Σημεία κοινού

Ένα βιβλίο (αυτοβιογραφικό και αληθινό) που υποκαθιστά την Ιστορία.

Για το βιβλίο του Γιώργου Μολέσκη Κάθε Ιούλιο Επιστρέφω

Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο η επίσημη Ιστορία του τόπου, εδώ και πέραν του μισού αιώνα, κρύβεται πίσω από σκοπιμότητες. Όπως είχα πει και σε πρόσφατη συνέντευξή μου σε ελλαδικό λογοτεχνικό περιοδικό η Κυπριακή Ιστορία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων έχει γραφτεί από τους νικητές μιας ηττημένης χώρας.  Ακόμη και σήμερα, κανείς δεν λέει την αλήθεια της καταστροφής, η οποία είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν και από τον «απελευθερωτικό» αγώνα του 1955, ο οποίος, όμως, έθεσε την πρώτη επίσημη σφραγίδα: Μέσα από τον επιβεβλημένο από την Εθναρχία εθνικιστικό του χαρακτήρα, τον αποκλεισμό των Τουρκοκυπρίων αλλά και της Αριστεράς. Με τη δολοφονία Ελλήνων της Κύπρου, περισσοτέρων από τον αριθμό των Άγγλων, όπως γράφει ο Μακάριος Δρουσιώτης. Με τον φόνο του φτωχού βιοπαλαιστή Μιχάλη Πέτρου, τον οποίο ο Γιώργος Μολέσκης ζει από κοντά στα νεανικά του χρόνια, όπως και τις δολοφονίες άλλων, όπου ο νεαρός τότε συγγραφέας συνομιλεί εδώ λογοτεχνικά με τους Γ. Φ. Πιερίδη στο διήγημα Άουτο ντα φε, (για τη δολοφονία του Μένοικου) και Τεύκρο Ανθία στο Κάιν και Άβελ. Η επίσημα καταγεγραμμένη στις ψευδείς κετάπες της Ιστορία,  αυτή που διδάσκεται, (ή μάλλον δεν διδάσκεται) στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, αυτή που μεταδίδεται κουτσουρεμένη και σπασμωδικά από τα ΜΜΕ, επετειακώς σαν σε καρναβάλι, είναι ό,τι χειρότερο για τη δυνατότητα επιβίωσής μας σ’ αυτό τον εξαθλιωμένο τόπο μιας κατοχής (μπορεί και διαιώνιας για πρώτη φορά), όπου η αλήθεια και επομένως, ο ορθός λόγος και ο ρεαλισμός για ένα αγώνα απελευθέρωσης και επανένωσης απουσιάζουν.

Δυνατό ράπισμα ενάντια  σε όλα αυτά, ψεύδη ανείπωτα και ειπωμένα, δίνεται μέσα από  το εξαίρετο και συγκινητικό αυτοβιογραφικό αφήγημα του Γιώργου Μολέσκη, Κάθε Ιούλιο επιστρέφω. Στο βιβλίο των 170 τόσων σελίδων, ο ποιητής και συγγραφέας Γ. Μ καταθέτει τη δική του καυτή μαρτυρία, εν είδει λογοτεχνικής αφήγησης, σε γλαφυρή και προσεγμένη γλώσσα τα διαδραματισθέντα  του μεγαλύτερου κακού της κυπριακής ύπαρξης. Είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής, (πέραν αυτών που καθορίζει η Ιστορία), όντας παρών εξ υπαρχής και έως της ωρίμασης τού κακού, αλλά και του ιδίου του συγγραφέα, ηλικιακά και σε πνεύμα. Πιασμένος  και ο ίδιος στο δίκτυ ενός προδομένου πολέμου, καλούμενος να υπηρετήσει ως έφεδρος στην υπεράσπιση της παραδομένης ήδη στον εχθρό πατρίδας. Είναι φοιτητής στη Μόσχα και ο Ιούλης τον βρίσκει σε διακοπές στην Κύπρο, έτοιμος να του διακόψει τις σπουδές, το διαιώνιο κι ευγενικό όραμα του συγγραφέα παιδιόθεν. Δίπλα του σκοτώνονται άνθρωποι της μιας ομοείδειας, στιγματισμένης από τους εποχούμενους του άρματος της προδοσίας, τους παραξικοπηματίες και των στυγνών μεγάλων εγκληματιών της ελληνικής χούντας. Ο σκύλος του Μολέσκη, ο Μίσια, …συνομήλικος του ποιητή, αν μετρήσουμε συγκριτικά τα χρόνια τους, ουρλιάζει πρωινιάτικα, τον πιάνει σύγκρυο, στον ήχο των υποκριτικών σειρήνων, κάθε 15 και 20 του Ιούλη. Έτσι ξεκινά και η αφήγησή του για να θυμηθεί σύντομα μια παρόμοια καταστροφή, αυτήν των Αρμενίων, που ο ίδιος γνώρισε από κοντά, πριν από την εντόπια, μέσα από τη γυναίκα του, αρμενικής καταγωγής και το περιβάλλον της. Με πιο συγκινητική στιγμή να ξεδιπλώνεται ανάμεσα  σε δυο ξεριζωμένα αδέρφια που χωρίζουν σχεδόν νήπια και συναντούνται έπειτα από πολλά χρόνια, αποξενωμένα, όπου ο ένας εξ αυτών απορρίπτει καχύποπτα τον άλλον… «Οι αναμνήσεις μας γίνονται μύθος, κι αυτό που μας περιμένει είναι μια τραγική απομυθοποίηση», συμπεραίνει ο συγγραφέας.

