Εάν έχει νόημα αυτή η όψιμη καταγγελία του έρποντος ευρωπαϊκού παρα-συνταγματισμού, και αν έχει νόημα η αναδρομή που επιχειρήθηκε στις τρεις στιγμές της ευρωπαϊκής περιπέτειας, επικεντρώνεται στη σταδιακή υπαγωγή του κοινωνικού στη λογική της αγοράς, και η επακόλουθη απόλυτη αφομοίωση και έκλειψή του

Η συζήτηση για την Ευρώπη στην Ελλάδα και η αναμέτρηση που επικεντρώνεται στο ευρωπαϊκό της μέλλον εμφανίζει σήμερα όλες τις ενδείξεις σμίκρυνσης του πολιτικού λόγου. Ποσοτικοί προσδιορισμοί κυριαρχούν στις εκκλήσεις για «περισσότερη Ευρώπη» και σύνθετα διλήμματα προσκρούουν σε απλοϊκές αντιπαραθέσεις. Αν έχει νόημα σήμερα μια όψιμη αναδρομή στην ευρωπαϊκή «περιπέτεια» συμπυκνώνεται σε τούτο: το ασταθές δημοκρατικό επίτευγμα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού κινδυνεύει σήμερα να εγκαταλειφθεί τελείως στους επιταχυνόμενους ρυθμούς της οιονεί «συνταγματοποίησης» της ευρωπαϊκής δικαιϊκής τάξης στην τροχιά των επιταγών της Αγοράς.Μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της, καταδεικνύει ότι μια αντίφαση θέτει την Ευρώπη στην τροχιά της συγκρότησής της αρχικά ως Κοινότητας, αργότερα ως Ένωσης.

Η αντίφαση παίρνει την πιο καθαρή της έκφραση στη διάσταση μεταξύ της οικονομικής της ολοκλήρωσης ως κοινής Αγοράς και της υπόσχεσης της ευρωπαϊκής Ιδέας της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης που ενέπνευσαν και στήριξαν τα εθνικά συστήματα κοινωνικής προστασίας μεταπολεμικά.

Η αντίφαση εκφράζεται, πιο αφηρημένα, και ως διάσταση του ατομικού και του συλλογικού αυτοκαθορισμού. Από τη μια πλευρά, η οικονομική ολοκλήρωση (ή συσσωμάτωση) εισάγει την προϊούσα και αδυσώπητη εμπορευματοποίηση της εργασίας και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, υπηρεσιών και αγαθών. Από την άλλη, η αρχή της αλληλεγγύης, αφενός ανθίσταται θεσμικά στην εμπορευσιμότητα βασικών κοινών αγαθών, αφετέρου καλεί σε μια ευρεία συνάθροιση κινδύνων και στη συλλογική τους αντιμετώπιση μέσω της κοινωνικής προστασίας, της υγείας, της στέγασης, της εργασίας. Η διάσταση των δύο πόλων γίνεται αντίφαση, όταν οι αρχές που εκφράζονται ως διιστάμενες καλούνται αμφότερες να πραγματωθούν. Στην ευρωπαϊκή διαδρομή, οι συνθήκες της Ρώμης, του Μάαστριχτ, και της Λισαβόνας γράφουν τα οδόσημα μιας εξαντλητικής πορείας πραγμάτωσης της ολικής αγοράς που συνιστά ταυτόχρονα την άρνηση της αλληλεγγύης. Η αναφορά στις τρεις αυτές συνθήκες δεν είναι τυχαία.

Στις συνήθεις αναδρομές σηματοδοτούν καίριες στιγμές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η πρώτη περίοδος (από τη Ρώμη στο Μάαστριχτ) δρομολογεί μια ασύμμετρη δυναμική μεταξύ αγοράς και αλληλεγγύης: στις τέσσερεις οικονομικές ελευθερίες (διακίνησης κεφαλαίων, υπηρεσιών, αγαθών και προσώπων) δίνεται προτεραιότητα και προστασία στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η κοινωνική (και εργατική) προστασία, στο όνομα της επικουρικότητας, παραμένει αντικείμενο δικαιοδοσίας των εθνικών κρατών. Στη δεύτερη φάση (από το Μάαστριχτ στη Λισαβὀνα) στην καθαρά οικονομική διάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προσδίδεται τώρα και πολιτικός χαρακτήρας, και εισάγεται η έννοια του ευρωπαίου πολίτη, καθώς και μια σθεναρή, υποτίθεται, απάντηση στο πρόβλημα του «δημοκρατικού ελλείμματος», συμπεριλαμβανομένου τώρα και του περίφημου ευρωπαϊκού «κοινωνικού διαλόγου», με σκοπό να γεφυρώσει το χάσμα οικονομίας και πολιτικής. Όμως το δημοκρατικό αυτό άνοιγμα στάθηκε βραχύ όσο και πενιχρό. Με τη συνθήκη της Λισαβόνας εισάγεται ένα καινούργιο δικαιϊκό πλαίσιο προσανατολισμένο κατ’ αρχάς στη διαχείριση της κρίσης, με απανωτέςαποφάσεις για την αντιμετώπιση της διαρκούς οικονομικής κρίσης και σε κάθε περίπτωση χωρίς συνέπεια ή συνέχεια.

