Του Κώστα Κατσώνη

Το ξεπούλημα του Συνεργατισμού, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το δικαιολογήσουν και να το ωραιοποιήσουν μιλώντας με οικονομικούς όρους, δεν παύει για τους απλούς ανθρώπους του τόπου μας να αποτελεί ένα «εκ προμελέτης έγκλημα». Η πορεία διάλυσης και ιδιωτικοποίησης, που μοιάζει σαν το «χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου», είχε διαφανεί από τη στιγμή που ο Συνεργατισμός κρατικοποιήθηκε με την παραχώρηση του ενάμισι δισεκατομμυρίου ευρώ το 2013.

Για τους συνεργατιστές, που δεν είναι άλλοι από τις 400 χιλιάδες μέλη του, η κρατική αυτή ενίσχυση θεωρήθηκε τότε ως μια προσπάθεια στήριξης, ώστε να μπορέσει ο Συνεργατισμός να συνεχίσει την πορεία του. Μια ιστορική πορεία που μας πάει πίσω στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν στις 22 Νοεμβρίου 1909 ιδρύθηκε στο Λευκόνοικο η πρώτη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία (ΣΠΕ). Το γεγονός ότι σταδιακά αγκαλιάστηκε το κίνημα του Συνεργατισμού από όλους και απέκτησε κάθε κοινότητα, ανεξαρτήτως μεγέθους, τη δική της Συνεργατική, ήταν μια μεγάλη κατάκτηση για τον τόπο και τον λαό μας. Ήταν μια επιβαλλόμενη αναγκαιότητα των δύσκολων εκείνων καιρών, που απάλλαξε τα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα τους φτωχούς εργάτες του μόχθου και της γης από την τοκογλυφία, την οικονομική εξαθλίωση και τη στυγνή και απάνθρωπη εκμετάλλευση των μεγαλοτσιφλικάδων τοκογλύφων δανειστών τους, που τους καταδίκαζαν στη φτώχεια, την ανέχεια και τη σταδιακή απώλεια των περιουσιακών τους στοιχείων. Το σύνθημα «ο καθένας για όλους και όλοι για τον καθένα», που ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα σε κάθε συνεργατικό ίδρυμα, εξέφραζε απόλυτα το πνεύμα του Συνεργατισμού, που βασιζόταν στη συμμετοχικότητα, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη και την κοινωνική ευαισθησία, βασικές έννοιες και αρχές της κοινωνικής συμβίωσης, που για τους σύγχρονους τραπεζίτες αποτελούν, δυστυχώς, γράμμα κενό.

Κι αυτό δεν είναι υπερβολή, αν προσμετρήσουμε το τι βιώνουν σήμερα, εδώ και μερικά χρόνια, οι απλοί και ταπεινοί άνθρωποι του λαού που με το υστέρημα και τον ιδρώτα τους έστησαν τον Συνεργατισμό. Την ώρα που βρέθηκαν στην ανεργία, εξαιτίας της πρωτόγνωρης για τα δεδομένα του τόπου μας οικονομικής κρίσης, την ώρα που είδαν το εισόδημά τους να εκμηδενίζεται και τις μικροεπιχειρήσεις τους να χρεοκοπούν, τι βίωσαν και τι βιώνουν αυτοί που για δεκαετίες ήταν συνεπέστατοι στις δόσεις τους; Τι βίωσαν οι χιλιάδες καλοπληρωτές του χτες, που βαφτίστηκαν εν μια νυχτί ως οι κακοπληρωτές των μη εξυπηρετούμενων δανείων; «Αντί του μάνα χολήν και αντί του ύδατος όξος», θα μπορούσε κανείς να πει, χωρίς υπερβολή. Μπορούσε κανείς να διανοηθεί ότι την ώρα της μεγάλης δυσκολίας τους, αντί για στήριξη, κατανόηση και διευκόλυνση, το συνεργατικό τους ίδρυμα -που ήταν τώρα πια, δυστυχώς, μια τράπεζα όπως τις άλλες- θα τους επέβαλλε μεγαλύτερους τόκους, «υπερημερίες» και άλλες παράνομες χρεώσεις, με αποτέλεσμα τα δάνεια να αυξάνονται και να επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια τους ως δαμόκλειος σπάθη η απειλή της εκποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων, όπως έκαναν άλλοτε οι τοκογλύφοι, στα πέτρινα χρόνια του μεσοπολέμου, με τα χωράφια των παππούδων τους; Είδαν και βλέπουν με άλλα λόγια οι απλοί άνθρωποι του τόπου μας, οι βιοπαλαιστές, να αναβιώνει ο εφιάλτης της τοκογλυφίας. Και το ερώτημα είναι: Εμείς οι 400 χιλιάδες συνεργατιστές θα επιτρέψουμε αυτήν την αναβίωση; Θα επιτρέψουμε να γίνει ο Συνεργατισμός μια αόριστη ιστορική αναφορά, μουσειακού τύπου, ή θα παλέψουμε να κρατήσουμε ζωντανό το όραμα και την ιστορική του συνέχεια;