Σκότωσαν 17 άτομα – από βρέφος 6 μηνών μέχρι γέροντα 73 χρονών

Η βιωματική μαρτυρία του Γιώργου Λιασή* όπως την ξεδιπλώνει μετά από 43 χρόνια

Έχουν περάσει 43 ολόκληρα χρόνια από το διπλό έγκλημα, το οποίο διαπράχτηκε σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε πολλούς από μας αυτό το διπλό έγκλημα έμεινε βαθιά χαραγμένο στο κορμί μας… Κυριολεκτικά.

palaikithroΟι περιπτώσεις μαζικών δολοφονιών ένθεν και ένθεν από παράνομες ομάδες αλλά και από τον τακτικό στρατό, αρκετές. Μια από τις περιπτώσεις αυτές ήταν και η μαζική εν ψυχρώ δολοφονία 17 αμάχων στο χωριό Παλαίκυθρο κοντά στη Λευκωσία και αφορούσε την οικογένεια του Γιώργου Λιασή, μόλις 15 χρονών, τότε, καθώς και την οικογένεια Αντρέα Σουππουρή.

Να τι θυμάται ο Γιώργος Λιασής:

«Ο δεύτερος γύρος της τουρκικής εισβολής άρχισε μετά την αποτυχία των συνομιλιών που διεξάγονταν στη Γενεύη, στις 14 Αυγούστου. Δυστυχώς, όταν προσπαθήσαμε να φύγουμε, κοντά στις 12 το μεσημέρι ήταν ήδη αργά, οι δρόμοι διαφυγής είχαν κλείσει από τα τουρκικά στρατεύματα και έτσι παραμείναμε στο χωριό. Την επομένη 15 Αυγούστου οι Τούρκοι στρατιώτες κατέλαβαν το χωριό. Μπαίνανε στα σπίτια (σπάζοντας την κλειδαριά του σπιτιού πυροβολώντας) και πραγματοποιούσαν εκκαθαρίσεις.

Στο σπίτι μας ήμασταν η μητέρα μου, οι τέσσερίς μου αδερφές, το ανιψάκι μου, η θεία μου με δυο παιδιά, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, ένας θείος μου κι εγώ. Βγήκε έξω ο παππούς μου κουνώντας μια λευκή πετσέτα. Μπήκαν στο σπίτι οι Τούρκοι στρατιώτες και μας έβγαλαν όλους έξω. Μας έστησαν σε έναν τοίχο γειτονικού σπιτιού και μας έκαναν σωματικό έλεγχο. Μετά μας οδήγησαν στο προαύλιο του σχολείου, όπου μετά από λίγη ώρα είχαν μαζευτεί όλοι οι κάτοικοι που απέμειναν στο χωριό. Έκαναν επιλογή αιχμαλώτων και μεταξύ αυτών πήραν κι εμένα. Ο παππούς μου ο οποίος γνώριζε Τουρκικά τούς είπε: «Τι τον παίρνετε; Είναι μικρός». Έτσι με άφησαν. Παραμείναμε για λίγη ώρα ακόμα στην αυλή του σχολείου και μετά μας είπαν να πάμε στα σπίτια μας και να μην φοβόμαστε. Φύγαμε, λοιπόν, για το σπίτι μας και μετά η μητέρα μου σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να πηγαίναμε στο σπίτι του γείτονα Αντρέα Σουππουρή. Ήταν άντρας, βλέπετε, και ίσως επειδή θα ήμασταν και περισσότεροι να ήταν πιο καλά για όλους. Όλα αυτά 15 Αυγούστου, ημέρα Πέμπτη.

Έτσι πήγαμε στο σπίτι του κ. Αντρέα, όπου εκεί ήταν τα πέντε παιδιά του, η γυναίκα του και η αδερφή του. Συνολικά ήμασταν μέσα στο σπίτι 21 άτομα. Eπικρατούσε μια αβεβαιότητα, μια αγωνία, μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Από μακριά βλέπαμε φωτιές, βλέπαμε πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα στο δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου. Όλοι σιωπηλοί βιώναμε τα δρώμενα χωρίς να ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει.

Ο πατέρας μου εργαζόταν στη Λιβύη, οπότε και απουσίαζε. Ο αδερφός μου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και ήταν στη γραμμή του πυρός, καθώς και οι δυο μου γαμπροί από τις αδερφές μου. Όπως γίνεται φανερό ήμασταν όλοι γυναικόπαιδα. Κουτσά στραβά πέρασε το βράδυ της Πέμπτης και την Παρασκευή ξημερώνοντας, η μητέρα μου και δυο αδερφές μου πήγαν σπίτι για να πάρουν κάποια τρόφιμα και ρούχα για να τα φέρουν εκεί. Κατά τη διάρκεια της ημέρας οι Τ/κ με αυτοκίνητα και τρακτέρ πήγαιναν στα σπίτια των κατοίκων που έφυγαν και έκλεβαν. Πλιάτσικο. Έπαιρναν ό,τι έβρισκαν και ό,τι μπορούσαν από μια πετσέτα μέχρι ψυγείο. Τέλος πάντων πέρασε και η Παρασκευή.

Η μέρα του στυγερού εγκλήματος

Το Σάββατο 17 Αυγούστου έμελλε να ήταν η μέρα του μεγάλου μακελειού. Κατά τις δέκα και μισή ήρθαν στο σπίτι 3-4 νεαροί άντρες κρατώντας σωλήνες και άρχισαν να πυροβολούν. Χωρίς καλά καλά να καταλάβουμε τι γίνεται μάς έβγαλαν με το ζόρι στην αυλή του σπιτιού. Κλαίγαμε, φωνάζαμε, δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε. Όταν βγήκα έξω από το σπίτι είδα προς το βάθος της αυλής ότι ήταν ήδη σκοτωμένη η μητέρα μου (με μια μόνο!!! σφαίρα στην καρδιά). Το ίδιο και ο παππούς μου, ο Σουππουρής και η αδερφή του Θέκλα.

Μας έβαλαν και ξαπλώσαμε κατά μήκος του αυτοκινήτου του Σουππουρή. Οι πυροβολισμοί έπεφταν σαν βροχή από απόσταση 2-3 μέτρων. Τα θυμάμαι, είναι βαθιά χαραγμένα στο μυαλό μου, τέτοια μέρα, τέτοια ώρα, σαν τώρα. Πυροβολισμοί, κλάματα, φωνές, ουρλιαχτά, πόνος, φόβος, ξανά φωνές, ξανά κλάματα. Μετά σιωπή. Οι φωνές και τα κλάματα δεν ακούγονταν πια. Άκουγες μόνο βογγητά από τους πόνους των τραυμάτων, το ρόγχο που σε λίγο θα έκοβε το νήμα της ζωής.

Οι μακελάρηδες επιτέλεσαν το καθήκον τους. Σκότωσαν από βρέφος 6 μηνών μέχρι γέροντα 73 χρονών. Το αποτέλεσμα του εθνικισμού και του μίσους που είχε φωλιάσει στα πιο ανατριχιαστικά και βρόμικα ένστικτα των ακραίων εθνικιστών.

Απολογισμός; Από τα 21 άτομα που βρισκόμασταν στο σπίτι σκοτώθηκαν 17, τρεις τραυματίστηκαν και ένας, ο μικρός τότε Κώστας Σουππουρής που κατάφερε και το έσκασε όταν κατάλαβε τι θα γινόταν! Σκοτώθηκαν η μητέρα μου, 48 χρονών, οι τρεις αδερφές μου, ηλικίας 25, 21 και 18, το ανιψάκι μου, 2 χρονών, η θεία μου, 35 χρονών, η ξαδέρφη μου, 9 χρονών, το ξαδερφάκι μου, 6 μηνών (!) ο παππούς μου, 73, η γιαγιά μου, 68, και ο θείος μου, 41 χρονών. Από την οικογένεια του Αντρέα σκοτώθηκαν ο ίδιος, 49 χρονών, η γυναίκα του, 39 χρονών, τα τρία παιδιά τους ηλικίας 9, 5, και 3 χρονών. Ο φίλος μου Πέτρος, κατά τέσσερα χρόνια μικρότερός μου, τραυματίστηκε. Εγώ τραυματίστηκα από 11 σφαίρες, η μία εκ των οποίων στο μέτωπο αλλά ευτυχώς ξυστά και οι άλλες στα χέρια στον ώμο και στην πλάτη. Η αδερφή μου, Γιαννούλα, επειδή είχε το μωρό της κάτω από την κοιλιά της τραυματίστηκε από 17 σφαίρες, οι πιο πολλές στο χέρι, στα πόδια και την πλάτη.

