Σύμφωνα με τα γεγονότα, δύο χρόνια πριν τη λήψη της απόφασης της ΕΔΥ, ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι «ζήτησε τη διενέργεια ανάκρισης για το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων από τον εν λόγω υποψήφιο για προαγωγή, σε σχέση με «ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις για διορισμούς (ρουσφέτι) στο Υπουργείο Γεωργίας».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Φιλελευθερου, αρκετούς μήνες πριν την απόφαση προαγωγής,  ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε τόσο την Αν. Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου, η οποία συνέστησε για προαγωγή τον συγκεκριμένο υποψήφιο, όσο και την ΕΔΥ, ότι από τη μελέτη του σχετικού φακέλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίσταται μαρτυρία, η οποία δικαιολογεί την ποινική δίωξη του εν λόγω υποψηφίου για κατάχρηση εξουσίας.

Κατά τη διαδικασία επιλογής του καταλληλότερου υποψηφίου «η ΕΔΥ και η διευθύντρια δεν αναζήτησαν ή εξέτασαν οποιοδήποτε στοιχείο, είτε από τους διοικητικούς φακέλους είτε από τον Γενικό Εισαγγελέα, ώστε να διερευνήσουν περαιτέρω το ζήτημα για να βεβαιωθούν ή να ελέγξουν ό,τι συναρτάται με την κατοχή του εν λόγω προσόντος».

«Η ΕΔΥ εσφαλμένα έκρινε ότι δεν της επιτρεπόταν να διερευνήσει ή να αιτιολογήσει με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία και δεδομένα ή έστω να εξηγήσει τους λόγους που την οδήγησαν σε αποστασιοποίησή της από το ζήτημα».

Επιβεβαιώθηκε λοιπόν ότι η παράλειψη εξέτασης και στάθμισης του κατά πόσον οι υποψήφιοι ήταν «ακέραιου χαρακτήρα» καθιστούσε την προσβαλλόμενη προαγωγή τρωτή.

Ασκήθηκε έφεση από τη Δημοκρατία, η οποία υποστήριζε ότι ορθά η ΕΔΥ κατά τη διαδικασία πλήρωσης της θέσης δεν ασχολήθηκε με το κριτήριο του «ακέραιου χαρακτήρα».

Η ύπαρξη δεδομένων που αφορούν ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, εναντίον δημόσιου υπαλλήλου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, στο πλαίσιο εξέτασης του κριτηρίου που αφορά την «ακεραιότητα χαρακτήρα».
Η απόφαση του Εφετείου επικύρωσε απόφαση με την οποία ακυρώθηκε ο διορισμός, το 2011, του διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών.