Ενέργεια: Κερδισµένοι και χαµένοι σε παιχνίδι που δεν θα έχει σύντοµα τέλος

  • Η αντίληψη ότι η πρόσβαση στην ενέργεια αποτελεί προϋπόθεση για την ισχύ µιας χώρας παραµένει δυνατή
  • Οι σπασµωδικές προσπάθειες της Ε.Ε. για αντιµετώπιση της έλλειψης ενέργειας προκαλούν αλυσιδωτές επιπτώσεις στο εσωτερικό της

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η πρόσβαση σε πηγές ενέργειας αποτελούσε στρατηγικό στόχο εθνών και αυτοκρατοριών. Η αντίληψη αυτή συνεχίζει να ισχύει: η πρόσβαση στην ενέργεια αποτελεί προϋπόθεση για την εθνική κυριαρχία και την ισχύ µιας χώρας.

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η µάχη για την ενέργεια παίρνει διεθνείς και πολυεπίπεδες διαστάσεις.

H Γηραιά Ήπειρος αναδιαρθρώνει άρον-άρον τον εφοδιασµό της σε υδρογονάνθρακες, µε τίµηµα έναν πληθωρισµό τοξικό για την κοινωνία. Η Ρωσία µετρά κέρδη και ζηµιές. Κίνα, Ινδία, αλλά και οι ενεργειακοί γίγαντες, τρίβουν τα χέρια για το ουρανοκατέβατο δώρο. Οι δε προσπάθειες για αντιµετώπιση της κλιµατικής κρίσης παίρνουν αναστολή.

Οι σπασµωδικές προσπάθειες της Ε.Ε. να αντιµετωπίσει τον εφιάλτη της έλλειψης ενέργειας προκαλούν όµως και αλυσιδωτές επιπτώσεις στο εσωτερικό της.

Από τη µια, ρήγµατα µεταξύ των κρατών-µελών (χαρακτηριστική η αντίδραση του ευρωπαϊκού νότου στην απαίτηση των ΗΠΑ που προωθεί η Κοµισιόν για επιβολή πλαφόν στην τιµή του πετρελαίου), από την άλλη ρήγµατα κοινωνικά αφού πολλοί πολίτες της Ε.Ε. πληρώνουν ήδη το κόστος του καλπάζοντος πληθωρισµού, την ώρα που βλέπουν τους ενεργειακούς γίγαντες να συσσωρεύουν κέρδη.

Η Ευρώπη µετρά ήδη σοβαρές οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις

Κατά τη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης, οι Βρυξέλλες προχώρησαν στον βιαστικό και µάλλον απρογραµµάτιστο περιορισµό της µεγάλης εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο (45%) και πετρέλαιο (27%), χωρίς όµως να διαθέτουν εναλλακτική λύση αντίστοιχης αξιοπιστίας και ισοδύναµου κόστους.

Ήδη από τις 8 Μαΐου 2022, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δροµολόγησε το σχεδιασµό του REPowerEU, ενός προγράµµατος µε στόχο την απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιµα µέχρι το 2027.

Το σχέδιο, αν και γαρνιρισµένο µε «πράσινο» υδρογόνο, ηλιακή/αιολική ενέργεια και βιοµεθάνιο, στηρίζεται κυρίως στην προσφυγή, όσον αφορά το άµεσο µέλλον, στο υγροποιηµένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ-LNG).

Το ΥΦΑ όµως µεταφέρεται µε τάνκερ που το καθένα περιέχει, κατά µέσο όρο, το ισοδύναµο µόλις µίας ηµέρας κατανάλωσης στη Γαλλία και εξάγεται κατά κύριο λόγο από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και το Κατάρ.

Το εποφθαλµιούν πολλοί και όποιος πλειοδοτεί αποκτά το φορτίο. Η ηθική αιτιολόγηση που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασµού της δηµιουργεί µια κάποια αµηχανία.

Όπως εξηγούσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, «επιθυµούµε να οικοδοµήσουµε τον κόσµο του αύριο ως δηµοκρατίες, µαζί µε εταίρους που συµµερίζονται τις ίδιες ιδέες», πριν αναφέρει τους µελλοντικούς ενεργειακούς συνεργάτες, δηλαδή τις ΗΠΑ και τρεις άλλες «υποδειγµατικές δηµοκρατίες»: το Αζερµπαϊτζάν, την Αίγυπτο και το Κατάρ!

