Η ενδοοικογενειακή βία «πατά» και στα νομοθετικά κενά

Καμία Αρχή δεν ανέλαβε την ευθύνη για την εφαρμογή του διατάγματος για τον συζυγοκτόνο



Στα κενά που υπάρχουν στη νομοθεσία αποδίδονται σε μεγάλο βαθμό οι ελλείψεις και παραλείψεις και γενικότερα η αδυναμία και κατ’ επέκταση η αποτυχία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών να ανταποκριθούν στο βαθμό που θα έπρεπε σε θέματα που έχουν να κάνουν με την πρόληψη και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.

Σε αυτό καταλήγουν οι αναφορές και οι επισημάνσεις των εμπλεκόμενων φορέων και ειδικών, με αφορμή και το τελευταίο τραγικό περιστατικό της δολοφονίας της 31χρονης πολύτεκνης μάνας στην Πάφο από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ο οποίος την κακοποιούσε συστηματικά. Αν και είχε εκδοθεί από το δικαστήριο απαγορευτικό διάταγμα και περιοριστικά μέτρα εναντίον του, ωστόσο καμία Υπηρεσία και καμία Αρχή δεν μερίμνησε για την εφαρμογή αυτού του διατάγματος και κατ’ επέκταση δεν απέτρεψε τη διάπραξη του εγκλήματος.

«Σε περιπτώσεις έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο να ορίζει πώς μπορεί να διασφαλιστεί η τήρησή του, παρά μόνο εάν ο επηρεαζόμενος προχωρήσει σε καταγγελία στις Αρχές», είναι η επίσημη θέση της Αστυνομίας η οποία -να σημειωθεί- έχει υιοθετήσει πριν από ένα χρόνο το Πρωτόκολλο Αξιολόγησης Επικινδυνότητας σε περιπτώσεις βίας μεταξύ συντρόφων που όμως, όπως αποδεικνύεται, δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά.

Πολλά ερωτηματικά για το χειρισμό της υπόθεσης

Την αναποτελεσματικότητα του συστήματος προστασίας των γυναικών θυμάτων βίας, επισημαίνει και το Δίκτυο Ενάντια στη Βία κατά των Γυναικών υποδεικνύοντας ότι στη βάση των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται για τη συγκεκριμένη υπόθεση «για ακόμα μια φορά προκύπτουν πολλά ερωτηματικά ως προς το χειρισμό της από όλες τις αρμόδιες Αρχές περιλαμβανομένων των Δικαστικών Αρχών, οι οποίες με πράξεις ή και παραλείψεις τους άφησαν μια ιδιαίτερα ευάλωτη γυναίκα, πρόσφυγα, απροστάτευτη από τη βία».

Εξάλλου, η επιστημονική διευθύντρια του Συνδέσμου για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας στην Οικογένεια, Άνδρη Αντρονίκου, αναφερόμενη στα κενά που υπάρχουν στη νομοθεσία και επισημαίνοντας τα γεγονός ότι το δικαστήριο επέβαλε περιοριστικά μέτρα, αλλά ο δράστης όχι μόνο τα παραβίασε, αλλά προέβη και στο ειδεχθέστερο των εγκλημάτων, υποδεικνύει ότι υπάρχει απώλεια στην επιτάχυνση και προώθηση των διαδικασιών και θα πρέπει να νομοθετηθεί η ασφάλεια και η προστασία των γυναικών.

Αναφέροντας ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο ο περί βίας στην οικογένεια νόμος, η κα Ανδρονίκου επισημαίνει ότι με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που κυρώθηκε το 2017 και εκκρεμεί στη Νομική Υπηρεσία (περιλαμβάνει το τι πρέπει να κάνουμε για την προστασία των θυμάτων, για τις επιβολές των ποινών και για τον τρόπο διαχείρισης αυτών των περιπτώσεων) θα βελτιωθεί η διαχείριση για τα θέματα βίας.

Σε ό,τι αφορά το ίδιο το έγκλημα, η Αστυνομία εξακολουθεί να καταζητεί τον γυναικοκτόνο, εκτιμώντας όμως ότι αυτός κατάφερε να εγκαταλείψει τις ελεύθερες περιοχές. Οι έρευνες έχουν επεκταθεί και στα κατεχόμενα μέσω της δικοινοτικής ομάδας της Αστυνομίας, που έχει συσταθεί.

Να σημειωθεί ότι μετά τη δολοφονία της μητέρας τους, τα 5 από τα 7 ανήλικα παιδιά της οικογένειας, ηλικίας 3-12 ετών, μεταφέρθηκαν σε ασφαλή χώρο και βρίσκονται υπό τη φροντίδα του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών και της Αστυνομίας, ενώ τα άλλα δύο, 16 και 17 ετών, διαμένουν με συγγενικά τους πρόσωπα στη Συρία.

Χρήστος Χαραλάμπους