Δυνατό ράπισμα ενάντια  σε όλα αυτά, ψεύδη ανείπωτα και ειπωμένα, δίνεται μέσα από  το εξαίρετο και συγκινητικό αυτοβιογραφικό αφήγημα του Γιώργου Μολέσκη, Κάθε Ιούλιο επιστρέφω. Στο βιβλίο των 170 τόσων σελίδων, ο ποιητής και συγγραφέας Γ. Μ καταθέτει τη δική του καυτή μαρτυρία, εν είδει λογοτεχνικής αφήγησης, σε γλαφυρή και προσεγμένη γλώσσα τα διαδραματισθέντα  του μεγαλύτερου κακού της κυπριακής ύπαρξης.

Το Κάθε Ιούλιο επιστρέφω του Γ.Μ, είναι η επίσκεψη- επιστροφή στη γενέτειρά του τη Λύση μετά το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003,  αλλά και μια πολλαπλή επιστροφή στον παλιό Μολέσκη, με τα παιδικά όνειρα, τις χαρές μα και τα βάσανα. Και κυρίως σ’ αυτά που έζησε ως έφεδρος, κληθείς να υπηρετήσει με την Εισβολή, βιώνοντας την εγκληματική ανοργανωσιά της πιο οργανωμένης προδοσίας.  Η διήγησή του εκτυλίσσεται σε δυο κυρίως επίπεδα. Το ένα, των παλιών αναμνήσεων της νεανικής ηλικίας, αλλά και της προ του Ιούλη εποχής, που καταγράφεται συνήθως με πλάγια γράμματα και το άλλο το οποίο αναφέρεται κυρίως στις εμπειρίες μετά τον Ιούλη, χωρίς να παραλείπονται εμπειρίες και δράσεις προ του Ιούλη. Και οι δύο επιστροφές, που προσφέρουν μεγάλες συγκινήσεις στον αναγνώστη, πλαισιώνονται με στίχους του ιδίου, μα και άλλων ποιητών, ξένων, που κάνουν τη διήγησή του ελκυστική και δυνατή.  Περιέχονται ακόμη αναφορές σε φίλους,  τη μπουάτ Οι Κύκλοι, όπου πρωτοστάτησε με φίλους σε καλλιτεχνική αλλά και αντιχουντική δράση, μα και σε άλλους, γνωστούς σήμερα στον χώρο των γραμμάτων (Χρ. Ζάνος). Μα και τους Δώρο Λοΐζου και Ξάνθο Τσικουρή, με αφιερωμένα σ’ αυτούς ποιήματα και των οποίων είχε ζήσει από κοντά τη δράση, τη φιλία και τη στυγνή δολοφονία τους. Περιγράφει τις τραγικές μέρες στο φυλάκιο της Πράσινης Γραμμής, τη δολοφονία ενός συστρατιώτη, μα και την αλληλεγγύη προς τους στρατιώτες από την (Αγία) Ελευθερία, πόρνη στην περιοχή που τους φέρνει φαγητό και κονιάκ. Εκεί θα καταγραφούν δυο από τα πιο συνταρακτικά, κατά την άποψή μου, βιώματα του συγγραφέα. Το ένα αφορά την εκ των υστέρων γνωριμία του με τον σημαντικότερο τουρκοκύπριο ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στο απέναντι φυλάκιο, ειρηνιστής, χωρίς διάθεση, επ’ ουδενί, να πυροβολήσει τον μετέπειτα φίλο του, ποιητή.  Πράγμα που και ο Γ.Μ κάνει, δεν πυροβολεί τον τ/κ στρατιώτη που εκτίθεται ως κάλλιστος στόχος ψηλά, όπου ανεβαίνει να κλείσει την τρύπα από σφαίρα στο ντεπόζιτο του νερού, των απ’ εκεί. Πιθανόν να ήταν κι ο Φικρέτ. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμισθεί πως ο συγγραφέας μιλά και διακρίνει από νωρίς το εκκολαπτόμενο «αυγό του φιδιού» και στις δυο πλευρές, συντηρώντας, όμως,  ταυτόχρονα στις σελίδες του ένα αίσθημα της φιλίας και αλληλοσεβασμού ανάμεσα σε Ε/κ και Τ/κ, που αν και αθώοι οι πλείστοι, υπήρξαν τα μεγάλα θύματα της τρέλας και της καταστροφής που επέφεραν οι τρελαμένοι σοβινιστές ηγέτες τους.  Παράλληλα, η μακρόχρονη προσπάθεια να επιφορτιστεί εξ ολοκλήρου το κακό και την προδοσία, βγάζοντας «κούπα άπαννη» τους εδώ φανατικούς συνεργούς της, πέφτει στο κενό.