Οι δε διαπραγµατεύσεις δεν θα οδηγήσουν άµεσα σε σηµαντικές ροές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη πριν περάσουν κάποιοι µήνες, ενδεχοµένως και χρόνια.

Αποτέλεσµα: η τιµή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη να είναι εξαπλάσια απ’ ό,τι ήταν ένα χρόνο νωρίτερα.

Πληθαίνουν τα ρήγµατα στην Ενωµένη Ευρώπη, πολιτικά και κοινωνικά

Με κριτήριο τα συµφέροντα της Ευρώπης, η ευθυγράµµιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής µε τις αµερικανικές θέσεις αποτελεί επίσης σοβαρό λάθος. Η Ουάσινγκτον µπορεί εύκολα να επιβάλει εµπάργκο στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες (στις 8 Μαρτίου), αφού δεν πλήττεται η ίδια από αυτές τις κυρώσεις.

Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ακολούθησε αναγγέλλοντας στις 4 Μαΐου τη «σταδιακή διακοπή του εφοδιασµού µε ρωσικό αργό πετρέλαιο εντός των επόµενων έξι µηνών και µε προϊόντα διύλισης µέχρι το τέλος του έτους» ισοδυναµεί µε την επιβολή κυρώσεων στους πληθυσµούς της Γηραιάς Ηπείρου, ιδίως στα στρώµατα µε τα χαµηλότερα εισοδήµατα.

Και ο κόσµος αυτός δεν καθησυχάζεται µε δηλώσεις, όπως αυτή της πρόεδρου του Ευρωκοινοβουλίου, Ροµπέρτα Μέτσολα, ότι «πρέπει να αντιµετωπίσουµε τις οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις αυτού του πολέµου σήµερα και να απωθήσουµε την ψευδή ρωσική προπαγάνδα που επιρρίπτει την ευθύνη της κρίσης στις ευρωπαϊκές κυρώσεις».

Τα κυβερνητικά µέτρα ελάφρυνσης, που αποσκοπούν στην αποφυγή µιας κρίσης τύπου «Κίτρινων Γιλέκων» σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, δεν αντισταθµίζουν, ούτε πλήρως ούτε σε µακροπρόθεσµη βάση, την αύξηση της τιµής των καυσίµων.

Σε αυτό το θέµα έχει ήδη εµφανιστεί ένα ρήγµα: απέναντι στην Πολωνία και στις Βαλτικές χώρες, ευθυγραµµισµένες µε την Ουάσινγκτον και αποφασισµένες να αποκόψουν άµεσα την τροφοδοσία µε υδρογονάνθρακες «που χρηµατοδοτούν τον πόλεµο του Πούτιν», η Ουγγαρία και η Σλοβακία, δύο χώρες που τροφοδοτούνται από ένα ρωσικό πετρελαιαγωγό, αρνούνται το ενεργειακό χαρακίρι που τους προτείνει η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν.

Μόλις πρόσφατα, ο Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορµπάν, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση µια «νέα στρατηγική» απέναντι στον πόλεµο στην Ουκρανία, αφού «οι κυρώσεις κατά της Μόσχας δεν λειτουργούν».

Η στρατηγική πρέπει να έχει ως στόχο την ειρήνη αντί τη νίκη στον πόλεµο, δήλωσε ο Ορµπάν.

Η Γερµανία έκανε οικονοµικό, ενεργειακό και περιβαλλοντικό «χαρακίρι»

Η περίπτωση της Γερµανίας συνοψίζει τις ευρωπαϊκές ανακολουθίες. Η χώρα είχε στηρίξει την ενεργειακή ασφάλειά της στο φθηνό φυσικό αέριο, στα µακροπρόθεσµα συµβόλαια τροφοδοσίας και σε σταθερές υποδοµές µε µεγάλη διάρκεια ζωής (Nord Stream 1 και 2).

Οι σφοδρότατες επικρίσεις της Ουάσινγκτον, η παρουσία των Πράσινων στον νέο κυβερνητικό συνασπισµό του Βερολίνου και η εισβολή στην Ουκρανία ανέτρεψαν αυτήν την πολιτική.

Στις 7 Φεβρουαρίου, ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωνε παρουσία του Καγκελαρίου Όλαφ Σολτς ότι όσον αφορά τα ενεργειακά ζητήµατα, η γερµανική πολιτική θα αποφασίζεται πλέον (επί της ουσίας) στην Ουάσινγκτον και όχι στο Βερολίνο!

Μια τέτοια ανατροπή, σε έναν τόσο ζωτικό τοµέα όσο η ενεργειακή ασφάλεια, θα τροµοκρατούσε οποιονδήποτε αρχηγό κράτους ενδιαφέρεται για τα στρατηγικά συµφέροντα της χώρας του.

Ειδικά από τη στιγµή που οι αµερικανικές υποσχέσεις για εξαγωγή επιπλέον ποσοτήτων ΥΦΑ προς την Ευρώπη µόλις που αντιστοιχούν στο 1/10 των ποσοτήτων που εισήγαγε από τη Ρωσία, ενώ οι νέες υποδοµές, που θα επιτρέψουν την αύξηση των εισαγόµενων ποσοτήτων ΥΦΑ, δεν θα τεθούν σε λειτουργία πριν από το… 2026.

Μεγάλος χαµένος η προσπάθεια αντιµετώπισης της κλιµατικής κρίσης

Αυτή τη στιγµή, οι κυρώσεις κατά της Μόσχας, που αποφασίζονται από την Ουάσινγκτον και υιοθετούνται ασυζητητί από τις Βρυξέλλες, πλήττουν κυρίως τους Ευρωπαίους.

Η Αµερικανίδα Υπουργός Οικονοµικών, Τζάνετ Γιέλεν, το παραδέχτηκε απερίφραστα: ένα ευρωπαϊκό εµπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο «θα έχει πρακτικά ελάχιστες αρνητικές επιπτώσεις για τη Ρωσία» -προκαλεί όµως άνοδο των τιµών, από την οποία επωφελείται άµεσα η Μόσχα. Γενικότερα, η αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου µε άξονα το ΥΦΑ είναι αντιµέτωπη µε ένα τριπλό πρόβληµα: οικονοµικό, ασφάλειας και οικολογικό.

Η Ευρώπη είναι υποχρεωµένη να συνάψει νέα συµβόλαια ακριβώς τη στιγµή που οι τιµές του ΥΦΑ και αλλάζουν συνεχώς, ενώ και η διαδικασία εφοδιασµού παραµένει αναξιόπιστη. Ωστόσο, η µεγαλύτερη υποκρισία της απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο αφορά το περιβάλλον που είναι ο µεγάλος χαµένος.

Η παραγωγή και η µεταφορά του αµερικανικού ΥΦΑ έχει υπερδιπλάσιο αποτύπωµα άνθρακα συγκριτικά µε το συµβατικό ρωσικό φυσικό αέριο (παράδειγµα, για τη µεταφορά του στη Γαλλία είναι 58 γραµµάρια διοξείδιο του άνθρακα ανά κιλοβατώρα έναντι 23 του ρωσικού).

Εάν υπολογίσουµε και τη ρύπανση που προκαλεί η µέθοδος της υδραυλικής ρηγµάτωσης, τότε το αποτύπωµα άνθρακα του «φυσικού αερίου της ελευθερίας», όπως αρέσκονται να το αποκαλούν ο Ντόναλντ Τραµπ και ο Τζο Μπάιντεν, ανεβαίνει στα 85 γραµµάρια διοξειδίου του άνθρακα ανά κιλοβατώρα… Αναµένοντας ένα αβέβαιο «πρασίνισµα» της γερµανικής οικονοµίας, το ισοζύγιο άνθρακα των Γερµανών Πράσινων υπουργών αναµένεται ιδιαίτερα ρυπογόνο.

