Του Δημήτρη Παλμύρη

Ο νέος Πρόεδρος του Μεξικού, Αντρές Μανουέλ Λόπεζ Ομπραδόρ ή αλλιώς AMLO, όπως τον αποκαλούν συντομογραφικά εχθροί και φίλοι, είχε διακηρύξει προεκλογικά πως θα σταματήσει τον πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά που είχε εξαγγείλει πριν από 12 και πλέον χρόνια ο πρώην Πρόεδρος της χώρας Φελίπε Καλδερόν και συνέχισε ο διάδοχος του Ενρίκε Πένια Νιέτο.

Εκ πρώτης όψεως, ενδέχεται το τέλος του «πολέμου ενάντια στα ναρκωτικά» να ακούγεται ως αρνητικό μέτρο, καθώς θεωρητικά φαίνεται πως δίνει περιθώρια στο εμπόριο ναρκωτικών. Ωστόσο τα αποτελέσματα της βίαιης σύγκρουσης για τον έλεγχο του εμπορίου ναρκωτικών ήταν πολύ χειρότερα για το σύνολο της κοινωνίας. Και σε αυτή την έξαρση της βίας οδήγησε η στρατιωτικοποίηση των πολιτικών για τη διαχείριση του εγκλήματος. Το στοίχημα σήμερα για τον AMLO, πέρα από το εάν εννοεί τις υποσχέσεις του, καθώς ο πόλεμος αυτός χρηματοδοτείται με αμερικανικά κεφάλαια, είναι κατά πόσο και με ποιο τρόπο θα μπορέσει να επαναφέρει την «ειρήνη» στους δρόμους, καθώς το αίμα αθώων και ενόχων συνεχίζει να κυλά άφθονο, παρά τις διακηρύξεις του.

Ερωτώμενος από δημοσιογράφους εάν έχουν γίνει συλλήψεις βαρόνων ναρκωτικών, δύο μήνες αφού ανέλαβε την Προεδρία, ο AMLO δήλωσε πως δεν έχουν συλληφθεί αφεντικά, «γιατί δεν είναι ο σκοπός μας. Ο κύριος στόχος της κυβέρνησης είναι η εγγύηση της δημόσιας ασφάλειας. Αυτό που θέλουμε είναι ασφάλεια. Να μειώσουμε τον αριθμό των ανθρωποκτονιών». Ωστόσο την ίδια περίοδο ο στρατός παρέμενε ακόμη ανεπτυγμένος στη χώρα, όπως είχε διαταχθεί από το 2006. Η προσπάθεια τότε για σύλληψη αφεντικών, βαρόνων των ναρκωτικών, είχε οδηγήσει σε διασπάσεις των καρτέλ με αποτέλεσμα να αυξηθεί η βία στους δρόμους, καθώς το κάθε νέο καρτέλ διεκδικούσε τον δικό του χώρο στην παράνομη αγορά.

Ορισμένοι λένε πως η πρόταση του AMLO για δημιουργία «εθνοφρουράς» θα αυξήσει παρά θα μειώσει την στρατιωτικοποίηση του προβλήματος. Κάτι παρόμοιο είχε δοκιμάσει και ο προκάτοχος του, ο οποίος είχε στηρίξει τη δημιουργία παραστρατιωτικών ομάδων αυτοάμυνας από γαιοκτήμονες, επιχειρηματίες της υπαίθρου ή άλλες ομάδες σε διάφορες πόλεις. Το αποτέλεσμα ήταν οι δυναμικές αυτών των ομάδων να δημιουργούν νέες συγκρούσεις. Μέχρι σήμερα ο επίσημος αριθμός των νεκρών στη χώρα από την έναρξη αυτού του πολέμου αριθμεί πέραν των 250.000.

Ο αριθμός πιθανόν να είναι πολύ αυξημένος εάν σε αυτόν προστεθούν και οι εξαφανίσεις. Οι μεξικανικές Αρχές έχουν βρει 337 ανθρώπινα λείψανα σε μυστικούς τάφους από την 1η Δεκεμβρίου του 2018.

Μια δημοσιογραφική έρευνα έκανε λόγο για 1.978 ομαδικούς τάφους με συνολικά 2.884 πτώματα. Το 2018 για δεύτερη συνεχή χρονιά η χώρα σημείωσε ρεκόρ στις ανθρωποκτονίες (33 341 έρευνες) καταγράφοντας μάλιστα αύξηση κατά 33% σε σχέση με το 2017. Τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2019 σημειώθηκε νέο ρεκόρ 20ετίας για την περίοδο με 11.221 φόνους.

Λείπουν οι ΗΠΑ από έναν πόλεμο;

Ο «πόλεμος ενάντια στα ναρκωτικά» δεν αφορά μόνο τα καρτέλ του Μεξικού, αλλά αποτελεί συνολικότερη στρατηγική των ΗΠΑ σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Πάντοτε υπήρχε η κριτική εξ αριστερών για τις κρυφές ή φανερές ιμπεριαλιστικές διαστάσεις τις πολιτικής αυτής.

Ορισμένες πολιτικές όπως το Plan Colombia για την Κολομβία είχαν ξεκάθαρα πολιτικούς στόχους. Όχι πως εξέλειπαν αυτοί από άλλα σχέδια, όπως το Merida Initiative, (Μεξικό) και το Central American Regional Security Initiative (Κεντρική περιοχή), αλλά και το Alliance for Prosperity (Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Ονδούρα).

Ωστόσο τώρα έρχεται να προστεθεί και η αναποτελεσματικότητα της πολιτικής αυτής όσον αφορά τις πολιτικές που υπόσχεται, καθώς και το τρομερό κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Το 2017 υπήρχε αύξηση 37% στην παραγωγή ηρωίνης στο Μεξικό, ενώ την ίδια χρονιά ρεκόρ έσπασε και η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία.

Η πολιτική αυτή στοχεύει στις συλλήψεις αφεντικών. Σαφώς δεν αντιμετωπίζει τα δίκτυα και τις δομές που δημιουργούνται γύρω από τις οργανώσεις του εγκλήματος, τους λόγους και τις συνέπειές τους με τρόπο που να δίνει κοινωνικά ωφέλιμες λύσεις.

Αντίθετα, προσφέρεται για θεάματα αποτελεσματικότητας, την ίδια ώρα που δίνουν στις ΗΠΑ πρόσβαση σε μεγάλο μέρος της πολιτικής ελίτ στη χώρα στην οποία επεμβαίνουν στρατιωτικά για τη «λύση» του προβλήματος.

Μάλιστα υπάρχουν αναφορές πως με την παρέμβασή τους οι ΗΠΑ ενισχύουν σε αρκετές περιπτώσεις διεφθαρμένους τομείς του διοικητικού συστήματος της χώρας.

Από τη διαδικασία σαφώς βγαίνει κερδισμένο και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα που έχει να προσφέρει πλέον όπλα όχι μόνο στα εμπλεκόμενα κράτη αλλά και στις ομάδες «αυτοάμυνας», τους αρχηγίσκους των διασπαζόμενων και σε σύγκρουση καρτέλ μέχρι και σε νέες εγκληματικές ομάδες.

Αξίζει να σημειώσουμε πως την ίδια ώρα που η Ουάσινγκτον συμβουλεύει τους περιφερειακούς της συμμάχους για στρατιωτικοποιημένους προϋπολογισμούς δισεκατομμυρίων γι’ αυτό τον «πόλεμο», στις ίδιες τις ΗΠΑ το ζήτημα των ναρκωτικών παίρνει νέες διαστάσεις. Το κύριο πρόβλημα όμως αφορά τη χρήση οπιοειδών, για την οποία γίνεται λόγος για εθνική κρίση.

Γι’ αυτή τη χρήση όμως ναρκωτικών δεν κατηγορούνται τα καρτέλ, αλλά η φαρμακευτική βιομηχανία της χώρας.