Η πρόταση για αλλαγή των όρων που αφορούν στην αύξηση του φόρου παρακράτησης σε μερίσματα και τόκους αφορά όλα τα κράτη της ΕΕ με τα οποία η Ρωσική Ομοσπονδία έχει συνομολογήσει Συμφωνίες Αποφυγής Διπλής Φορολογίας, ανέφερε ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ στον Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Χριστοδουλίδη.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του κυπριακού ΥΠΕΞ, ο κ. Χριστοδουλίδης είχε σήμερα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ. Σ. Λαβρόφ, κατά τη διάρκεια της οποίας συζήτησαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, στο πλαίσιο της συνομιλίας αντάλλαξαν απόψεις για την πρόταση που υπέβαλε πρόσφατα η Ρωσική Ομοσπονδία στην Κυπριακή Δημοκρατία για επαναδιαπραγμάτευση συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας μεταξύ των δύο χωρών, αποσκοπώντας στην αύξηση του φόρου παρακράτησης σε μερίσματα και τόκους στο ποσοστό του 15% από τα ποσοστά 5%,10% και 0% αντίστοιχα που ισχύουν σήμερα.

«Ο κ. Λαβρόφ ενημέρωσε τον κ. Χριστοδουλίδη ότι η συγκεκριμένη πρόταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας εντάσσεται στο πλαίσιο απόφασης που λήφθηκε για αλλαγή των συγκεκριμένων όρων που ισχύουν σε όλες τις Συμφωνίες Αποφυγής Διπλής Φορολογίας που έχει η Ρωσική Ομοσπονδία με κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

«Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ανάλογες προτάσεις θα αποσταλούν σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα οποία η Ρωσική Ομοσπονδία έχει συνομολογήσει, και βρίσκονται σε ισχύ, Συμφωνίες Αποφυγής Διπλής Φορολογίας», καταλήγει η ανακοίνωση του ΥΠΕΞ.

ΑΚΕΛ: Πολύ σοβαρά προβλήματα θα προκαλέσει η αλλαγή στην κυπριακή οικονομία

Πολύ σοβαρά προβλήματα θα προκαλέσει στην κυπριακή οικονομία -πέραν από αυτά που ήδη προκαλεί η πανδημία- αν η Ρωσική Ομοσπονδία προχωρήσει σε αλλαγή της Συμφωνίας για αποφυγή της διπλής φορολογίας με την Κύπρο, αναφέρει το ΑΚΕΛ σε ανακοίνωση του.

«Οι σχετικές ανακοινώσεις από μέρους των Ρωσικών αρχών, και από τον ίδιο τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, με ειδική αναφορά στην Κύπρο, αναδεικνύει τη σοβαρότητα και το επείγον του θέματος.
Η κυβέρνηση οφείλει να δράσει άμεσα για να προστατέψει την κυπριακή οικονομία. Προκύπτουν βέβαια δύο ερωτήματα:
Γιατί η αλλαγή της συγκεκριμένης πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας έχει ως πρώτο και, μέχρι τώρα, αποκλειστικό αποδέκτη την Κύπρο;
Πόση πειστικότητα έχει απομείνει στην κυπριακή κυβέρνηση να πείσει τη Ρωσική Ομοσπονδία να μην προχωρήσει στην αλλαγή της Συμφωνίας, όταν με διάφορες αποφάσεις και ενέργειές της προσδένει την Κύπρο στο άρμα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και ευθυγραμμίζει την Κύπρο με την αξίωση των Δυτικών να στραφεί η χώρα μας ενάντια στη Ρωσία;
Οι πολίτες δικαιολογημένα διερωτώνται: μήπως τελικά πληρώνουμε το αντίτιμο της μονόπλευρης και μονοδιάστατης εξωτερικής πολιτικής των κυβερνώντων;«