Οι εξελίξεις στον τοµέα της ενέργειας έφεραν τα πάνω-κάτω παγκόσµια

Το γεγονός ότι οι γεωπολιτικοί συσχετισµοί δυνάµεων υπενθύµισαν µε απότοµο τρόπο την παρουσία τους οφείλεται σε µια αυταπάτη που για µεγάλο χρονικό διάστηµα είχε στρεβλώσει την αντίληψή µας για τις διεθνείς σχέσεις.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του θριάµβου της παγκοσµιοποίησης, οι ευαγγελιστές της αγοράς είχαν προφητεύσει την έλευση ενός κόσµου λιγότερο συγκρουσιακού, χάρη στις ειρηνευτικές αρετές της αλληλεξάρτησης.

Από την εξόρυξη ως την κατανάλωση, οι συναλλαγές γύρω από τους ορυκτούς πόρους ενέργειας οργανώνονται µε µια λογική δικτύων που δεσµεύουν παραγωγούς και καταναλωτές σε µια σχέση αµοιβαίας εξάρτησης. Σε ένα άρθρο µε µεγάλη απήχηση, οι ειδικευµένοι στις διεθνείς σχέσεις Αµερικανοί ερευνητές Χένρι Φάρελ και Άµπραχαµ Νιούµαν συνέτριψαν αυτό το παραµύθι.

«Αντίθετα µε τις φιλελεύθερες διαβεβαιώσεις, οι δικτυακές δοµές δεν οικοδοµούν έναν κόσµο χωρίς αιχµές, πολυπαραγοντικό, συνεργατικό, στον οποίο οι σχέσεις εξουσίας διαχέονται και οι ασυµµετρίες απορροφώνται. Αντίθετα, οδηγούν σε χειροπιαστή και µόνιµη ανισορροπία δυνάµεων».

Ένα σύννεφο σκιάζει ήδη τον ορίζοντα: µετά από δύο χρόνια διακοπών στη µεταποιητική δραστηριότητα λόγω των περιοριστικών µέτρων, του εφοδιαστικού χάους και των ελλείψεων σε εξαρτήµατα και πρώτες ύλες, η απότοµη αύξηση των τιµών της ενέργειας απειλεί ταυτόχρονα τόσο την οικονοµία, όσο και τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.

Η Ρωσία μετρά κέρδη και ζημιές

Η Ρωσία εµφανίζεται, µαζί µε την Ευρώπη, ως η άλλη χαµένη από τη σύγκρουση που η ίδια πυροδότησε. Το κλείσιµο της δυτικής αγοράς, όπου το 2021 κατευθύνθηκε περισσότερο από το ήµισυ των εξαγωγών των πετρελαϊκών προϊόντων της και τα τρία τέταρτα του φυσικού αερίου της, θα επιφέρει µόνιµη µείωση των εσόδων της Ρωσικής Οµοσπονδίας.

Σε βάθος χρόνου δε, η αποχώρηση από τη χώρα ορισµένων κολοσσών του πετρελαϊκού τοµέα όπως η Shell, η BP και η Exxon θα επιβραδύνει την ανάπτυξη νέων σχεδίων και έργων. Παρά τις κυρώσεις όµως, οι αστρονοµικές τιµές της περασµένης άνοιξης εξασφαλίζουν στους θησαυροφύλακες του Κρεµλίνου υψηλότερα πετρελαϊκά εισοδήµατα για το 2022 σε σχέση µε το 2021!

Αντιµέτωπος µε το πάγωµα του Nord Stream 2 και µε τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, ο Πούτιν κάλεσε στις 14 Απριλίου τους Ρώσους οικονοµικούς ιθύνοντες να ενισχύσουν «τον σταδιακό αναπροσανατολισµό των εξαγωγών µας προς τις αγορές του Νότου και της Ανατολής µε τους υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης». Η στροφή του εµπορίου ενέργειας προς την Ασία είναι, βέβαια, µια παλιά ιδέα.

Συγκεκριµενοποιήθηκε το 2012, µε την έναρξη λειτουργίας ενός αγωγού µήκους 4.740 χλµ. (ESPO), ικανού να µεταφέρει 1,6 εκατοµµύρια βαρέλια πετρελαίου ηµερησίως προς την Κίνα και την Ιαπωνία. Με παρόµοιο τρόπο και το εµπόριο φυσικού αερίου επιχείρησε να απαλλαγεί από την υπερβολική εξάρτησή του από την Ευρώπη, µε τα εγκαίνια, το 2019, του αγωγού φυσικού αερίου «∆ύναµη της Σιβηρίας», ο οποίος σε βάθος χρόνου θα έχει τη δυνατότητα να µεταφέρει στην Κίνα 38 δισ. κυβικά µέτρα αερίου ετησίως (συγκριτικά, ο Nord Stream 1 µεταφέρει 55 δισ. κυβικά µέτρα ετησίως).

Το Πεκίνο και η Μόσχα σχεδιάζουν την έναρξη της κατασκευής ενός δεύτερου αγωγού, που αυτή τη φορά θα διασχίζει τη Μογγολία και θα παραδίδει στην Κίνα 50 δισ. κυβικά µέτρα ετησίως.

Προκειµένου να απαλλαγεί από τους γεωγραφικούς περιορισµούς η Ρωσία επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της και στην αγορά ΥΦΑ. Γι’ αυτόν το λόγο κατασκευάζει αρκετές υποδοµές, κυρίως στα ανοιχτά της νήσου Σαχαλίνης, όπου ορισµένες ιαπωνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εµπλέκονται παρά τις κυρώσεις, και στη χερσόνησο Γκυντάν (Arctic LNG 2), µέχρι πρότινος σε σύµπραξη µε τη γαλλική TotalEnergies.

Ωστόσο, η επανεξισορρόπηση προς την Ανατολή δεν είναι εύκολη. Πέραν των δυσκολιών που προκαλούν οι κυρώσεις, η Ρωσία είναι αναγκασµένη να διαπραγµατεύεται µε πελάτες που είναι αποφασισµένοι να επωφεληθούν από τη θέση ισχύος τους.

Κίνα και Ινδία βγαίνουν κερδισμένες

Η Ευρώπη αναδιαρθρώνει µέσα σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης τον εφοδιασµό της σε υδρογονάνθρακες, µε τίµηµα έναν πληθωρισµό τοξικό για την κοινωνία και την αύξηση του κόστους της βιοµηχανικής παραγωγής.

Την ίδια στιγµή, το Πεκίνο και το Νέο ∆ελχί, ο πρώτος και ο τρίτος καταναλωτής ενέργειας παγκοσµίως, προσπαθούν να κορέσουν τη δίψα τους για καύσιµα αντλώντας από τη ρωσική προσφορά που αρνούνται οι Ευρωπαίοι. Οι κινεζικές εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία αυξήθηκαν κατά 30% σε σύγκριση µε την προηγούµενη χρονιά.

Βραχυπρόθεσµα, το ζητούµενο για την κινεζική ηγεσία είναι η αποφυγή των διακοπών ηλεκτροδότησης του προηγούµενου φθινοπώρου. Μεσοπρόθεσµα, η Λαϊκή ∆ηµοκρατία της Κίνας θα επιθυµούσε να απαλλαγεί από την εξάρτησή της από τον άνθρακα, τη βασική πηγή πρωτογενούς ενέργειας στη χώρα.

Μακροπρόθεσµα, η Κίνα επιθυµεί να θωρακίσει την ενεργειακή ασφάλειά της, δεδοµένου ότι η τροφοδοσία της σε ενέργεια εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τις θαλάσσιες οδούς, τις οποίες ελέγχουν οι Αµερικανοί και οι σύµµαχοί τους.

Είτε διά της χερσαίας είτε διά της θαλάσσιας οδού, ο εφοδιασµός από τα ανατολικά και από τον Βορρά που προτείνει η Μόσχα προσφέρει µια ενδιαφέρουσα λύση στον Σι Τζινπίνγκ. Μαζί µε την Κίνα και η Ινδία βρήκε την ευκαιρία να εξασφαλίσει φθηνό ενεργειακό εφοδιασµό.

Παρά τις πιέσεις της Ουάσινγκτον, οι αγορές ρωσικού πετρελαίου από το Νέο ∆ελχί σηµείωσαν αλµατώδη αύξηση, περνώντας από σχεδόν µηδενικές ποσότητες τον ∆εκέµβριο σε σχεδόν 700.000 βαρέλια ηµερησίως τον Απρίλιο, ήτοι το 17% των ινδικών εισαγωγών.