Συγκλονιστική κι η διπλή επιστροφή στη Λύση, είτε τη μέρα του πραξικοπήματος, με επώνυμους συγχωριανούς του να πρωταγωνιστούν σ’ αυτό, είτε μετά από χρόνια που το σπίτι του κατοικείται από έποικους, αλλά και η διπλή πάντα επιστροφή του στην Αμμόχωστο: εκείνη των εφηβικών του χρόνων, τα βασανιστικά επαγγέλματά του και η χρόνια προσπάθειά του να μορφωθεί και να σπουδάσει: …οι αναμνήσεις μου/ μηχανουργεία και οικοδομές/ νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες/ Τούρκοι κι Έλληνες- / να σκληραίνουν την ψυχή τους / κάτω από την εκμετάλλευση… Εκεί γνωρίζει τον σπουδαίο πεζογράφο Γ.Φ. Πιερίδη, τον ζωγράφο Σκοτεινό, γνωρίζεται με τον χαράκτη Χαμπή και άλλους καλλιτέχνες, είναι πια κι ίδιος ώριμος ποιητής, παρά την ενασχόλησή του ακόμη με «ευτελή» επαγγέλματα. «Μερικές φορές αισθάνομαι σαν παιδί στον δρόμο, που κοιτάζει μέσα από το παράθυρο μια ξένη γιορτή…», θα γράψει με πλάγια γράμματα, για την τότε περίοδο της ζωής του. Και η άλλη του επιστροφή – στα συντρίμμια τής νεκρής πόλης, χρόνια μετά την κατάληψη και τη λεηλασία της από τους Τούρκους. Είναι μια περιόδευση στην ψυχή του ρημαγμένου τόπου, στην ίδιά του την ψυχή. Που, ευτυχώς ανασταίνεται κι όταν πια κρίθηκε ο πόλεμος, μπορεί κι ο ίδιος να επιστρέψει στο όνειρό του. Μα η μοίρα τον ακολουθεί σαν σημαδεμένο. Το σοβιετικό πλοίο της επιστροφής δένει στην Κωνσταντινούπολη. Ο ποιητής, παρά τις πικρές εμπειρίες του, δεν διατάζει να κατέβει, να κάνει ένα περίπατο στην Πόλη. Κι εκεί περνά για μια στιγμή μπρος στα μάτια του η εφιαλτική ταινία της άγριας δήωσης της πόλης που ο ίδιος έκτιζε στην εφηβεία του. Ένα λεωφορείο με την πινακίδα Κερύνεια – Λευκωσία, κυκλοφορεί χωρίς ντροπή σε ξένη πόλη. Με άδεια του συγγραφέα είχα δανειστεί τη σκηνή αυτή, πριν ο ίδιος την καταγράψει πρώτα σε ποίημά του και αργότερα εδώ, για να την ενσωματώσω σε ένα μυθιστόρημά μου που παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Σημειώνω τους καταληκτικούς στίχους από το σχετικό ποίημα του Γ.Μ: « …Ήτανε πια κι αυτό μέρος της Ιστορίας / κι έτρεχε, έτρεχε, όπως τον χρόνο αμείλικτα / δίχως να κοιτάζει πίσω».

Πριν κλείσω  το σημείωμά μου θα ήθελα να επισυνάψω μερικές αυθεντικές καταληκτικές γραμμές από το βιβλίο: «Πάνε σαράντα τρία και παραπάνω χρόνια που προσπαθώ να βάλω την τελευταία τελεία σε τούτο το αφήγημα, το οποίο αποτελείται από πραγματικές ιστορίες και μύθους, από πρόσωπα πραγματικά και φανταστικά… Η πληγή είναι ανοικτή και δεν αφήνει τα πράγματα να γίνουν Ιστορία. Και όπου να ‘ναι έρχεται άλλος ένας Ιούλιος. Θα γίνουν εκδηλώσεις μνήμης για τις τραγικές επετείους, αλλά κάπου θα αποκαλυφθεί και κάποιο καινούργιο μνημείο τιμής των πρωταγωνιστών του κακού, σε κάποιο δρόμο ή σε κάποιο δημόσιο κτίριο θα δοθεί το όνομά τους.   Οι σειρήνες θα ηχήσουν και πάλι στις 15 και τις 20 του μήνα, και ο Μίσια θα σταθεί στο κέντρο της αυλής και θα αναπαράγει τον  φοβερό τους ήχο».

Καταγράφηκαν όλα από τον Γ.Μ. Εκείνο που θα πρέπει να ειπωθεί συμπληρωματικά θα ήταν η ανάγκη μιας υποθετικής  δύναμης που να φέρει το βιβλίο τούτο σε κάθε σπίτι, στα χέρια των νέων ανθρώπων. Θα πρέπει να διαβαστεί, πρέπει…

Χρίστος Χατζήπαπας