Μου έρχονται στο νου τρεις ξένες ταινίες, που γυρίστηκαν στην Ελλάδα και την πρόβαλαν: η ιταλική "Mediterraneo" και οι χολιγουντιανές "Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλλι" και "Mamma Mia". Καμιά τους δεν πρόσφερε στην Ελλάδα τόσα όσα πρόσφερε μια ελληνική ταινία: "Ζορμπάς ο Έλληνας".

Του Πανίκκου Χρυσάνθου

Η είδηση λοιπόν λέει: Η κυβέρνηση ζητά επιπρόσθετα φέτος άλλα 17,8 εκατομμύρια ευρώ για να επιχορηγήσει δύο ταινίες του Χόλιγουντ στα πλαίσια του προγράμματος επενδύσεων Olivewood. Μαζί με το ήδη εγκεκριμένο 1,5 εκατομμύριο στον προϋπολογισμό του 2019, προτίθεται να προσφέρει φέτος στο Χόλιγουντ συνολικά 19,3 εκατομμύρια ευρώ.

Έχω δύο απορίες:

Η πρώτη: Η Κύπρος δίνει στη δική της κινηματογραφική παραγωγή κάπου στο 1 κόμμα κάτι εκατομμύρια ευρώ το χρόνο και γίνονται μ’ αυτό το ποσό 4-5 ταινίες μεγάλου μήκους και άλλες τόσες μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ. Τα λεφτά για κάθε παραγωγή είναι τόσο λίγα, που ο παραγωγός/σκηνοθέτης, που έχει πρόθεση να φτιάξει ένα έργο ποιοτικού επιπέδου έχει μπροστά του δύο επιλογές. Η πρώτη να κάνει πολλούς συμβιβασμούς (λιγότερα γυρίσματα από όσα πρέπει, φτωχή σκηνογραφία, μέτριους ηθοποιούς και β’ κατηγορίας προσωπικό συνεργείου). Είναι η τέλεια συνταγή για να παραχθούν -στην καλύτερη περίπτωση- μέτρια έργα. Οι ποιοτικές προθέσεις παραμένουν ανεκπλήρωτο όνειρο. Κάποιοι επιχειρούν και απογοητεύονται. Κάποιοι άλλοι, περισσότερο πραγματιστές, τη βρίσκουν μ’ αυτό τον τρόπο και βάζουν και κάμποσα λεφτά στην τσέπη. Εννοείται ότι βολεύονται με ό,τι βγαίνει. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που δεν είναι της ώρας. Είναι όμως απότοκο της κυπριακής πραγματικότητας. Η δεύτερη επιλογή του Κύπριου παραγωγού/σκηνοθέτη είναι να κόψει τις προβλεπόμενες αμοιβές της παραγωγής του (και πρώτα απ’ όλα τη δική του) ώστε να κάνει πιο πολλά γυρίσματα, να έχει επαγγελματίες συνεργάτες, αξιοπρεπή ντεκόρ κ.ο.κ. Με αυτό τον τρόπο δεν έχει τις προϋποθέσεις που έχει ένας συνάδελφός του στις πιο πολλές χώρες της Ευρώπης, μπορεί όμως να ελπίζει σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα, που θα του ανοίξει μια πόρτα στο club των ταινιών τέχνης της Ευρώπης. Είναι η δική μου επιλογή. Δεν είμαι το καταλληλότερο πρόσωπο να κρίνω, αν πέτυχε και πόσο. Αυτό που μπορώ να πω χωρίς να πέφτω έξω είναι ότι με τη μέθοδο αυτή κατάφερα η μια ταινία μου να ανοίγει την πόρτα για την επόμενη παίρνοντας μικρά συμπληρωματικά κεφάλαια από την Ευρώπη, η οποία εκτιμά τις καλές προσπάθειες. Αυτό μου επέτρεψε να κάμω περισσότερα γυρίσματα, να επιλέξω πιο έμπειρους επαγγελματίες συνεργάτες κ.ο.κ. Το δεύτερο, που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι χρειάζεται μία είδους «πελλάρα» για να ρισκάρει κάποιος την προσωπική του επιβίωση, επειδή θέλει να κάνει τέχνη. Μεγάλο το ρίσκο σε μια χώρα που δεν έχει την ικανότητα ούτε την «πελλάρα» και την προσφορά της να εκτιμήσει.