Όπως ήμασταν ξαπλωμένοι κατά μήκος ενός μικρού φορτηγού με κτύπησε η πρώτη σφαίρα στο κεφάλι. Τραντάχτηκε όλο μου το σώμα, λες και  πέφτει  πάνω σου ένας ουρανοξύστης, αλλά πιο πολύ το βάρος, ένα κάψιμο. Είπα μέσα μου ότι αυτό ήταν το τέλος μου. Πριν τελειώσω τη σκέψη  μου,  η δεύτερη σφαίρα με χτύπησε στον αριστερό ώμο, ήταν διαμπερές τραύμα, ένιωσα και μια στο δεξί χέρι. Τίποτα άλλο μετά. Δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά τις υπόλοιπες δεν τις κατάλαβα. Το σώμα μου ήταν γεμάτο τρύπες, μέσα στα αίματα, όμως το συναίσθημα της επιβίωσης κυριαρχούσε. Όταν, όμως, μετά που έφυγαν είδα γύρω  μου τι γινόταν απογοητεύτηκα και περίμενα κι εγώ το τέλος. Όμως τα κατάφερα, επέζησα.  Ζω. Ήμουν τότε δεκαπέντε χρονών…

Το ρολόι σταμάτησε τότε…

Οι δολοφόνοι έφυγαν, ήρθαν αργότερα Τούρκοι στρατιώτες, κάλεσαν γιατρό. Ήταν ήδη αργά. Δεκαεφτά άνθρωποι ξεψύχησαν. Το τίμημα του φασισμού και του εθνικισμού.

Στη συνέχεια μάς μετέφεραν σε γειτονικό σπίτι, μου είπαν οι γιατροί ότι έχω σφαίρα στο κεφάλι (το δεξί μάτι μου είχε κλείσει από το τραύμα) και όταν ξεφουσκώσει, θα μου βγάλουν τη σφαίρα. Επίσης, περιποιήθηκαν κάπως τα υπόλοιπα τραύματά μου.

Η αρχή της σωτηρίας μου

Μετά από τρεις μέρες συγκέντρωσαν όλους τους κάτοικους των γύρω χωριών στη Βώνη. Οι άντρες, κι εγώ μαζί στην εκκλησία, τα δε γυναικόπαιδα στο σχολείο. Συνθήκες κακές, κάθε βράδυ επέλεγαν μερικούς, τους έβγαζαν έξω από την εκκλησία και μετά, το άκουσμα των πυροβολισμών. Πολλοί από αυτούς αγνοούνται μέχρι σήμερα.

Το βράδυ της Παρασκευής 23 Αυγούστου ήρθε με συνεργείο της βρετανικής τηλεόρασης ο Πρίγκιπας και ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, Σαντρουντίν Αγά Χαν. Κινηματογραφούσαν την εκκλησία, τους παπάδες που τους είχαν ξυρίσει και γενικά έβλεπαν τη ζωή των εγκλωβισμένων.

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για μένα, να πω τι έγινε μήπως και με έπαιρναν από κει και να με μεταφέρουν στις ελεύθερες περιοχές. Με τα λιγοστά Αγγλικά που ήξερα και με διερμηνέα –Τουρκικά, Αγγλικά- του είπα τι ακριβώς συνέβη και συμφώνησε με έναν Τούρκο αξιωματικό να με πάνε στον ελληνοκυπριακό τομέα για περίθαλψη, να μου βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι(!) και να με ξαναφέρουν πίσω. Κατευθυνόμενος και έτοιμος να μπω στο αυτοκίνητο των Ηνωμένων Εθνών, ο Τούρκος αξιωματικός  με τραβάει από το χέρι εμποδίζοντάς με να μπω (η σκηνή αυτή γυρίστηκε σε βίντεο και προβλήθηκε σε όλα τα διεθνή ΜΜΕ). Ήταν η αρχή της σωτηρίας μου, αφού έτσι έγινε γνωστό ότι ζω. Η απογοήτευση που ένιωσα ήταν απερίγραπτη, γιατί έβλεπα ότι χάθηκε η ευκαιρία να φύγω από κει.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο, μετά από ανάκριση αρκετής ώρας (τι έγινε, πώς έγινε κ.λπ.), με βάζουν σε στρατιωτικό αυτοκίνητο και με δεμένα μάτια με μεταφέρουν στο τουρκοκυπριακό νοσοκομείο στη Λευκωσία, όπου συνάντησα την αδερφή μου, Γιαννούλα. Η συγκίνηση μεγάλη, απερίγραπτη, περίεργα και ανάμεικτα συναισθήματα, χαρά και λύπη ταυτόχρονα. Προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι έγινε.

Στο νοσοκομείο με περιέθαλψαν, έγινα καλά. Και στην αδερφή μου προσέφεραν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, όμως δεν ήταν αρκετή. Ήταν παράλυτη λόγω των πολλών και καίριων τραυμάτων. Έπρεπε να κάνει εξειδικευμένες εγχειρήσεις.

Μείναμε στο νοσοκομείο αυτό δυο εβδομάδες και μας επισκέφτηκε και ο Αγά Χαν την επομένη που με πήγαν στο νοσοκομείο. Μετά μας είπαν ότι θα μας πάνε στην Τουρκία για να γίνει καλά η Γιαννούλα. Αντί γι’ αυτό όμως μάς πήγαν στο νοσοκομείο της Κερύνειας. Κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, συνέχεια με το φως της λάμπας, το παράθυρο ερμητικά κλειστό και επί εικοσιτετραώρου βάσεως να μας φρουρούν (και να μας προσέχουν όπως αποδείχτηκε) Τ/κ αστυνομικοί με τους οποίους με τον καιρό πιάναμε κουβέντα και έτσι περνούσε κάπως η μέρα. Άρχισα να μαθαίνω και Τουρκικά.

Μείναμε στο νοσοκομείο της Κερύνειας μέχρι τις 28 Νοεμβρίου. Εκείνο το βράδυ ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός. Διέκρινα στο φορείο όπου θα έβαζαν την αδερφή μου τα αρχικά των λέξεων (ICRC), Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Η χαρά μας ήταν τεράστια, γιατί κάθε μέρα ρωτούσαμε πότε θα φύγουμε αλλά ποτέ δεν μας έδιναν μια απάντηση. Τι θα γίνει κανείς δεν ήξερε. Αμφιβολίες, ερωτηματικά, πολλά τα πώς και τα γιατί.

Τελικά με το ασθενοφόρο του Ερυθρού Σταυρού περάσαμε τα κατεχόμενα και μέσω του οδοφράγματος του Ledra Palace φτάσαμε στο Γραφείο Πληροφοριών που μετατράπηκε σε Προεδρικό και εκεί μας περίμενε ο τότε προεδρεύων της Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης. Αφού μείναμε για λίγο εκεί, πήγαμε στο Νοσοκομείο Λευκωσίας. Μετά από κάποιες κλινικές εξετάσεις εγώ έφυγα, ενώ η αδερφή μου παρέμεινε για θεραπεία. Στη συνέχεια πήγε για περαιτέρω θεραπεία στην Αν. Γερμανία όπου νοσηλεύτηκε.

Υπέρ της επιτροπής αλήθειας και συμφιλίωσης

Ο ομαδικός τάφος ο οποίος έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό, για 33 χρόνια, βρέθηκε το 2006. Με τη μέθοδο του DNA έγινε η ταυτοποίηση και το 2009 πραγματοποιήθηκαν οι κηδείες των αγαπημένων μας προσώπων.

Τάσσομαι υπέρ της σύστασης επιτροπής αλήθειας και συμφιλίωσης,  στα πρότυπα της επιτροπής που συστάθηκε στη Νότιο Αφρική για τα εγκλήματα κατά τη διάρκεια του Απαρτχάιντ. Θύτες και θύματα απέναντι, σ’ ένα τραπέζι για να λεχθούν αλήθειες και κίνητρα των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν.

Όπως αναφέρθηκα και προηγουμένως είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθούν οι τραυματικές εμπειρίες που έζησα για τρεισήμισι μήνες σε μια αφήγηση.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στις σημερινές εξελίξεις του κυπριακού προβλήματος. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να καθυστερήσουμε άλλο τη λύση. Μια λύση αρχών, βασισμένη στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία που θα επανενώνει τον τόπο και το λαό. Για μια Κύπρο χωρίς εγγυήσεις και ξένα στρατεύματα, αποστρατιωτικοποιημένη, στην οποία να μπορεί να ζήσει όλος ο κυπριακός λαός σε συνθήκες ειρήνης και δημιουργίας. Για να ξανάρθει το χαμόγελο στα χείλη όλων των Κυπρίων συμπατριωτών μας.

 

* Ο Γιώργος Λιασής είναι μέλος της Κ.Ε. ΑΚΕΛ και Γ. Γραμματέας του παραρτήματος ΑΚΕΛ Ελλάδας