Εργασιακή ζούγκλα και «κανονικότητα»



Του Γιώργου Φράγκου*

 

Η επάνοδος στην «κανονικότητα», ύστερα από τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας του κορονοϊού, είναι μία έννοια αμφιλεγόμενη, επισφαλής και διάτρητη. Για ποια «κανονικότητα» μιλούμε; Αυτήν που περιλαμβάνει μύρια τόσα… ακανόνιστα, ασυντόνιστα, ατελέσφορα και άδικα; Μιλούμε για την «κανονικότητα» της κοινωνικής ανισότητας, της κοινωνικής αναλγησίας, της ελλιπούς κοινωνικής πρόνοιας, της ανεπαρκούς κοινωνικής αλληλεγγύης; Διότι αυτή την «κανονικότητα» είχαμε προ πανδημίας.

Είχαμε την «κανονικότητα» των σμπαραλιασμένων εργασιακών σχέσεων, των παντοιοτρόπως κουτσουρεμένων μισθολογικών απολαβών, των πανταχόθεν βαλλομένων παρεμφερών ωφελημάτων. Αυτή την «κανονικότητα» νοσταλγούμε; Σε αυτήν προσδοκούμε να επιστρέψουμε;


Το πολλαπλώς διάτρητο, αν και συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι συνιστά επιστροφή σε «κανονικότητα»; Ασφαλέστατα όχι. Αυτή η «κανονικότητα» είναι απευκταία λοιπόν, επονείδιστη και σκληρή.

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» τού να ερωτάται ο υποψήφιος προς εργοδότηση κατά πόσον ανήκει σε συντεχνία, στη διάρκεια προφορικής συνέντευξης. Δεν θέλουμε ακόμη να υπάρχει συναφές ερώτημα σε έντυπα που φέρουν τίτλο «Αίτηση για εργασία»!

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» τού να προσλαμβάνεται κάποιος δήθεν ως συνεργάτης, αλλά στην πράξη να εργάζεται με πλήρες ωράριο και να υπαμείβεται.

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» τού άλλα να δηλώνονται και άλλα να καταβάλλονται στον εργαζόμενο. Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» ο εργαζόμενος να αμείβεται με «μαύρα» άνευ εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα», εργαζόμενοι με πολυετή υπηρεσία να λαμβάνουν σήμερα όσα περίπου ελάμβαναν με τον αρχικό μισθό πρόσληψής τους.

Τέλος, δεν θέλουμε την «κανονικότητα», τα σχέδια επιδότησης της εργασίας του Υπουργείου Εργασίας να διαστρεβλώνονται, να παρερμηνεύονται, να καταστρατηγούνται και να υλοποιούνται μονομερώς και ετεροβαρώς προς όφελος της εργοδοτικής πλευράς και σε βάρος των εργαζομένων. Ακόμη, δεν θέλουμε την «κανονικότητα», τα σχέδια της κυβέρνησης ν’ αποτελέσουν άλλοθι για τυχόν παράταση περικοπών, αποκοπών και λοιπόν συρρικνώσεων, μετά τη λήξη αυτών των σχεδίων.

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» της μετάταξης σε άλλα καθεστώτα εργασίας από αυτά που ίσχυαν προ πανδημίας. Δεν θέλουμε ούτω καλούμενα ευέλικτα, διακεκομμένα ωράρια εργασίας. Δεν θέλουμε ανοχύρωτους, ανασφάλιστους, ανυπεράσπιστους και ανοργάνωτους εργαζόμενους.

Δεν θέλουμε την «κανονικότητα» του εργασιακού μεσαίωνα και της εργασιακής ζούγκλας. Αλλά δεν είμαστε και αιθεροβάμονες. Συνειδητοποιούμε ότι επίκειται εργασιακός Αρμαγεδδών. Μόνα εφόδια στη φαρέτρα μας, η συλλογική μορφή διεκδίκησης και αγώνα, η συνδικαλιστική συσπείρωση, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η νομοθεσία περί εργασιακών θεμάτων. Όσο για τον επαγγελματικό κλάδο, τον οποίο έχω την τιμή να εκπροσωπώ, οι δημοσιογράφοι είναι οι μοναδικοί που ενώ μπορούν να μιλούν και να γράφουν για τα εργασιακά δικαιώματα όλων των άλλων, αδυνατούν να πράξουν αναλόγως –για λόγους ευνόητους– και για τα δικά τους δικαιώματα. Οι δημοσιογράφοι λοιπόν, που δεν απέχουν και πολύ από ξυπόλητους παπουτσήδες, νηστικούς φουρνάρηδες και άστεγους οικοδόμους, έχουν τι να διεκδικήσουν, έχουν σε τι να αντισταθούν. Όπως κάθε εργαζόμενος, έχουν όμως και οι δημοσιογράφοι επιλογή, που δεν είναι άλλη από την οργανωμένη και συλλογική αντίσταση, αντίδραση και διεκδίκηση.

*Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου