Έλλη Παιονίδου: Τα ιδεώδη δεν πεθαίνουν

Προσπάθησα στα βιβλία μου να μην αφήσω το κακό να επικρατήσει του καλού

Του Αντώνη Γεωργίου

Στο θεατρικό της Τα δύο αδέλφια και το μαύρο ποτάμι, που ανέβηκε το 1982, τα παιδιά καταφέρνουν να διώξουν το Κακό Πνεύμα που χώρισε τη χώρα τους, την Συπρηλία, με το Μαύρο Ποτάμι. Στην πραγματικότητα η δική μας Συπρηλία παραμένει ακόμα μοιρασμένη και άνθρωποι δίπλα μας πνίγονται προσπαθώντας να ξεφύγουν από πόλεμους που συνεχίζονται όπως και οι κοινωνικές ανισότητες, η αδικία, η φτώχια. Μιλάμε, για όλα αυτά, με την Έλλη Παιονίδου, ποιήτρια, μεταφράστρια, συγγραφέα παιδικών βιβλίων και θεατρικών έργων, που πρόσφατα βραβεύτηκε με το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς Τεύκρου Ανθία και Θεοδόση Πιερίδη. Μιλάμε για μια ζωή γεμάτη, «από την οποία δεν πετάει τίποτε απολύτως», μια ζωή συνδεδεμένη με την αριστερά και τους αγώνες για ειρήνη και σοσιαλισμό.

Αν γράφατε σήμερα Τα δύο αδέλφια και το μαύρο ποτάμι, θα ήταν αλλιώς το τέλος του;
Κοίταξε, τότε που γράφτηκε, ελάχιστα χρόνια μετά την εισβολή, οι συνθήκες δεν ήταν και πολύ καλύτερες. Ήταν το πρώτο κυπριακό θεατρικό έργο για παιδιά που ανέβηκε από τον ΘΟΚ. Χιλιάδες νεκροί, πρόσφυγες, αγνοούμενοι. Χιλιάδες τρομαγμένα παιδικά μάτια. Καθήκον του συγγραφέα πέρα από το αντιπολεμικό μήνυμα, είναι να δώσει και μια ακτίνα φωτός στους μικρούς θεατές. Νομίζω πως και σήμερα, αν έγραφα κάτι αντίστοιχο, θα άφηνα αυτή την αισιόδοξη νότα στο τέλος του έργου.

«Δεν την προσέχατε καθόλου τη χώρα σας», το Κακό Πνεύμα, στο έργο σας, αποδίδει ευθύνες στους κατοίκους της Συπρηλίας. Ποια η ευθύνη του καθενός μας για όσα συμβαίνουν τόσο στην Κύπρο όσο και στον κόσμο ολόκληρο;
Φορτώνοντας γενικά και αόριστα τις ευθύνες σε όλους, είναι σαν να σηκώνουμε το βάρος από τους κυρίους υπευθύνους. Αυτό ισχύει και για το πολιτικό μας πρόβλημα αλλά και για την οικονομική κατάντια, και για την τεραστία απειλή της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη. Οι ένοχοι, το μαύρο ποτάμι και το κακό πνεύμα που το κατευθύνει, πρέπει να αποκαλύπτονται και να τιμωρούνται. Ωστόσο και εμείς έχουμε τις ευθύνες μας. Να είμαστε ξύπνιοι πολίτες, να επισημαίνουμε τα κακά, να τα φέρνουμε στην επιφάνεια χρησιμοποιώντας όσες δυνάμεις διαθέτουμε, ψήφο, ομαδικές διαμαρτυρίες, και βέβαια τη δουλειά μας, εμείς οι δημιουργοί.

Συναντάτε κόσμο που είχε παρακολουθήσει θεατρικά σας ή διάβασε βιβλία σας;
Αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά του συγγραφέα που σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς, κάνει μοναχική δουλειά. Το πρώτο μου βιβλίο για παιδιά γράφτηκε πριν από 35 χρονιά. Τα τότε παιδιά έχουν δικά τους παιδιά. Όταν έρχονται γκριζομάλληδες και μου μιλούν για τα βιβλία μου νιώθω σαν μια ευτυχισμένη γριούλα 100 χρόνων. Η ανησυχία μου είναι για τα σημερινά παιδιά. Διαβάζουν άραγε; Μήπως θα πρέπει οι συγγραφείς να μελετήσουν πόσο έχουν αλλάξει οι συνθήκες, τι είναι εκείνο που ελκύει το σημερινό παιδί της ταχύτητας, της τεχνολογίας, της πρόωρης ωρίμανσης αλλά και της απομάκρυνσης από παραδοσιακές άξιες; Προσωπικά πιστεύω πως το παραμύθι θα ζει για πάντα, έστω κι αν αντί για δράκους και μάγισσες έχει εξωγήινα οντά και ρομπότ.

Φορτώνοντας γενικά και αόριστα τις ευθύνες σε όλους, είναι σαν να σηκώνουμε το βάρος από τους κυρίους υπευθύνους. Αυτό ισχύει και για το πολιτικό μας πρόβλημα αλλά και για την οικονομική κατάντια

Κάποτε συναντάμε στην παιδική λογοτεχνία μια τάση έντονου διδακτισμού ενώ άλλες φορές μια υπερβολική προσπάθεια ανατροπής. Ποια η δική σας τεχνική;
Εκείνο το μαγικό αμάλγαμα περιπέτειας, ποίησης, φαντασίας και χιούμορ. Ίσως και με μια σταγόνα φιλοσοφίας. Αυτά είναι τα συστατικά που με έκαναν φανατική αναγνώστη, από τα παιδικά μου χρονιά μέχρι σήμερα. Αυτά νομίζω χρησιμοποίησα και στη δουλειά μου, προσπαθώντας να μην αφήσω το κακό να επικρατήσει του καλού, αρκετό κακό μας κατακλύζει ήδη.

Πόσο δύσκολη είναι η μετάφραση; Είναι σαν να γράφεται ξανά το ποίημα;
Προσωπικά βρίσκω πολύ δημιουργική τη δουλειά του μεταφραστή. Είναι μια άσκηση λιτότητας, ακριβείας, πυκνότητας και μουσικότητας του λόγου. Επιπλέον πλουτίζει τη γλώσσα του μεταφραστή. Ναι, ξαναγράφεται το ποίημα αλλά με απολυτό σεβασμό στο πρωτότυπο.

Μια από τις πιο γνωστές σας μεταφράσεις είναι ίσως το ποίημα της Νεσιέν Γιασίν, η δική μου πατρίδα, πως προέκυψε;
Δυο τρία χρόνια ύστερα από την εισβολή ένας φίλος τούρκος ποιητής, ο Αταολ Μπεχραμόγλου, μας είχε στείλει ένα τουρκικό περιοδικό υποδεικνύοντας μας τα ποιήματα της Νεσιέν Γιασίν. Με δυσκολία βρήκαμε τουρκόφωνους να μας κάνουν μια πρόχειρη μετάφραση και πάνω σ’ αυτή δούλεψα μια σειρά ποιήματα της Νεσιέν με τον τίτλο Η ζουμπούλια κι ο νάρκισσος, τα οποία δημοσίευσα στη Χαραυγή. Ο Μάριος Τόκας, φοιτητής στην Αθηνά τότε, διάβασε το ποίημα στην εφημερίδα και αμέσως έβαλε τις νότες. Με την Νεσιέν αλληλογραφούσαμε μέσω Λονδίνου για καιρό, εκείνη στην κατεχομένη Λευκωσία, εγώ στη Λεμεσό, όπως ξέρεις τότε δεν υπήρχε δυνατότητα επαφής. Αργότερα τη συνάντησα στο Λονδίνο, μαζί με τον νεαρό τότε αδελφό της, και σήμερα σπουδαίο ποιητή, τον Μεχμέτ Γιασίν. Από τότε είμαστε φίλοι, και με τους δυο.

Ποιον ποιητή που μεταφράσατε νιώθετε πιο κοντά σας;
Θα έλεγα τον Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο. Είμαστε φίλοι για πάρα πολλά χρόνια. Είχα μεταφράσει το μεγάλο επικό ποίημα του Η μάνα και η βόμβα νετρονίου ένα εκπληκτικό ποίημα. Ειδικά όμως θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου η μέρα εκείνη τον Ιούνιο του 1977 που ο Ζένια, όπως τον λέμε, ύστερα από μια επίσκεψη στο προσφυγικό σπίτι του Παύλου Λιασιδη έγραψε το συγκλονιστικό ποίημα Περιστερώνα που στη συνεχεία το μεταφράσαμε. Ήταν ο πρώτος ξένος ποιητής που ένιωσε το δράμα της Κύπρου και το απέδωσε με τόσο τραγικό τρόπο.

Η σχέση σας με την ποίηση ποια είναι;
Στην αρχή έγραφα με την ελαφρότητα του νέου που βιάζεται να δει το ποίημα του δημοσιευμένο. Σταδιακά αυτό άλλαξε. Πέρασα από όλα τα είδη του λόγου, την ποίηση τη θεωρώ ιερή. Μέχρι φόβου ιεροσυλίας. Συγχωρώ το κακό πεζογράφημα. Δεν αντέχω την κακή ποίηση. Λυπάμαι που το λέω, έτσι είναι.

