Σημεία κοινού/ Ορίζοντας

Δώρου Γεωργίου Ουμάμι ή αλλιώς, η αυτοβιογραφία του Δώρου Γεωργίου

Θέλω να γνωρίσω στους φίλους ένα νέο ποιητή, τον Δώρο Γεωργίου και να διατυπώσω κάποιες πρώτες σκέψεις μου που ήρθανε με την ανάγνωση του βιβλίου του, Ουμάμι, η πρώτη ποιητική του συλλογή που έχει κυκλοφορήσει το 2020 από τις Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον.

Τον είδα για πρώτη φορά πριν καμιά δεκαριά χρόνια στο Καφενέυ, τότε που κάναμε τις «ποιητικές βραδιές της Δευτέρας». Ερχόταν μαζί με τον Γιώργο Νικολάου, [τα ονόματά τους αργότερα τα έμαθα] κάθονταν στο μπαρ πίνοντας αμίλητοι το ποτό τους παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα. Επεμβήκανε στην συζήτηση μόνο μια φορά, όταν φαίνεται δεν άντεξαν αυτά που άκουγαν. Ήταν οι κατά πολύ νεότεροι των θαμώνων στη σύναξη εκεί.

Μετά τον συναντούσα σποραδικά σε ποιητικές βραδιές συνήθως και με ένα κούνημα του κεφαλιού δηλώναμε αναγνωρισιμότητα. Αργότερα, όταν άρχισε να ανεβάζει ποιήματα στο διαδίκτυο, μου κίνησε το ενδιαφέρον και είπα, «να ένας νέος ποιητής που έχει και νέα ματιά». Όταν δε η «Νέα Εποχή» τού δημοσίευσε κάποια ποιήματα, ανάρτησα ένα σύντομο σχόλιο που έλεγα, « σημειώστε αυτό το όνομα» Τώρα που κρατώ στα χέρια μου τη συλλογή του, επιμένω στις εντυπώσεις που σχηματίστηκαν μέσα μου και επαναλαμβάνω, «σημειώστε το όνομα του νέου ποιητή».

Ο Δώρος Γεωργίου μας διηγείται ιστορίες από τη ζωή του. Το κάθε ποίημα και μια ιστορία που όταν τελειώνει, μένεις για λίγο σιωπηλός και τη σκέφτεσαι. Την ξαναδιαβάζεις και ανακαλύπτεις νέες οπτικές που υποστηρίζουν την αρχική σιωπή σου. Πριν πας στο επόμενο ποίημα, λες, «αυτό συνέβη και σε μένα». Εκεί είναι που η προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε πανανθρώπινη, δικαιώνεται ο ποιητής και συγχρόνως τινάζει στον αέρα τα περί «ποιητών δωματίου».

Γράφοντας τις ιστορίες του, συγχρόνως χαρτογραφεί τις ευαισθησίες του, το πως δηλαδή αντιλαμβάνεται και κατανοεί τον περιβάλλοντα χώρο. Η αντίληψη και η κατανόηση του χώρου, είναι βασικά η ειδοποιός διαφορά ενός ανθρώπου από τον άλλο, και στην ποίηση, ενός ποιητή από τον άλλο.

Ο Δώρος απομυθοποιεί γεγονότα, πρόσωπα και συμπεριφορές. Δεν το κάνει όμως εύκολα και με θυμό. Η διαδικασία είναι βασανιστική και την περιβάλλει με αγάπη και έγνοια, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές διατρέχουν τα ποιήματά του. Με κομμένη ανάσα συνέχεια διερωτάσαι, «μα που θα με πάρει αυτός ο άνθρωπος».

Ο ποιητής Δώρος Γεωργίου είναι Ένας που νοιάζεται. Νοιάζεται για το τι πραγματικά συμβαίνει όταν είσαι μόνος στην αρένα και προσπαθείς να διαχειριστείς τα ατέλειωτα που κουβάλησες μαζί σου. Περισσότερο με μαρμαρένιο αλώνι μοιάζει. Και το γνωρίζεις από την αρχή, πως μάχες είναι αβυσσαλέες και δίδονται σώμα με σώμα με ελάχιστες πιθανότητες να είσαι ο νικητής, σε μια Πύρρειο νίκη.