Όταν τα πράματα είναι τόσο δύσκολα για να δημιουργηθεί εθνικός κινηματογράφος, όταν το Υπουργείο Οικονομικών ακολουθεί συστηματικά μια πολιτική περικοπών, πώς εξηγείται ότι προσφέρει τόσο εύκολα και με διαδικασίες εξπρές 18-20 φορές περισσότερα χρήματα σε δύο ξένες ταινίες από ό,τι δίνει σε 10-12 δικές του;

Μια δεύτερη σύγκριση είναι ακόμα πιο καταθλιπτική: Πώς μπορεί να προσφέρει (το Υπουργείο Οικονομικών) πιο πολλά χρήματα σε δύο ταινίες, επειδή μόνο και μόνο θα γυριστούν στην Κύπρο, από όσα δίνει συνολικά σε ένα χρόνο σ’ ολόκληρο τον Πολιτισμό της χώρας; 19,3 εκατ. παραχωρούνται στο Χόλιγουντ, 16 εκατομμύρια είναι ο προϋπολογισμός των Πολιτιστικών (μαθαίνω ότι σ’ αυτό το ποσό περιλαμβάνονται και οι μισθοί του προσωπικού τους). Πολιτική προσέλκυσης ξένων για γυρίσματα έχουν κι άλλες χώρες της Ευρώπης, αυτοί όμως έχουν ένα μέτρο και δεν γελοιοποιούνται με αρχοντοχωριατισμούς και κουτοπονηριές. Τα χρήματα για προσέλκυση ξένων ταινιών δεν είναι περισσότερα ούτε καν ισόποσα με τα ποσά που προβλέπονται για την ενίσχυση του ντόπιου κινηματογράφου. Και τα εμφανή κέρδη από την προσέλκυση ξένων ταινιών πάνε στα ταμεία της ντόπιας παραγωγής. Πράγμα που σημαίνει ότι ξέρουν πως το πραγματικό και μακροχρόνιο κέρδος της χώρας είναι ο εθνικός της κινηματογράφος.

Η δεύτερη απορία μου: Στην τελευταία μου ταινία (Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής) είχα μια επιχορήγηση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου με 35.000 ευρώ. Οι όροι αυτής της επιχορήγησης ήταν δύο. Η Ελλάδα έπαιρνε ποσοστά στην ταινία, αντίστοιχα με το ποσό που επιχορηγούσε. Ο δεύτερος όρος ήταν να ξοδευτούν στην Ελλάδα τα πενταπλάσια των 35.000 ευρώ, που επιχορηγούσε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, δηλαδή 175.000 ευρώ. Έπρεπε δηλαδή είτε να προσλάβω προσωπικό από την Ελλάδα είτε να ενοικιάσω μηχανήματα, να επιλέξω εργαστήρια ή να κάνω εκεί γυρίσματα και να αποδείξω με έγκυρα ντοκουμέντα ότι ξόδεψα αυτά τα ποσά στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια η Ελλάδα έβαζε ένα ποσό σε μια μη ελληνική ταινία, αλλά εξασφάλιζε ότι θα εισέρρεαν στην Ελλάδα πενταπλάσια έσοδα από όσα ξόδευε. Παρόμοιες προϋποθέσεις υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη. Κανένας δεν σου χαρίζει χρήματα για να κάνεις ταινίες σε τρίτη χώρα. Ζητά ανταλλάγματα προς όφελος της χώρας του. Εννοείται ότι και οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες της Κύπρου παίρνουν ποσοστά επί τοις εκατόν επί του προϋπολογισμού για κάθε ταινία που επιχορηγούν και έχουν δικαιώματα στις εισπράξεις της. Η απορία μου είναι: Το Olivewood παίρνει ποσοστά στον συνολικό προϋπολογισμό της παραγωγής ανάλογα με τα γενναιόδωρα ποσά που επενδύει; Αν δώσει 8 εκατομμύρια σε μια χολιγουντιανή ταινία με προϋπολογισμό 35 εκατομμυρίων, θα έχει ποσοστά 22,85% όπως επιβάλλει η κοινά ανά το παγκόσμιο πρακτική; Αυτό δεν είναι κάτι που το ακούσαμε στα επιχειρήματα της Olivewood. Αντίθετα ακούγονται αστεία επιχειρήματα για τη χορήγηση εκατομμυρίων: Θα δουλέψουν, λέει, 80 Κύπριοι. Καλά, είναι περισσότεροι από αυτούς που θα δουλέψουν στις 10 κυπριακές ταινίες με 1 εκατομμύριο; Μιλούν για κέρδη 175 εκατομμυρίων ευρώ από την επένδυσή τους. Δεν εξηγούν σε κάποιους δύσπιστους, όπως είμαστε κι εμείς, πώς θα βγουν αυτά τα εκατομμύρια. Οφείλουν να μας το εξηγήσουν, δεδομένου ότι το ταμείο από το οποίο τόσο γενναιόδωρα προσφέρουν χρήμα είναι το κοινό ταμείο όλων μας.

