Καθίσταται αναγκαία η αναθεώρηση των προϋποθέσεων που θέτουν τα κριτήρια για παροχή οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες, με τρόπο ώστε η άσκηση του δικαιώματος από τους εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες να είναι ουσιαστικά εφικτή.

Διαβάστε επίσης: ΓΓ ΑΚΕΛ: Η Έκθεση του Συμβουλίου για Λοττίδη αποκαλύπτει και πάλι το θεσμικό ρατσισμό

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Στυλιανού – Λοττίδη, ως Φορέας Ισότητας και Καταπολέμησης των Διακρίσεων, αναφορικά με τα αναθεωρημένα κριτήρια παροχής στεγαστικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες και παθόντες, τα οποία παρουσιάστηκαν από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείο Εσωτερικών στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προσφύγων στις 2 Ιουλίου.

Η Επίτροπος αναφέρει σε σημερινό δελτίο Τύπου ότι για την εξέλιξη αυτή πληροφορήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και από την Μαρκέλλα Ησαϊα-Τσιάκκα, Πρόεδρο Κίνησης Προσφύγων & Εκτοπισθένων Μανάδων, όπως και από πολίτη, σχετικό παράπονο του οποίου εξετάστηκε από το Γραφείο της. Η έρευνα της αυτή κατέληξε, όπως αναφέρει, στην υποβολή Έκθεσής μου, ως Φορέας Ισότητας και Καταπολέμησης των Διακρίσεων, αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής των εν ισχύ κριτηρίων σε σχέση με την παραχώρηση στεγαστικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες και παθόντες, ημερομηνίας 4 Απριλίου 2019.

Όπως επισημαίνει η κ. Λοττίδη, ενώ από τον Δεκέμβριο του 2013 αναγνωρίζεται η προσφυγική ιδιότητα και για τους εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες και κατ’ επέκταση, πρόσωπα αυτής της κατηγορίας, έχουν, θεωρητικά, πρόσβαση σε όλα τα Κρατικά Στεγαστικά Σχέδια για Εκτοπισθέντες, εντούτοις, όσοι από τους ενδιαφερόμενους απέκτησαν την οικία τους με τρόπο ώστε να μην ικανοποιούνται οι χρονικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στα οικεία κριτήρια (η αγορά να έχει πραγματοποιηθεί εντός ενός ή δυο χρόνων, ανάλογα της περίπτωσης, από την υποβολή της αίτησης) να μην μπορούν να επωφεληθούν των Σχεδίων.

Είναι, δε, παράδοξο, επισημαίνει, να καθίσταται αδύνατη η άσκηση δικαιώματος το οποίο έχει ήδη αναγνωριστεί.

Σημειώνει ότι στην προαναφερόμενη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, το Γραφείο της δεν κλήθηκε να συμμετέχει και συνακόλουθα, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο των όσων συζητήθηκαν σε αυτή.

«Σε κάθε περίπτωση, από τα όσα έχουν δημοσιευτεί αναφορικά με το θέμα, καθώς και τα όσα έθεσαν υπόψη μου τα πιο πάνω πρόσωπα, διαφαίνεται ότι, μέσω της αναθεώρησης των υφιστάμενων κριτηρίων, δεν αποκαθίσταται η αδικία που υφίσταται μερίδα εκ μητρογονίας εκτοπισθέντων, οι οποίοι, με βάση τα εν ισχύ κριτήρια, δεν είναι δυνατόν να καταστούν δικαιούχοι της παρεχόμενης στεγαστικής βοήθειας, εξαιτίας του χρόνου αγοράς της οικιστικής τους μονάδας, σε συνδυασμό με τον χρόνο υποβολής της αίτησής τους», εκτιμά η Επίτροπος.

Όπως είναι γνωστό, αναφέρει, «το κράτος αποκατέστησε τον Δεκέμβριο του 2013 την αδικία που υφίσταντο, μέχρι τότε, οι εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας ότι τα πρόσωπα αυτά, που μέχρι την τροποποίηση της οικείας νομοθεσίας, δεν αναγνωρίζονταν ως πρόσφυγες, μπορούσαν πλέον να έχουν πρόσβαση σε αγαθά με βάση την αναγνώριση της προσφυγικής τους ιδιότητας, την οποίαν έφεραν ένεκα της καταγωγής της μητέρας τους».

Συνεχίζει αναφέροντας πως «ενόψει του ότι τα νέα κριτήρια εγκρίθηκαν, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, σήμερα από το Υπουργικό Συμβούλιο και θα τεθούν σε εφαρμογή στις 4 Ιουλίου 2019, χωρίς σχετική πρόνοια για τους εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες, η διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, ομάδας εκτοπισθέντων, η αγορά της κατοικίας των οποίων έλαβε χώρα σε χρόνο πέραν του ενός ή των δύο ετών πριν από την αναγνώρισή τους ως πρόσφυγες, εξακολουθεί να υφίσταται».

Όπως επισημαίνει η Επίτροπος, «η αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης που επήλθε με τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2013, καθίσταται επιβεβλημένη σε όλο το εύρος και την έκτασή της. Η ορθή εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει όπως οι εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες, έχουν πρόσβαση στις κρατικές κοινωνικές παροχές που συνδέονται με την προσφυγική τους ιδιότητα, από την έκδοση της προσφυγικής τους ταυτότητας, η οποία αποτελεί και τον γενεσιουργό λόγο της απόρροιας των σχετιζόμενων με αυτή δικαιωμάτων».

Ως εκ τούτου, καταλήγει, «καθίσταται αναγκαία, η αναθεώρηση των προϋποθέσεων που θέτουν τα κριτήρια για παροχή οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες, με τρόπο ώστε η άσκηση του δικαιώματος και από αυτή την κατηγορία εκτοπισθέντων να είναι ουσιαστικά εφικτή».