Ερευνητικό πρόγραμμα: «Οικονοµία, περιβάλλον και τοπίο στον ιστορικό χρόνο της Κύπρου»

Ένας διαδραστικός χάρτης που μας ταξιδεύει στην Οθωμανική Περίοδο της Κύπρου

 

Η μετανάστευση από την Κύπρο ήταν ένα συχνό φαινόμενο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα

 

Του Κωστη Πιτσιλλούδη

To πρόγραμμα µε τίτλο: «Οικονοµία, περιβάλλον και τοπίο στον µακρύ ιστορικό χρόνο της Κύπρου: Μία συνδυαστική προσέγγιση µε τη χρήση σύγχρονων εφαρµογών γεωπληροφορικής», συνδυάζει τις ιστορικές πηγές µε την τεχνολογία και σκοπό έχει να µας φέρει σε επαφή µε την περίοδο της οθωµανικής κυριαρχίας στην Κύπρο. Επιστηµονικός υπεύθυνος του προγράµµατος είναι ο καθηγητής Χρίστος Χαλκιάς.

Το πρόγραµµα χρηµατοδοτείται από το Ίδρυµα Σύλβιας Ιωάννου και βασίζεται σε τρεις κύριες ιστορικές πηγές. Η πρώτη ιστορική πηγή στηρίζεται στην οθωµανική περιουσιολογική απογραφή του 1832/33. Η δεύτερη είναι ο χάρτης του Χοράτιο Χέρµπερτ Κίτσενερ (1883), ο οποίος αποτελεί την πρώτη µε σύγχρονους όρους επιστηµονική χαρτογράφηση της Κύπρου µε τη µέθοδο της τριγωνοµετρίας. H τρίτη πηγή είναι η πρώτη οθωµανική απογραφή (1572), η οποία έγινε µε βάση τη φορολογήσιµη αγροτική παραγωγή που είχαν οι οικισµοί της Κύπρου, οι οποίοι ανέρχονταν σε 941. Το πρόγραµµα έχει αντλήσει υλικό και από ενετικές απογραφές (1489 – 1571), από το χάρτη του Λεωνίδα Αττάρ (1542), αλλά και από τις απογραφές των Άγγλων κατά τον ύστερο 19ο αιώνα μέχρι τον 20ό.

Ο συντονιστής της ιστορικής έρευνας του προγράµµατος και διδάσκων Οθωµανικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήµιο, δρ Αντώνης Χατζηκυριάκου, σε δηλώσεις του στη «Χαραυγή», ανέλυσε τα ευρήµατα που έχουν προκύψει. «Το πρόγραµµα ασχολείται µε ιστορικό υλικό της Ενετικής Περιόδου και φθάνει µέχρι τον 20ό αιώνα. Με το συνδυασµό των πηγών, µπορούµε να εξετάσουµε εις βάθος την οικονοµία, το περιβάλλον και το τοπίο της Κύπρου σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Από την έρευνα προκύπτουν ενδιαφέροντα συµπεράσµατα αναφορικά µε τον πληθυσµό, την οικονοµία, αλλά και τις διαθέσιµες πηγές ύδρευσης», ανέφερε.

Εξήγησε ότι η περιουσιολογική απογραφή της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας του 1832/33 έγινε γιατί η Κύπρος αντιµετώπιζε εκείνη την περίοδο κοινωνικο-οικονοµικά προβλήµατα που µείωσαν σηµαντικά τα φορολογικά έσοδα. «Αποτέλεσµα των προβληµάτων αυτών ήταν η µετανάστευση, η φοροαποφυγή ή και η φοροδιαφυγή», σχολίασε.

Σηµείωσε ότι η µετανάστευση από την Κύπρο ήταν ένα συχνό φαινόµενο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα λόγω της υπερφορολόγησης. Το µεγαλύτερο µέρος των φόρων κατέληγε στα χέρια των ντόπιων αξιωµατούχων, χριστιανών και µουσουλµάνων. Πρόσθεσε ότι οι Κύπριοι µετανάστευαν σε άλλες οθωµανικές περιοχές, κυρίως προς τα νοτιοανατολικά παράλια της Ανατολίας (Άδανα, Μερσίνη) και τη Συρία.

«Αυτή η µαζική φυγή µείωνε τα φορολογικά έσοδα, τα οποία ήταν υπεύθυνη η Κοινοτική Οργάνωση των χριστιανών να µαζεύει. Η Υψηλή Πύλη έστελνε µήνυµα στους Οθωµανούς αξιωµατούχους να εντοπίσουν τους µετανάστες Κυπρίους και να τους προτείνουν να επιστρέψουν προσφέροντάς τους φοροαπαλλαγές ως κίνητρο. Ο λόγος δεν είναι µόνo η απώλεια φορολογικών προσόδων, αλλά και η απώλεια εργατικών χεριών σε µια οικονοµία καλλιεργειών εντατικής εργασίας. Σε δεύτερο χρόνο η Οθωµανική Αυτοκρατορία αντιδρούσε µε την αλλαγή του τρόπου διοίκησης της Κύπρου, της συλλογής των φόρων, αλλά και της κατανοµής της εξουσίας», υπογράµµισε.

