Ελ. Υπηρεσία: Απαράδεκτη η διαδικασία που ακολούθησε ο ΟΑΥ για τον καταρτισμό του Καταλόγου Ζ

Απαράδεκτη θεωρεί η Ελεγκτική Υπηρεσία την διαδικασία που ακολούθησε ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ) για τον καταρτισμό του Καταλόγου Ζ, συγκρινόμενη και με το τι εφαρμόζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

“Με βάση τα στοιχεία/έγγραφα τα οποία μας παρέθεσε ο Οργανισμός, η διαδικασία που ακολούθησε για τον καταρτισμό του Καταλόγου Ζ, συγκρινόμενη και με το τί εφαρμόζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες τις οποίες ο ίδιος ο Οργανισμός επικαλείται, είναι κατά την άποψή μας χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση και διαφάνεια, γεγονός το οποίο την καθιστά απαράδεκτη” αναφέρεται στην Ειδική Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας με θέμα «Έλεγχος Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας» που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας.

Στην Εκθεση αναφέρεται ότι ο ΟΑΥ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του καταρτίζει κατάλογο στον οποίο περιλαμβάνονται τα ενδονοσοκομειακά αναλώσιμα και το κόστος αποζημίωσής τους (Κατάλογος Ζ) στο πλαίσιο εφαρμογής του ΓεΣΥ. Επίσης, καταρτίζει μεταξύ άλλων και κατάλογο με τα φάρμακα της 1ης Φάσης του ΓεΣΥ (εξωνοσοκομειακή παροχή υπηρεσιών), στον οποίο περιλαμβάνεται το κόστος αποζημίωσης των εν λόγω φαρμάκων, και οι Συνεισφορές/Συμπληρωμή για κάθε φάρμακο.

Προστίθεται ότι  ενώ οι διαδικασίες καταρτισμού καταλόγων ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών, μεταξύ των οποίων και ο Κατάλογος Ζ, τη δαπάνη ή μέρος της δαπάνης των οποίων καλύπτει ο ΟΑΥ, καθορίζονται με τους περί Γενικού Συστήματος Υγείας Εσωτερικούς Κανονισμούς του 2019 και ενώ μέχρι την έκδοσή τους ο Οργανισμός εκδίδει για κάθε εφαρμοζόμενη πρακτική εγκυκλίους για ενημέρωση των ενδιαφερόμενων, για το υπό εξέταση θέμα ο Οργανισμός ήδη εφάρμοσε πρακτική για την οποία οι σχετικές εγκύκλιοι όχι μόνο δεν εκδόθηκαν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αλλά μέχρι και την ετοιμασία της παρούσας Έκθεσης δεν μας έχουν υποβληθεί ούτε εγκύκλιοι ούτε οι σχετικοί Κανονισμοί.

“Συστήσαμε στον Οργανισμό όπως ετοιμάσουν το συντομότερο τους απαιτούμενους σχετικούς Κανονισμούς, Αποφάσεις και Εγκύκλιους, προς διασφάλιση των συμφερόντων του Οργανισμού καθώς και της νομιμότητας και της διαφάνειας των σχετικών ενεργειών του”.

Περαιτέρω, η Εκθεση αναφέρει ότι ο Οργανισμός, μέσα από μια πιο ορθολογιστική και δομημένη διαδικασία η οποία να χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού, στη βάση παραδειγμάτων και άλλων χωρών στις οποίες ο ίδιος μας παρέπεμψε, και με πιο έγκαιρες ενέργειες, θα μπορούσε να εξασφαλίσει χαμηλότερες τιμές για τα είδη του υπό αναφορά καταλόγου, προς όφελος των ασφαλιζόμενων του, διατηρώντας ταυτόχρονα και τα επιθυμητά επίπεδα ποιότητας.

Συστήσαμε, προστίθεται, όπως, σε περίπτωση κατά την οποία επιβεβαιωθεί ότι η διαδικασία καταρτισμού του εν λόγω καταλόγου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν.73(Ι)/2016 και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται η διεξαγωγή διαγωνισμών στο πλαίσιο του πιο πάνω νόμου για τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων, οι διαπραγματεύσεις να διεξάγονται στο πλαίσιο καθορισμένης διαδικασίας η οποία να συνάδει κατ΄ αναλογία με τις βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

Η Εκθεση προσθέτει ότι τα εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια που έδωσε ο Οργανισμός για τη διαδικασία καθορισμού των τιμών του υπό αναφορά καταλόγου, μόλις πέντε ημέρες, εκ των οποίων μάλιστα μόνο οι τρεις ήταν εργάσιμες εφόσον μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο, ήταν ανεπαρκή για την ολοκλήρωση μιας τέτοιας πολύπλοκης διαδικασίας, συγκρινόμενη μάλιστα και με το τι ακολουθείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες ο ίδιος ο ΟΑΥ μάς παρέπεμψε. Σημειώνει ακόμη ότι η επίκληση δε, εκ μέρους του Οργανισμού, του πιεστικού χρονοδιαγράμματος δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία, εφόσον ήταν καθορισμένη από της ενάρξεως λειτουργίας του ΓεΣΥ η δεύτερη και τελική φάση εφαρμογής του στην οποία περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων και η ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας και, ως εκ τούτου, η καθυστέρηση φαίνεται να είναι εξ΄ υπαιτιότητας του ίδιου του Οργανισμού.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία συνέστησε στον Οργανισμό όπως κατά την αναθεώρηση του Καταλόγου Ζ, να ενεργήσει έγκαιρα έτσι ώστε να έχει τον απαιτούμενο χρόνο για την επίτευξη όσο το δυνατόν καλύτερων αποτελεσμάτων, προς όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών αλλά και του προϋπολογισμού του, ο οποίος, όντας σφαιρικός, επηρεάζεται από κάθε ενέργεια του Οργανισμού.

“Με βάση τα στοιχεία/έγγραφα τα οποία μας παρέθεσε ο Οργανισμός, η διαδικασία που ακολούθησε για τον καταρτισμό του Καταλόγου Ζ, συγκρινόμενη και με το τί εφαρμόζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες τις οποίες ο ίδιος ο Οργανισμός επικαλείται, είναι κατά την άποψή μας απολύτως ατεκμηρίωτη και αδιαφανής, γεγονός το οποίο την καθιστά απαράδεκτη” αναφέρει και προσθέτει τα εξής:

“Συστήσαμε στον Οργανισμό να μελετήσει το ενδεχόμενο σύστασης ειδικής επιτροπής, η οποία να λειτουργεί στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, στην οποία να συμμετέχουν ειδικοί – αναλόγως του αντικειμένου – εκτός ΟΑΥ, ως ανεξάρτητα μέλη, και η οποία να ενεργεί ως επιτροπή αξιολόγησης τόσο για τα υφιστάμενα αναλώσιμα του Καταλόγου Ζ, όσο και για νέα αιτήματα που θα υποβάλλονται για συμπερίληψη σε αυτόν νέων αναλωσίμων, να διαπραγματεύεται τις τιμές και το είδος της σύμβασης που θα υπογράφεται ανάλογα με την περίπτωση και, να προβαίνει στην υποβολή ολοκληρωμένων εισηγήσεων προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΑΥ, το οποίο θα λαμβάνει την τελική απόφαση ως το αρμόδιο προς τούτο όργανο”.

Η Εκθεση σημειώνει ότι ενώ στους αντίστοιχους με τον Κατάλογο Ζ του ΟΑΥ άλλων ευρωπαϊκών χωρών, στα οποία ο ίδιος ο ΟΑΥ μάς παρέπεμψε, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, τα οποία εξαιρούνται από την ενσωμάτωσή τους στο κλειστό ενοποιημένο νοσήλιο της εκάστοτε ιατρικής πράξης (DRG) και αποζημιώνονται επιπρόσθετα και ξεχωριστά, αφορούν σε πολύ εξειδικευμένα, καινοτόμα και πολύ υψηλού κόστους προϊόντα, με σκοπό τη στήριξη στην καινοτομία και την επιτάχυνση στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την προμήθεια βελτιστοποιημένων προϊόντων, στον Κατάλογο Ζ του ΟΑΥ περιλαμβάνονται αρκετά κοινά/συνηθισμένα προϊόντα, το κόστος των οποίων ξεκινά από πολύ χαμηλά, με το φθηνότερο να ανέρχεται σε μόλις 23 ευρώ.

Η ΕΥ συνέστησε στον Οργανισμό όπως, κατά την αναθεώρηση του Καταλόγου Ζ, μελετήσει ενδελεχώς μέσα από μια δομημένη διαδικασία, τον περιορισμό των προϊόντων που θα περιλαμβάνονται σε αυτόν στα πολύ εξειδικευμένα, καινοτόμα και πολύ ψηλού κόστους προϊόντα, έτσι ώστε να επιτυγχάνονται οι πιο πάνω στόχοι στους οποίους αποσκοπούν τέτοιου είδους κατάλογοι και σε άλλα εθνικά συστήματα υγείας, με τη μείωση παράλληλα του κόστους μέσα από διαφανείς διαδικασίες συγκεντρωτικών αγορών, για όλους τους παρόχους υγείας που θα συμμετέχουν.

