Είμαστε τα παιδιά των δολοφονημένων και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ

«Τα χρόνια πέρασαν. Έβαλαν κοστούμια, βρήκαν πολιτικές στέγες, αναμίχθηκαν με τα κοινά και μεταμορφώθηκαν σε καλούς γείτονες. Οι δολοφόνοι αμούστακων παιδιών, έγιναν καλοί γείτονες».



Του Τάσου Αναστάση

Ο Αντρέας ήταν 14 χρονών. Μαζί με τον Αχιλλέα, 24, τον Γιώργο 17 και τον Χατζηστεφάνή 46 μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο ορμώμενοι από τη λαϊκή συνοικία του Αη Γιάννη στη Λάρνακα, για να αντισταθούν, να υψώνουν ανάστημα στους φασίστες, να βροντοφωνάξουν ότι οι γελοίοι πραξικοπηματίες απέτυχαν να σκοτώσουν τον Μακάριο και μαζί του τη Δημοκρατία.

Αυτοί οι γελοίοι, που έχοντας τα όπλα, το μπαρούτι και το μολύβι, δεν κατάφεραν να εκπληρώσουν τις εντολές των Ελλαδιτών αφεντικών τους και των εντεταλμένων τους και να βγάλουν από τη μέση τον «Μούσκο».
Το φαρμάκι όμως έσταζε από τα χείλη τους και το μάτι τους ήταν πνιγμένο στο αίμα.


Βγήκαν από τις κρυψώνες τους στο σταυροδρόμι της Ακρόπολης στο κέντρο της Λάρνακας, σήκωσαν τα όπλα, σημάδεψαν τα κεφάλια του Αχιλλέα, του Γιώργου, του Αντρέα, του Χατζηστεφανή. Τους πέτυχαν. Ο πιο μικρός από αυτούς, ο Αντρίκκος έσβησε στα 14 του στο αγιασμένο χώμα της Κύπρου δίπλα στους συντρόφους του.

Ένα 14χρονο μωρό που φώναζε Δημοκρατία-Ελευθερία και κρατούσε στα χέρια του μόνο το δίκιο, βρέθηκε απέναντι από το μίσος των ΕΟΚΑβιτατζίδων.
Δεν σημάδευαν αυτόν ωστόσο.
Πίσω από το κεφάλι του Αντρέα και των συντρόφων του, οι φασίστες σημάδευαν κάθε τι δημοκρατικό και ελεύθερο. Σημάδευαν την Κύπρο και το μέλλον της. Σημάδευαν τους αγώνες του λαού και τη θέληση του για ειρήνη.

Οι δειλοί φασίστες, χαμογελαστοί και αμετανόητοι, θα δήλωναν αργότερα, «άφρονες». Παρασυρμένοι από «τη νιότη και την αυθορμησία» τους μπας και γλιτώσουν τη φυλακή.
Την ίδια νιότη που θέριζαν με τα καλάσνικωφ για πέντε μέρες.

Η αποτυχία των φασιστών να βγάλουν από τη μέση τον Μακάριο και το φιάσκο της μαριονέτας τους και εγκάθετο της Χούντας, Νίκου Σαμψών, έκανε τους πραξικοπηματίες να διψούν για αίμα. Αδιάκριτα και προκλητικά, έπαιρναν τις ζωές των ανθρώπων στο βωμό της Ένωσης.

Σήμερα οι ίδιοι άνθρωποι που απολαμβάνουν την ελευθερία τους κλείνουν τα μάτια και τ’ αυτιά όταν η συζήτηση έρχεται στις μέρες της δόξας τους. «Ξέχασαν και μετάνιωσαν» για τα πεπραγμένα τους. Μετάνιωσαν που οι σφαίρες τους δεν βρήκαν στο ψαχνό. Μετάνιωσαν που οι σφαίρες τους δεν έκλεισαν τα στόματα.

Τα χρόνια πέρασαν. Έβαλαν κοστούμια, βρήκαν πολιτικές στέγες, αναμίχθηκαν με τα κοινά και μεταμορφώθηκαν σε καλούς γείτονες. Οι δολοφόνοι αμούστακων παιδιών, έγιναν καλοί γείτονες.

Κάθε 15 του Ιούλη, η καρδιά χτυπάει δυνατά και το χέρι γράφει με μίσος. Γράφει για την αδικία και την ατιμωρησία 45 χρόνων. Γράφει για εκείνο το αμούστακο παλικάρι που πυροβολήθηκε ένα μεσημέρι που ο ήλιος της δικαιοσύνης έκλεισε τα μάτια, γράφει για όλους αυτούς που πρόταξαν τα γυμνά τους στήθη κόντρα στα τάνκς. Γράφει για το μίσος και τη δίψα για δικαιοσύνη που έχουμε μέσα μας, εμείς οι γιοι, οι αδελφοί, οι σύντροφοι, οι γείτονες, οι γυναίκες και τα εγγόνια του Αντρίκκου, του Χατζηστεφανή, του Αχιλλέα και του Γιώργου.

Είμαστε εμείς που θα εκδικηθούμε παλεύοντας καθημερινά απέναντι στις σφαίρες σας για την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ!