Ήταν και οι δύο Εβραίοι κρατούμενοι στο Άουσβιτς. Kαι οι δύο «προνομιούχοι» κρατούμενοι. Ο κ. Wisnia, αρχικά ήταν αναγκασμένος να μαζεύει τα πτώματα των αιχμαλώτων που είχαν αυτοκτονήσει, όταν ανακάλυψαν όμως οι ναζί ότι είχε υπέροχη φωνή, τον έκαναν διασκεδαστή τους. Η κα Spitzer στην αρχή ήταν εργάτρια στην εξοντωτική κατεδάφιση μέρους του στρατοπέδου Μπιρκενάου. Ήταν υποσιτισμένη και συνεχώς άρρωστη με τύφο, ελονοσία και διάρροια. Μέχρι που μια καμινάδα κατέρρευσε πάνω της, τραυματίζοντας την στην πλάτη.

Μέσα από τις διασυνδέσεις της, την ικανότητά της να μιλάει γερμανικά και την καθαρή τύχη της, η κα. Spitzer εξασφάλισε μια δουλειά γραφείου. Δεν ήταν ποτέ συνεργός των ναζί. Χρησιμοποίησε τη θέση της για να βοηθήσει τους κρατούμενους και τους συμμάχους. Πρωτομίλησαν το 1943 στο κρεματόριο του Άουσβιτς, όπως περιγράφει το ρεπορτάζ των New York Times. Εκείνος ήταν 17 κι εκείνη 25. Ο κ.Wisnia θυμάται ότι ήταν πάντα περιποιημένη και μύριζε όμορφα. Την φώναζαν Ζιπι χαϊδευτικά.

Έγιναν εραστές και συναντιόντουσαν στη γωνιά τους, σε μια προκαθορισμένη ώρα, περίπου μία φορά το μήνα. Γνώριζαν ότι έθεταν τη ζωή τους σε κίνδυνο, αλλά ξεπέρασαν τους αρχικούς φόβους τους όταν άρχισαν να ανυπομονούν για τις κρυφές τους συναντήσεις. Ο κ.Wisnia λέει ότι ένιωθε ξεχωριστός. «Με επέλεξε», λέει σήμερα στα 93 του.

Ο πατέρας του κ. Wisnia ήταν τραγουδιστής όπερας. Αυτός ήταν που τον ενέπνευσε να τραγουδήσει, αλλά χάθηκε με την υπόλοιπη οικογένειά του στο γκέτο της Βαρσοβίας. Η κα Spitzer, η οποία επίσης αγαπούσε τη μουσική – έπαιζε πιάνο και μαντολίνο – δίδαξε μάλιστα στον κ. Wisnia ένα ουγγρικό τραγούδι. Κάτω από τα κουτιά με τα ρούχα, σύντροφοι κρατούμενοι, κρατούσαν τσίλιες όταν τραγουδούσαν οι δυο τους, ώστε να τους προειδοποιήσουν αν ένας αξιωματικός των SS πλησίαζε.

Θα συναντιόντουσαν στη Βαρσοβία όταν ο πόλεμος τελείωνε. Ήταν μια υπόσχεση. Η σχέση τους κράτησε αρκετούς μήνες. Ένα απόγευμα το 1944 συνειδητοποίησαν ότι πιθανότατα θα ήταν η τελευταία τους ανάβαση στην γωνιά τους. Οι ναζί μετέφεραν τους τελευταίους αιχμαλώτους σε πορείες θανάτου και κατέστρεψαν στοιχεία για τα εγκλήματά τους. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου ραντεβού τους, έκαναν ένα σχέδιο. Θα συναντιόντουσαν στη Βαρσοβία όταν ο πόλεμος θα είχε πια τελειώσει. Ήταν μια υπόσχεση.

Ο κ.Wisnia μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου τον Δεκέμβριο του 1944. Λίγο μετά, χτύπησε έναν φρουρό των SS και το έσκασε. Την επόμενη μέρα, ενώ κρυβόταν σε έναν αχυρώνα, άκουσε ότι πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στρατιώτες. Έτρεξε στα τανκς και ήλπιζε για το καλύτερο. Αποδείχτηκε ότι ήταν Αμερικάνοι. Έτσι βρέθηκε στην Αμερική. Όταν ο Κόκκινος Στρατός κέρδισε έδαφος και οι Ναζί παραδόθηκαν, η κα Spitzer έφτασε στο σπίτι της στην Μπρατισλάβα της Σλοβακίας.

Ζήτησα να τη δω. Δεν εμφανίστηκε ποτέ!

 

Πέρασαν κι οι δύο μια ολόκληρη ζωή κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθούσαν να μην κοιτάζουν πίσω. Παντρεύτηκαν άλλους συντρόφους. Μόνο που τα παιδιά και τα εγγόνια του κ. Wisnia, τον εξανάγκασαν σε ένα επώδυνο αλλά και λυτρωτικό πισωγύρισμα. Του ζήτησαν να περιγράψει τη ζωή του. Αποτέλεσμα ήταν η έκδοση της αυτοβιογραφίας του «Μια Φωνή, Δυο Ζωές». Τότε ήταν που η οικογένειά του έμαθε για την κοπέλα του στο Άουσβιτς. Ανέφερε την κα Spitzer με ψευδώνυμο, Ρόουζ. Η επανένωση τους, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε πάει όπως είχε προγραμματιστεί.

Αφού είχε εγκατασταθεί με τη σύζυγό του στο Levittown, ένας φίλος τους κοινός είπε στον κ. Wisnia το 1947, ότι η πρώην ερωμένη του ήταν στη Νέα Υόρκη. Είχε εγκατασταθεί εκεί με τον σύζυγο της και έχοντας κάνει επιπλέον σπουδές, έδινε μεταξύ άλλων και ομιλίες για τη ζωή των Εβραίων στα στρατόπεδα. Ο κ. Wisnia, που είχε πει στη γυναίκα του για την πρώην κοπέλα του, σκέφτηκε ότι θα ήταν μια ευκαιρία να επανασυνδεθεί, και θα μπορούσε επιτέλους να ρωτήσει πώς κατάφερε να επιβιώσει από το Άουσβιτς. Δόθηκε το ραντεβού. «Δεν εμφανίστηκε ποτέ», δήλωσε ο κ. Wisnia. «Το ανακάλυψα μετά το γιατί. Ήταν παντρεμένη, είχε σύζυγο και απέφυγε τη συνάντηση».

Η συνάντηση άργησε 72 χρόνια: «Σε περίμενα»

 

Όλα αυτά τα χρόνια, ο κ. Wisnia παρακολουθούσε την κα Tichauer (είχε πάρει το όνομα του συζύγου της) μέσω του κοινού τους φίλου. Εν τω μεταξύ, η οικογένειά του μεγάλωσε, είχε τέσσερα παιδιά και έξι εγγόνια. Το 2016 ο κ. Wisnia αποφάσισε να προσπαθήσει και πάλι για να φτάσει στην πρώην αγαπημένη του. Είχε μοιραστεί την ιστορία με την οικογένειά του. Ο γιος του, ο οποίος ήταν πλέον ραβίνος σε μια συναγωγή στο Πρίνστον, ξεκίνησε την επαφή για λογαριασμό του. Τελικά, συμφώνησε κι εκείνη.

Τον Αύγουστο του 2016, ο Κ. Wisnia πήρε δύο από τα εγγόνια του μαζί του στη συνάντηση. Ήταν σιωπηλός κατά τη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο από Λέβιτουιν στο Μανχάταν. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Είχαν περάσει 72 χρόνια από τότε που είχε να τη δει. Είχε ακούσει ότι η υγεία της δεν ήταν καλή, αλλά ήξερε πολύ λίγα για τη ζωή της. Υποπτευόταν ότι την βοήθησε να κρατηθεί ζωντανή και ήθελε να μάθει αν αυτό είναι αλήθεια.

Όταν ο κ. Wisnia και τα εγγόνια του έφτασαν στο διαμέρισμά της, βρήκαν την κ.Tichauer ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, περιτριγυρισμένη από ράφια γεμάτα βιβλία. Ήταν μόνη από τότε που πέθανε ο άντρας της το 1996, και δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Είχε έναν βοηθό να την προσέχει και το τηλέφωνο είχε γίνει η σανίδα σωτηρίας της.

Στην αρχή, δεν τον αναγνώρισε. Μετά ο κ. Wisnia έσκυψε πιο κοντά της. «Άνοιξε τα μάτια της, σαν να επέστρεφε ξανά στη ζωή» είπε ο εγγονός του κ. Wisnia, Avi Wisnia, ετών 37. «Μας ξάφνιασε όλους». Ξαφνικά ξεχύθηκε ένας χείμαρος λέξεων μεταξύ του κ. Wisnia και της κ. Tichauer. «Με ρώτησε μπροστά στα εγγόνια μου: είπες στη γυναίκα σου τι κάναμε;» Ο κ. Wisnia θυμήθηκε, καγχάζει, κουνώντας το κεφάλι του. «Είπα, Ζίπι!»

Η συνάντηση της επανένωσης κράτησε περίπου δύο ώρες. Τελικά έπρεπε να ρωτήσει: είχε κάποια σχέση εκείνος με το γεγονός ότι κατάφερε να επιβιώσει στο Άουσβιτς όλον αυτόν τον καιρό; Σήκωσε το χέρι της για να δείξει πέντε δάχτυλα. Η φωνή της ήταν δυνατή, η Σλοβακική προφορά της βαθιά. «Σε έσωσα πέντε φορές από κακό φορτίο», είπε. «Ήξερα ότι θα το έκανε αυτό», δήλωσε ο κ. Wisnia στα εγγόνια του. «Είναι εκπληκτικό. Καταπληκτική.»

Ειπώθηκαν κι άλλα. «Σε περίμενα», είπε η κα Tichauer. Ο κ. Wisnia έμεινε έκπληκτος. Αφού απέδρασε από την πορεία του θανάτου, τον περίμενε στη Βαρσοβία. Ακολούθησε το σχέδιο. Αλλά εκείνος δεν ήρθε ποτέ.

Τον αγαπούσε, του το είπε ήσυχα. Την αγαπούσε κι αυτός, είπε. Ο κ. Wisnia και η κυρία Tichauer δεν ξαναείδαν ο ένας τον άλλον. Πέθανε πέρυσι στα 100. Το τελευταίο τους απόγευμα μαζί, προτού ο κ. Wisnia φύγει από το διαμέρισμά της, του ζήτησε να της τραγουδήσει. Πήρε το χέρι της και της τραγούδησε το ουγγρικό τραγούδι που του έμαθε στο Άουσβιτς. Ήθελε να της δείξει ότι θυμόταν μία μία τις λέξεις.