Κι αν θα έκανα εδώ μια παρένθεση για τον «ποιητή δωματίου», τον υποτιμημένο από πολλούς, τίτλος για κάποιους που δεν ασχολούνται όπως νομίζουν με τα πανανθρώπινα προβλήματα, αλλά κλείνονται στο σκοτεινό τους δωμάτιο ασχολούμενοι μόνο με τον εαυτούλη τους, θα τους έλεγα πως αλλού είναι νυχτωμένοι. Οι ποιητές αυτοί, ως άλλοι μοναχικοί επιστήμονες που μάχονται στις άκρες των ακρών του τομέα τους, να αποκαλύψουν και να φωτίσουν έστω μια γραμμούλα από το άπειρο σκοτάδι που μας περιβάλλει, δίδοντας την προίκα στην ανθρωπότητα, έτσι λοιπόν και οι ποιητές αυτοί, κλεισμένοι όντως στο σκοτεινό τους δωμάτιο, διασπούν το μόριο, το άτομο, κατεβαίνουν στον πυρήνα και συναντούν τα πρωτόνια, τα νετρόνια, εκστατικοί βλέπουν γύρω τα ηλεκτρόνια, και συνεχίζουν την κατάβασή τους μέχρι τα συναντήσουν τα κουάρκ των ευαισθησιών τους. Παρατηρούν και προσπαθούν να αντιληφθούν και να κατανοήσουν τη διαδικασία που διέπει τη συμπεριφορά τους, γιατί η διαδικασία είναι η αλήθεια. Κι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Αν οι ποιητές που ασχολούνται με τα πανανθρώπινα περιγράφουν τη φρίκη του πολέμου, οι ποιητές δωματίου προσπαθούν να καταργήσουν τον πόλεμο.

Τα πιο πάνω, είναι μια απάντηση σε ένα ερώτημα που τέθηκε από τον Δώρο, σε μια συζήτηση που είχαμε επί του θέματος. Κι ακόμα ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Έχω ιδιαίτερη αγάπη στον Γρηγόρη Αυξεντίου και στον Κυριάκο Μάτση. Ήταν «ποιητές δωματίου».

Μάριος Αγαθοκλέους

 

Κακοπετριά

Μπήκε άξαφνα στο δωμάτιο

ανακοινώνοντας πως θα πάμε διακοπές.

Ήταν η πρώτη φορά για μένα.

Χάρηκα όπως – σπανιότερα ίσως –

μπορεί να χαρεί ένα δωδεκάχρονο ντροπαλό αγόρι

που ποτέ του δεν είχε την ανάγκη να επιϐαρύνει

τη μητέρα του με βλακώδη παιδικά θέλω.

Εκεί γνώρισα τη βουνίσια γοργόνα

του τετάρτου που με αγνοούσε

επιδεικτικά και τη γούσταρα γι᾽ αυτό.

Την έλεγαν Σοφία.

Συνάντησα τυχαία και τον Παναγιώτη,

ψάχνοντας και οι δύο τρόπο

να μπούμε δωρεάν στο θερινό σινεμά

δίπλα απ᾽ το ξενοδοχείο. Τον βρήκαμε.

Ποτέ το ποπ κορν δεν είχε καλύτερη γεύση.

Επιπλέον, κατάλαϐα πως το πρόγευμα

ήταν το καλύτερο γεύμα της ημέρας–

όχι το σημαντικότερο – το καλύτερο.

Πριν φύγουμε αγόρασα καινούργια παπούτσια,

αφού τα δικά μου τα είχα λιώσει προσπαθώντας

να φτάσω τη γλιστερή γοργόνα από τη μία,

και παίζοντας τον γενναίο με τον Παναγιώτη από την

άλλη

– ήταν η πρώτη ταινία στο σινεμά που είδα χωρίς να

πληρώσω.

Για κάποιο λόγο όταν επιστρέψαμε πίσω,

ένιωθα ψηλότερος.

Έτρεξα αμέσως στην ειδική πόρτα του σπιτιού

που πάντα χρησιμοποιούσα για το μπόι μου.

Δεν ψήλωσα ούτ’ ένα εκατοστό.

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.