Ένας άλλος τρόπος φοροαποφυγής, τόνισε ο δρ Χατζηκυριάκου, ήταν οι εξισλαµισµοί, η δουλεία σε τσιφλίκια ή σε µοναστήρια, ή ακόµη και το καθεστώς του προστατευόµενου σε ευρωπαϊκά προξενεία που είχαν έδρα στην Κύπρο. Όλες αυτές οι κατηγορίες δεν πλήρωναν φόρο και άρα, µαζί µε τη µείωση του πληθυσµού λόγω της µετανάστευσης, αυξανόταν το αναλογικό φορολογικό βάρος για τους υπόλοιπους.

Επεσήµανε ότι το 1832 αυξήθηκε η αναλογία των µουσουλµάνων έναντι των χριστιανών, η οποία συνήθως ήταν 2:1. Όταν άλλαζε αυτή η αναλογία, η οθωµανική γραφειοκρατία γνώριζε ότι υπήρχε πρόβληµα στην Κύπρο.

«Η Οθωµανική Αυτοκρατορία προχώρησε στην περιουσιολογική απογραφή του 1832-33 για να καταγράψει τα οικονοµικά δεδοµένα της Κύπρου και αποτελεί µια µοναδική πηγή όχι µόνο για την κυπριακή ιστορία, αλλά και την οθωµανική ιστορία γενικότερα αφού τέτοιου είδους απογραφή υπάρχει µόνο στη Θεσσαλονίκη και την Καισάρεια».

Όσον αφορά την απογραφή του 1572, ο δρ Χατζηκυριάκου γνωστοποίησε ότι έχει ήδη τύχει επεξεργασίας από τον ίδιο σε ερευνητικό πρόγραµµα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύµατος Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ρέθυµνο. «Συνδυάζουµε το υλικό του 1572 µε τις άλλες δύο πηγές για να πάρουµε µια εικόνα των τάσεων στην κυπριακή οικονοµία στον µακρύ ιστορικό χρόνο», δήλωσε.

Τόνισε ότι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που προκύπτουν από το πρόγραµµα είναι οι τρόποι διαχείρισης των υδάτινων πόρων. «Χρησιµοποιώντας τα εργαλεία των Συστηµάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών, που είναι σύγχρονες εφαρµογές πληροφορικής, µπορούµε να χαρτογραφήσουµε και να συσχετίσουµε τα ιστορικά δεδοµένα µε τη γεωγραφία. Μπορούµε να δούµε για παράδειγµα ποιοι οικισµοί παράγουν βαµβάκι, σιτάρι, ή αµπέλια και σε ποια ποσότητα», πρόσθεσε. Ο δρ Χατζηκυριάκου παρατήρησε επίσης ότι το περιβάλλον της Κύπρου διαφοροποιήθηκε δραµατικά τους τελευταίους τρεις αιώνες. «Το τότε περιβάλλον και το κλίµα ήταν εντελώς διαφορετικά από το σηµερινό, οπόταν έχουµε και διαφορετική οικονοµική παραγωγή. Το βαµβάκι, παραδείγµατος χάρη, είναι πολύ δύσκολο να παραχθεί σήµερα στην Κύπρο γιατί χρειάζεται άφθονο νερό, ενώ πριν 180 χρόνια η καλλιέργεια του βαµβακιού στην Πάφο, στη Μεσαορία και στη χερσόνησο της Καρπασίας, ήταν από τις πιο σηµαντικές οικονοµικές δραστηριότητες», δήλωσε.

d2dcc54f79e87c5e2b57da46d44ec2c9 a 1

Εκπαιδευτικά προγράμματα για το ευρύτερο κοινό και τα σχολεία

Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό δρ Αντώνη Χατζηκυριάκου, μία άλλη διάσταση του προγράμματος είναι ο σχεδιασμός εκπαιδευτικών προγραμμάτων και υλικού που θα επιτρέψει την επικοινωνία των αποτελεσμάτων της έρευνας με το ευρύτερο κοινό και τα σχολεία.
«O στόχος αυτός θα επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος αφορά το σχεδιασμό εφαρμογής για κινητά τηλέφωνα και ταμπλέτες με τις οποίες οι χρήστες μπορούν να δουν το χάρτη του Kitchener ως χαρτογραφικό επίπεδο και να δουν τι υπήρχε στις περιοχές και στους οικισμούς το 1882.
Όσον αφορά τον δεύτερο τρόπο, έχουμε μία ερευνητική ομάδα αποτελούμενη από τη Δέσπω Πασιά και την Εύη Τσελίκα, η οποία έχει σχεδιάσει εκπαιδευτικά προγράμματα και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και για το ευρύτερο κοινό. Επίσης, ετοιμάζουμε και μία δεύτερη εφαρμογή που εστιάζει στην περιοχή του Πεδιαίου ποταμού και τον πέριξ αυτού οικισμών με τίτλο “Ο ποταμός μιλά”, η οποία θα προτείνει διάφορες δράσεις που θα επιτρέπουν την εξοικείωση των χρηστών με ιστορικό υλικό και τα αποτελέσματα της έρευνάς μας», υπογράμμισε.
Επεσήμανε ότι υπάρχει ήδη μία διαθέσιμη διαδικτυακή εφαρμογή από παλαιότερο πρόγραμμα του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου (https://gaia.hua.gr/kitchener/).

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.