Οι διαδοχικές αυτές αποφάσεις των νέων αποφασιστικών οργάνων της Ε.Ε., του ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της ΕΚ Τράπεζας, της Επιτροπής και του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στο Λουξεμβούργο (ΔΕΕ), παγιώνουν μια οιονεί συνταγματικότητα, η οποία σε συνταγματικό επίπεδο εκτοπίζει τη δημοκρατική αρχή του και σε επίπεδο δικαιϊκής πρακτικής πλήττει καίρια την έννοια του κράτους δικαίου.Εάν έχει νόημα αυτή η όψιμη καταγγελία του έρποντος ευρωπαϊκού παρα-συνταγματισμού και αν έχει νόημα η αναδρομή που επιχειρήθηκε στις τρεις στιγμές της ευρωπαϊκής περιπέτειας είναι γιατί επικεντρώνεται στη σταδιακή υπαγωγή του κοινωνικού στη λογική της αγοράς και την επακόλουθη απόλυτη αφομοίωση και έκλειψή του. Επισημαίνω δύο καίριες πτυχές του.1.

Η πρώτη αφορά την πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ στο «κουαρτέτο» αποφάσεων που αναφέρονται συνήθως με τον τίτλο Λαβάλ/Βίκιγκκαι αφορούν την προστασία της εργασίας και την κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία. Το δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί εάν η απεργία Σκανδιναβών εργατών σε υπεράσπιση συλλογικών όρων εργασίας στρεφόμενη κατά μειοδοτούντων εργατών από τη Λετονία ήταν νόμιμη. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η προστασία της εργασίας και το δικαίωμα στην απεργία είναι θέματα εθνικών νομοθεσιών. Χρησιμοποιώντας την αυθαίρετη τεχνική της «αναλογικότητας» το Δικαστήριο ζύγιασε την προστασία της εργασίας έναντι του δικαιώματος διακίνησης υπηρεσιών και αποφάσισε υπέρ της δεύτερης.Το σκάνδαλο στην απόφαση αυτή, που είχε καταστροφικές συνέπειες για το «σκανδιναβικό μοντέλο» κοινωνικής προστασίας, δεν είναι ότι το Δικαστήριο ζύγισε λανθασμένα: δεδομένης της σύστασής του η νεοφιλελεύθερη υποστήριξη της οικονομικής ελευθερίας ήταν προσδοκώμενη.

Το σκάνδαλο είναι ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι ήταν στη δικαιοδοσία του να εναντιωθεί στη δημοκρατική βούληση ενός έθνους και να καταργήσει το επίτευγμα ενός σοσιαλδημοκρατικού πολιτεύματος γενεών ολόκληρων. 2. Η δεύτερη αφορά μια εσωτερική ανατροπή στη σχέση οικονομίας και κοινωνίας. Όταν, όπως είδαμε, μπήκαν τα(Ordoliberal) θεμέλια της Ευρωπαϊκής κοινότητας, η έμφαση στον οικονομικό ανταγωνισμό απέβλεπε (ρητά) στην οικονομική ανάπτυξη που με τη σειρά της απέβλεπε (ρητά) σε κοινωνικά οφέλη: στη δυνατότητα παροχής δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών, στην παροχή πρόνοιας, στη χρήση του δικαίου ως κατευθυντήρια αρχή για την αύξηση των θέσεων εργασίας και την άνοδο του επιπέδου ζωής. Αυτές δεν ήταν σοσιαλιστικές ουτοπίες για τους αρχιτέκτονες της Ευρώπης, αλλά επιτεύξιμοι οικονομικοί στόχοι στον άξονα του κοινωνικού. Κανένας σήμερα δεν μιλά για την αρχική αυτή σύζευξη: ο ανταγωνισμός αποκόπηκε από τελεολογίες αυτού του τύπου. Το οικονομικό και το κοινωνικό διαχωρίζονται και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ανάγεται σε αυταξία.Η οικονομική λογική και η οικονομική επιτυχία σταθμίζονται με οικονομικά και όχι με κοινωνικά κριτήρια.