Οι Γερμανοί έχουν ένα ωραίο γνωμικό: Είναι καλό να εμπιστεύεσαι. Είναι όμως καλύτερο να κρίνεις πριν εμπιστευτείς.

Λυπούμαστε, αλλά η ιστορία των επενδύσεων σ’ αυτή τη χώρα δεν μας επιτρέπει να εμπιστευόμαστε τα «σαΐνια» που μας τις πλασάρουν. Θυμίζουμε τις φαεινές επενδύσεις των τελευταίων χρόνων: Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 υλοποίησαν σχέδιο ανάπτυξης γης με πολλαπλές χαλαρώσεις και με το επιχείρημα ότι θα ενισχυθεί έτσι ο τουρισμός και η οικονομία μας. Χτίζαμε παντού, σε κάθε ράχη και σε κάθε παραλία. Γεμίσαμε την Κύπρο τσιμέντο εν ονόματι της ανάπτυξης. Ποιοι κέρδισαν ουσιαστικά από αυτή τη φαεινή ιδέα; Μια φούχτα developers και ξενοδόχοι. Και τι μας έμεινε; Μια χώρα μπετόν, χωριά που δεν είναι πια δικά μας, αφού διώξαμε από τις πλατείες και τους δημοσίους χώρους τους ντόπιους, ώστε να απλωθούν εκεί μια φούχτα επιτήδειοι που εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος δημοσίους χώρους με τραπέζια, ομπρέλες και πέργκολες. Παραλίες, που ανήκουν σε όλους μας και τις λυμαίνονται με κακόγουστα αυθαίρετα λίγοι επιτήδειοι με διασυνδέσεις. Η Κύπρος έγινε χώρα της κακογουστιάς, της θεοποίησης του εύκολου χρήματος και της αρπαχτής.

Η δεύτερη φάση ήταν με την πολιτική της προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων στις τράπεζές μας. Τότε κι αν γέμισε ο τόπος χρήμα. Εκ των υστέρων μάθαμε κάποια πράγματα: Αυτά που ακούγαμε για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, για φαγοπότια των περιουσιών λαών, που υπήρξαν φίλοι μας (κατά το «απόν κλέφτει που λλόου σου…») βγήκαν αλήθειες με δραματικό τρόπο, όταν η φούσκα έσκασε και οι τράπεζές μας επάττισαν. Ποιοι κέρδισαν τελικά μέσα από αυτή την ευφορία; Πάλι μια φούχτα επιτηδείων, που πλούτισαν ασύστολα κι έστειλαν έγκαιρα τα λεφτά τους στην Ελβετία. Ο κοσμάκης έπεσε σε μια μαύρη τρύπα.