Αναφέρει ότι η θέση του Οργανισμού ότι δεν είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση των αθέμιτων μεθόδων που ενδέχεται να προβαίνουν οι προμηθευτές, ώστε να προωθούν τη χρήση των δικών τους προϊόντων, δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον, ως ο αρμόδιος Οργανισμός που χειρίζεται τα κονδύλια του ΓεΣΥ τα οποία καταβάλλονται από τους ασφαλιζόμενους, οφείλει να παρακολουθεί και να διασφαλίζει ότι οι ενέργειες και οι αποφάσεις του είναι αποτρεπτικές ως προς την εμφάνιση τέτοιων φαινομένων.

Η σύσταση της ΕΥ είναι  όπως ο Οργανισμός θέσει τις κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες για την πρόληψη/αποτροπή αλλά και τη διάγνωση και λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπιστώνονται αθέμιτες μέθοδοι, στις οποίες ενδέχεται να προβαίνουν προμηθευτές για προώθηση δικών τους προϊόντων, με όσο το δυνατόν πιο σαφώς διατυπωμένη διαδικασία, με ξεκάθαρους ρόλους και αρμοδιότητες των συμμετεχόντων, με διαφάνεια και εκ των προτέρων καθορισμό των μέτρων/ποινών σε περιπτώσεις διαπίστωσης προσπάθειας δόλου ή/και εκμετάλλευσης της διαδικασίας προς όφελος των συμμετεχόντων και εις βάρος, είτε των άλλων συμμετεχόντων είτε του ιδίου του Οργανισμού και κατ΄ επέκταση των ασφαλιζόμενών του.

Σε σχέση με την προμήθεια φαρμάκων της 1ης φάσης του ΓεΣΥ αναφέρει ότι με βάση τα στοιχεία τα οποία μας έχει υποβάλει ο Οργανισμός, δεν προκύπτει ότι έγινε διαπραγμάτευση των τιμών των εν λόγω φαρμάκων, αλλά ότι οι τιμές βασίστηκαν στις Μέγιστες Χονδρικές Τιμές (ΜΧΤ) των φαρμάκων, με επιπρόσθετες επιβαρύνσεις αποθήκευσης/διαχείρισής τους, και στις εκπτώσεις που υπολογίστηκαν έτσι ώστε να διατηρείτο η τελευταία αντίστοιχη συνολική δαπάνη πριν την εφαρμογή του ΓεΣΥ.

Η πιο πάνω διαδικασία, σημειώνει, δεν διασφαλίζει ότι έχουν εξασφαλιστεί οι χαμηλότερες δυνατόν τιμές προς όφελος του σφαιρικού Προϋπολογισμού του Οργανισμού και, κατ΄ επέκταση των ασφαλιζόμενών του, εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ΜΧΤ καθόριζαν τις λιανικές τιμές και, κατ΄ επέκταση το συνολικό κόστος των δαπανών των φαρμάκων στον ιδιωτικό τομέα κατά την προ- ΓεΣΥ περίοδο, και ότι οι δαπάνες αυτές αποτελούσαν περίπου το 50% της συνολικής δαπάνης σε εξωνοσοκομειακά φάρμακα για τους δικαιούχους του ιδιωτικού και του δημοσίου, με τους δικαιούχους του ιδιωτικού να ήταν μόλις το 20% του συνόλου του πληθυσμού.

Προσθέτει ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την αύξηση στο συνολικό κόστος προμήθειας των φαρμάκων της 1ης Φάσης στη μετά ΓεΣΥ περίοδο, συγκρινόμενη με αυτό της προ ΓεΣΥ περιόδου του έτους 2018, της τάξεως του 16,5% και 21%, για τα έτη 2021 και 2022 αντίστοιχα, ποσοστά τα οποία είναι ψηλά, εάν ληφθεί υπόψη ότι στο κόστος του ΟΑΥ δεν συνυπολογίζεται και το κόστος της Συνεισφοράς που καταβάλλουν οι ασφαλιζόμενοι σε περίπτωση που δεν επιλέξουν το φθηνότερο φάρμακο από την κατηγορία των φαρμάκων που τους συνταγογραφείται.

Συνέστησε στον Οργανισμό να καθορίσει διαδικασίες οι οποίες να επικεντρώνονται στον ασθενή με την ελεύθερη πρόσβασή του σε φαρμακευτικά προϊόντα, αλλά να διασφαλίζουν ταυτόχρονα την εξασφάλιση των φαρμάκων μέσα από διαφανείς και ανταγωνιστικές, όπου είναι δυνατόν, διαδικασίες μεταξύ φαρμάκων που παρέχουν ισοδύναμες θεραπείες, καθώς και μέσω του διαμοιρασμού των εμπειριών και της ανάπτυξης κοινών στρατηγικών βάσει βέλτιστων πρακτικών με άλλες εθνικές αρχές διαχείρισης συστημάτων υγείας.

Επιπλέον, αναφέρει ότι στο Μνημόνιο Συναντίληψης που υπεγράφη μεταξύ του Οργανισμού και των Κατόχων Άδειας Κυκλοφορίας και/ή Προμηθευτών Φαρμακευτικών Προϊόντων, περιλαμβάνονται πρόνοιες οι οποίες κλειδώνουν τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων για 12 μήνες, και θέτουν όρια/φραγμούς στη μείωση της τιμής υφιστάμενου προϊόντος κατά τη διάρκεια των 12 μηνών, ή εισαγωγή στον κατάλογο νέου σε τιμή χαμηλότερη από το φθηνότερο. Οι εν λόγω πρόνοιες είναι κατά την άποψή μας ετεροβαρείς, εφόσον διασφαλίζουν τα συμφέροντα των προμηθευτών εξασφαλίζοντας τους σταθερές τιμές για 12 μήνες, ενώ παράλληλα αποτρέπουν τον όποιο ανταγωνισμό θα μπορούσε να υπάρχει προς όφελος του ΓεΣΥ και των ασφαλιζόμενών του, τόσο όσον αφορά στη μείωση του κόστους, όσο και στην ένταξη νέων γενόσημων φαρμάκων στον υπό αναφορά κατάλογο.

Η ΕΥ συνέστησε στον Οργανισμό όπως, κατά την αναθεώρηση του υπό αναφορά καταλόγου, στη βάση και των πρακτικών άλλων χωρών/εθνικών αρχών διαχείρισης συστημάτων υγείας και άλλων σχετικών με το θέμα φορέων, προχωρήσει σε διαπραγμάτευση για βελτίωση των πιο πάνω όρων του Μνημονίου, ώστε να συνάδουν με τους επιδιωκόμενους στόχους της διατήρησης όσο το δυνατόν περισσότερων φαρμάκων στην αγορά και την προώθηση του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών, προς όφελος του ΓεΣΥ και των ασφαλιζόμενών του.

Επιπλέον, η ΕΥ διαπίστωσε καθυστέρηση στην ένταξη καινοτόμων φαρμάκων στον υπό αναφορά κατάλογο φαρμάκων που αποζημιώνει ο Οργανισμός, τα οποία μέχρι την ένταξή τους τυγχάνουν χειρισμού/έγκρισης από την Επιτροπή Ονομαστικών Αιτημάτων (ΕΟΑ). Η καθυστέρηση, αναφέρει, φαίνεται να ευνοεί τις φαρμακευτικές εταιρείες εφόσον, όπως μας πληροφόρησε ο ίδιος ο Οργανισμός, καθυστερούν να επανέλθουν με αναθεωρημένες προτάσεις μετά την αρχική πρόταση που τους υποβάλλει ο Οργανισμός στο πλαίσιο επικαιροποίησης των πρωτοκόλλων από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Φαρμάκων (ΣΕΦ). Τούτο, σημειώνει, αφορά κυρίως σε προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη από μεγάλο αριθμό ασθενών, εφόσον οι εταιρείες δεν είναι διατεθειμένες να παρέχουν σημαντικές εκπτώσεις ή να δώσουν τη δυνατότητα να επιτευχθούν τιμές που να συγκρίνονται ευνοϊκά μεταξύ θεραπειών, οι οποίες με βάση το επικαιροποιημένο πρωτόκολλο βρίσκονται στην ίδια γραμμή θεραπείας.

Η ΕΥ σημειώνει ότι  με βάση το άρθρο 35(3) του περί του Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου Ν.89(Ι)/2001, ο Οργανισμός έχει υποχρέωση να κοινοποιήσει την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του στον αιτούντα για συμπερίληψη φαρμακευτικού προϊόντος στον κατάλογο φαρμακευτικών προϊόντων, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Συνέστησε στον Οργανισμό να επισπεύσει την αναθεώρηση των πρωτοκόλλων των φαρμάκων, όπου απαιτείται, για να ενταχθούν τα καινοτόμα φάρμακα στον κατάλογο, βασιζόμενος σε πρακτικές που χρησιμοποιούν χώρες με πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στην εφαρμογή εθνικών σχεδίων υγείας, και να μελετηθούν επίσης οι ισχύοντες σχετικοί με το θέμα Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί, ώστε να διαπιστωθεί η δυνατότητα συνεργασίας με άλλα κράτη μέλη στο πιο πάνω θέμα, με σκοπό την επίσπευση των διαδικασιών.

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.