστους παραγωγής με μισθολογική καθήλωση και μείωση των εισφορών, μια επιλογή που σύμφωνα με πρόσφατο κύριο άρθρο της εφημερίδας Le Monde θα ήταν «θανατηφόρα» για της oικονομίες της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Στην παραπάνω κατεύθυνση το Βερολίνο εμφανίζεται πρόθυμο για υποχωρήσεις τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε να αποφευχθεί η ταυτόχρονη αντιμετώπιση ενός σκληρού διατλαντικού εμπορικού πολέμου με τις παρενέργειες ενός ασύντακτου Brexit.

Η δύναμη της αδράνειας, της εμμονής δηλαδή του Βερολίνου, στη μόνιμη δημοσιονομική λιτότητα στην Ευρωζώνη είναι πολύ πιθανόν να πριμοδοτήσει την περιχαράκωση και όχι την αλλαγή γραμμής πλεύσης. Όλα τα παραπάνω στην σκιά μιας κυρίαρχης πολιτικής αβεβαιότητας για τον αν σημερινή κυβέρνηση Μεγάλου Συνασπισμού θα ολοκληρώσει την θητεία της, που λήγει τον Σεπτέμβριο του 2021.

Ενδεχόμενη αποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση ανοίγει τρεις διαφορετικές προοπτικές που έχουν ως κοινό παρονομαστή την αποχώρηση της Μέρκελ από την Καγκελαρία:

– Εναλλακτικό κυβερνητικό συνασπισμό με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους, μια επανέκδοση δηλαδή της φόρμουλας «Τζαμάικα» που επιχειρήθηκε αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017

– Κυβέρνηση μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών

– Πρόωρη προσφυγή στις κάλπες από τις οποίες, με τα σημερινάδημοσκοπικά δεδομένα, θα προκύψει μια πανηγυρική επιβεβαίωση της πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού της πολιτικής σκηνής της χώρας.

Ένα είναι βέβαιο, η εποχή που το Βερολίνο συνδύαζε μία ανάπτυξη στηριγμένη στις εξαγωγές εκτός Ευρώπης με ταυτόχρονη περιοριστική πολιτική στην Ευρωζώνη ανήκει στο παρελθόν.

Στο παρελθόν φαίνεται να ανήκει και η πολιτική σταθερότητα που κληρονόμησε η Δημοκρατία του Βερολίνου από την Δημοκρατία της Βόννης. Ούτε η φόρμουλα του Μεγάλου Συνασπισμού της κυβερνητικής συνεργασίας των δυο μεγαλύτερων κομμάτων δηλαδή ούτε η συνταγή της στήριξης του πρώτου κόμματος από ένα μικρότερο κόμμα μπορούν με τα σημερινά δεδομένα να δώσουν σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία.

Τρικομματικοί κυβερνητικοί συνασπισμοί σημαίνει μειωμένη σταθερότητα και προβλεψιμότητα στο Βερολίνο τόσο για τη Γερμανία όσο και για ΕΕ και Ευρωζώνη.

Τέλος, λοιπόν, στην Δημοκρατία του Βερολίνου και στην κληρονομιά της Δημοκρατίας της Βόννης σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Ο παραλληλισμός με την Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα ήταν υπερβολικός, όχι όμως η αναζήτηση αναλογιών με την κρίση της Πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας στις αρχές της δεκαετίας του ΄90.