Ακολούθησε άλλη μια κότα με τα χρυσά αβγά: η πώληση διαβατηρίων έναντι επενδύσεων σε σπίτια εκατομμυρίων. Πάλι μπαίνει η ερώτηση: Τι κερδίσαμε εμείς οι πολλοί από τα εκατομμύρια των Κινέζων και των Ρώσων, με τα οποία αγοράζουν ευρωπαϊκά διαβατήρια και μεγαλώνουν τα νούμερα της «ανάπτυξής» μας; Η φτωχοποίησή μας από το πάττισμα των τραπεζών πάει να γίνει μόνιμη με μισθούς 700 και 800 ευρώ. Κέρδισε ακόμα μια φορά η οικονομική ελίτ των developers και των δικηγόρων. Εγεμώσαν τες πούντζιες τους με τόσο χρήμα, που έπρεπε να επιστρατεύσουν ακόμα μια φορά το «πολυμήχανο» ταλέντο τους για να γεμίζουν τις πόλεις μας με ουρανοξύστες.

Τώρα μας βγάζουν από το ταχυδακτυλουργικό τους καπέλο άλλη μια χρυσόκοτα. Θα κάνουμε την Κύπρο Olivewood (όπως Hollywood ή Bollywood). Θα φέρνουμε τον Τομ Χανκς, τον Μπραντ Πιτ και τον Νίκολας Κέιτζ κάτω από τα olive μας και θα βγάζουμε άφθονο και γρήγορο χρήμα. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να φανεί τι ψήνεται πίσω από ό,τι πλασάρεται ως το νέο Ελ Ντοράντο μας. Μπορούμε όμως να υποψιαστούμε πού πάει το πράμα με μερικούς λογικούς συνειρμούς: Σίγουρα πίσω από τις θριαμβολογίες δεν είναι οι 2-3 μωροφιλόδοξοι Κύπριοι φτωχοπαραγωγοί, που ονειρεύονται ότι θα κάνουν την Κύπρο Χόλιγουντ. Η λογική λέει, πως αν δεν ήταν τα μεγάλα κεφάλια και τα μεγάλα συμφέροντα, δεν θα κινούνταν τόσο γρήγορα διαδικασίες και χρήμα. Δεν αποκλείεται λοιπόν να δούμε σύντομα τους developers και τους μεγαλοδικηγόρους μας να γίνονται νέοι Νίνο Ντε Λαουρέντις, Γουόλτ Ντίσνεϊ και Ντέιβιντ Σέλτσνικ στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα ή συνέταιροι της Κολούμπια και της Sony.

Η δεύτερη καχυποψία μας πηγάζει στη γνώση που έχουμε για τα πραγματικά σαΐνια των business, τη βιομηχανία του Χόλιγουντ, που δεν είναι του χαρακτήρα της να ερωτεύεται αστραπιαία και δυνατά, παρά μόνο αν έχει απτά συμφέροντα, δηλαδή δολάρια. Το είπαν πολλοί, που είδαν και έπαθαν: Είναι μανούλες στο να πουλούν όνειρα και να εισπράττουν χρήμα. Επομένως, είναι οι μικρές ερωμένες, όπως η Κύπρος, που πρέπει να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα και να μετρούν τι κρύβεται πίσω από τα γλυκόλογα των επίδοξων μνηστήρων και τα ζαχαρώματα των ντόπιων προξενήτρων.

Λεζάντα φωτογραφίας:
Μου έρχονται στο νου τρεις ξένες ταινίες, που γυρίστηκαν στην Ελλάδα και την πρόβαλαν: η ιταλική “Mediterraneo” και οι χολιγουντιανές “Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλλι” και “Mamma Mia”. Καμιά τους δεν πρόσφερε στην Ελλάδα τόσα όσα πρόσφερε μια ελληνική ταινία: “Ζορμπάς ο Έλληνας”.