Καθώς, µάλιστα, η Ινδία διαθέτει σηµαντική δυναµικότητα διύλισης, θα µπορούσε να µετατρέπει το ρωσικό αργό πετρέλαιο σε ντίζελ και να το µεταπωλεί στην Ευρώπη, µε ένα διόλου ευκαταφρόνητο περιθώριο κέρδους. Στο σκηνικό προστέθηκαν και οι πρόσφατες συµφωνίες της τριµερούς συνόδου της Τεχεράνης.

Η ρωσική Gazprom και η ιρανική κρατική εταιρεία NIOC υπέγραψαν επενδυτική συµφωνία-µαµούθ, ύψους 40 δισεκατοµµυρίων δολαρίων, µε την οποία η πρώτη δεσµεύεται να βοηθήσει τη δεύτερη στην εκµετάλλευση νέων κοιτασµάτων φυσικού αερίου και την κατασκευή νέων αγωγών, σταθµών συµπίεσης και υγροποίησης (LNG) και άλλων σύγχρονων εγκαταστάσεων.

Ταυτόχρονα, ο Ρώσος Πρόεδρος, Βλαντιµίρ Πούτιν και ο Ιρανός οµόλογός του, Εµπραχίµ Ραΐσι, συµφώνησαν όπως όλα δείχνουν στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξη του Ιράν στην οικονοµική συµµαχία των BRICS+, όπου ήδη συµµετέχει η µισή σχεδόν ανθρωπότητα (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσία και Νότια Αφρική).

Ο ρυπογόνος υδρογονάνθρακας επανακάμπτει με σφοδρότητα

Η δυτική προσπάθεια για πρόκληση ασφυξίας στη ρωσική οικονοµία, προκειµένου να υποχρεωθεί η Ρωσία να αποχωρήσει από την Ουκρανία, πραγµατοποιείται εις βάρος της µετάβασης στις αποκαλούµενες «πράσινες» µορφές ενέργειας.

Ο ρυπογόνος υδρογονάνθρακας επανακάµπτει µε σφοδρότητα. Έχει αρχίσει να εµπεδώνεται ένας φαύλος κύκλος: αφενός, οι κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία αναζωπυρώνουν µια διεθνή δίψα για άµεσα διαθέσιµη και ευέλικτη ενέργεια, δηλαδή για ορυκτά καύσιµα, δεδοµένου ότι οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας καλύπτουν µονάχα το ένα τρίτο της παραγωγής ηλεκτρισµού.

Ήδη, µε την πλάτη στον τοίχο, τόσο το Βερολίνο όσο και η Ρώµη σκέφτονται να ξαναθέσουν σε λειτουργία τις µονάδες ηλεκτροπαραγωγής µε καύση άνθρακα που είχαν κλείσει «για να σωθεί ο πλανήτης».

Αφετέρου, οι κλιµατικές δεσµεύσεις που έχουν αναλάβει οι ηγέτες της διεθνούς κοινότητας, και ιδίως η επιστροφή των ΗΠΑ στις Συµφωνίες του Παρισιού τον Φεβρουάριο του 2021, αποθαρρύνουν τις εταιρείες – κολοσσούς των υδρογονανθράκων να χρηµατοδοτήσουν µεγάλα προγράµµατα εξόρυξης. Και υπάρχει σηµαντικός λόγος γι’ αυτό: έχουν και οι ίδιες δεσµευτεί να φτάσουν σε µια µορφή ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα πριν από τα µέσα του αιώνα…

Και ιδού το αποτέλεσµα, όπως πολύ αιχµηρά το συνοψίζει ένα πρακτορείο οικονοµικής πληροφόρησης: «Οι πετρελαϊκοί όµιλοι καταγράφουν ιστορικά κέρδη, αλλά δεν επενδύουν αυτόν τον πακτωλό σε νέα παραγωγή που θα µπορούσε να αντικαταστήσει το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Αντίθετα, η ηγεσία τους διανέµει πλούσια µερίσµατα στους µετόχους και προετοιµάζει τον κόσµο για µια αγορά ενέργειας µε ακόµα µεγαλύτερες εντάσεις». Shell, Qatargaz, TotalEnergies, Saudi Aramco, BP, Exxon και Chevron: µήπως τελικά αυτοί είναι οι µεγάλοι νικητές του πολέµου στην Ουκρανία;

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.