Η ζωή σας, όπως και το συζύγου σας Πανικού Παιγνίδι, ήταν έντονα συνυφασμένη με την επικοινωνία και συναναστροφή με καλλιτέχνες, ποιητές, συγγραφείς.
Το σπίτι μας ήταν και είναι ακόμη ανοικτό για όλους, φυσικά οι διανοούμενοι ήταν οι εκλεκτοί μας φιλοξενούμενοι. Πήραμε πολύ περισσότερα από αυτά που δώσαμε, είναι αλήθεια. Οι περισσότεροι από εκείνους τους φίλους δεν είναι πια στη ζωή και οι δικές μας δυνατότητες για επαφές, για ταξίδια, είναι πολύ λιγότερες. Μας μένουν ευτυχώς πλήθος ενθυμημάτων, φωτογραφίες, επιστολές, βιβλία, αφιερώματα. Ένα ολόκληρο αρχείο που κάποια στιγμή πρέπει να αξιοποιηθεί, γιατί η Κύπρος έχει εξέχουσα θέση μέσα εκεί.

Σήμερα υπάρχει αυτή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων των τεχνών;
Νομίζω πως η διψά για επικοινωνία υπάρχει και τώρα, μόνο που οι άνθρωποι έχουν άλλες προτεραιότητες και είναι παγιδευμένοι στην τρέλα της ταχύτητας και της τεχνολογίας. Για να αναπτυχτεί και να διατηρηθεί αυτή η επικοινωνία χρειάζεται χρόνο, προσωπική επαφή, αμοιβαία προσπάθεια. Πολλοί μου λένε πως επικοινωνούν μέσω της κοινωνικής δικτύωσης. Προσωπικά, ενώ χρησιμοποιώ τον υπολογιστή από τη δεκαετία του 1980, αρνούμαι να συνδεθώ με αυτά τα μέσα. Δεν με συγκινεί η εικονική επαφή. Προτιμώ τη ζεστή ανθρωπινή ανάσα, ίσως όμως και να είμαι ακόμη με το ένα πόδι στον περασμένο αιώνα.

Κοιτάζοντας πίσω, εκείνη την εποχή και τις προσπάθειες για ειρήνη και σοσιαλισμό τι σκέφτεστε;
Θα έλεγα πως τα ιδεώδη δεν πεθαίνουν. Κοιτάξτε τις τεράστιες συγκεντρώσεις σ’ όλο τον κόσμο εναντίον των πολέμων, εναντίον της οικονομικής καταπίεσης. Ο καπιταλισμός φέρνει την ανισότητα, την εξαθλίωση των φτωχών και των αδύναμων, προκαλεί πολέμους για να ικανοποιήσει την αδηφάγο του κερδοφορία. Ωστόσο τα γεγονότα, η ιστορία, κάνουν κύκλους. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστεί κι άλλος παγκόσμιος πόλεμος για να έρθει μια ισορροπία. Με ανησυχεί αφάνταστα η όλο και πιο ταχεία καταστροφή του περιβάλλοντος. Ίσως αυτός να είναι ο πιο σημαντικός τομέας που το τυφλό κυνήγι του κέρδους σκόπιμα αγνοεί. Κι εδώ θα έβλεπα ένα πολύ αποφασιστικό ρολό της αριστεράς.

Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος ή μάλλον η ευθύνη της αριστεράς σήμερα;
Όπως είπα και πριν τα ιδεώδη δεν πεθαίνουν. Η αριστερά έχει ζυμωθεί με τα προβλήματα του λαού, και έχει προωθήσει ένα μεγάλο μέρος τους, ακόμη και σε χώρες όπως την δική μας. Αυτός ο ρόλος και αυτή η ευθύνη παραμένει έστω κι αν οι συνθήκες έχουν αλλάξει.

Βιβλία, παραστάσεις, βραβεία αλλά και ταξίδια, συναντήσεις, συζητήσεις, ακόμα και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, παιδιά, εγγόνια, η σχέση σας με τον Πανίκο Παιονίδη. Κοιτάζοντας πίσω τι κρατάτε και τι πετάτε από μια ζωή γεμάτη;
Τίποτε απολύτως δεν πετώ, ούτε και τις ρυτίδες μου, λέω χαριτολογώντας στα παιδία μου. Μην ανησυχείτε για τις ρυτίδες σας, δείχνουν ποσό τυχεροί είστε που ζήσατε μέχρι τώρα.

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.