Η οικονομική ελευθερία όχι μόνο δεν χρειάζεται να στηριχτεί στην κοινωνική της προσφορά, αλλά όταν συγκρούεται με κοινωνικά δικαιώματα, όπως είδαμε στις ανωτέρω αποφάσεις του ΔΕΕ, υπερτερεί. Εάν μπορούμε να θεωρήσουμε το στάδιο της σύζευξης ως το πρώτο στάδιο, και το δεύτερο στάδιο που το ακολούθησε ως αυτό της αποκοπής, σήμερα είμαστε στο τρίτο στάδιο, της υπαγωγής. Εδώ η χειραφέτηση της Οικονομίας από την Κοινωνία μπαίνει στο τελευταίο θλιβερό κεφάλαιομιας ευρωπαϊκής διαδρομής που πελαγοδρομεί. Με την κρίση, και υπό το φάσμα της χρεωκοπίας, η ανάκτηση ανταγωνιστικότητας ανάγεται σε κυρίαρχο σκοπό της άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Το ακούμε καθημερινά, σε σημείο που έχει γίνει αναντίρρητο.

Τις εθνικές οικονομίες, σαν την ελληνική, που η νομισματική ένωση τις εγκλώβισε και τις άφησε χωρίς τη δυνατότητα να ανακτήσουν ανταγωνιστικότητα, υποβιβάζοντας το νόμισμά τους, τις υποχρεώνει να επιτύχουν την ανταγωνιστικότητα, υποβαθμίζοντας τη μόνη άλλη μεταβλητή που ελέγχουν, την εργασία. Με την υπονόμευση της εργατικής προστασίας και τη στροφή προς την υπερ-εκμετάλλευσή της, η κοινωνική πολιτική θυσιάζεται στην ανταγωνιστικότητα, όχι ως έμμεση συνέπεια, αλλά ως άμεση πράξη δημόσιας εξουσίας.

Ως αυταξία η ανταγωνιστικότητα είναι έννοια κενή. Κι ως κατευθυντήρια αρχή του Οικονομικού συνταγματισμού τον οδηγεί στην εκκένωση. Το τι είναι αναγκαίο να θυσιάσουμε το ακούμε καθημερινά, σε σημείο που έχει γίνει αναντίρρητο, και ως τέτοιο συνιστά στοιχείο της φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας, που θα έλεγε και ο Καστοριάδης. Αναντίρρητη έχει επιβληθεί η ανατροπή της κοινής πολιτικής λογικής. Εκεί που η οικονομική ανταγωνιστικότητα αντιμετωπιζόταν ως μέσο επίτευξης κοινωνικής πολιτικής, τώρα η κοινωνική πολιτική θεωρείται ως μέσο επίτευξης της ανταγωνιστικότητας. Με τη ματιά στραμμένη σε αυτή την εκκένωση νοήματος, και με τις δύο μορφές, της οικονομικής ελευθερίας και την ανταγωνιστικότητας, να κηρύσσονται ακατάπαυστα, ας μου επιτραπεί να τελειώσω με τα λόγια του κορυφαίου πεζογράφου της γενιάς μου, του Γιώργου Χειμωνά, που μιλούσε για έναν άλλο Κήρυκα, στους Χτίστες.

Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του Κήρυκα είναι δύο. Τίποτε άλλο δε σημαίνουν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες σφετερίστηκαν όλη του τη ζωή. Ο Συνταγματισμός αποτελεί επίτευγμα της Νεωτερικότητας, προσφέροντας μια διάρθρωση του δικαίου, της πολιτικής και της οικονομίας τέτοια που να διασφαλίζει τον συντονισμό τους, αλλά συγχρόνως και την αυτονομία και ακεραιότητά τους. Τι επιτυγχάνεται και τι διακυβεύεται σήμερα; Η απάντηση στο ερώτημα αφορά καίρια την αντίσταση στη λογική της «αναγκαιότητας» που οδηγεί στον παρα-συνταγματισμό και στην απώλεια των αρχών του συνταγματικού λόγου. Τι νοείται, όμως, εδώ ως απώλεια; Τ

Το διακριτικό στοιχείο του πολιτικού λόγου έγκειται στη διάκριση μεταξύ εκείνου που είναι (λογικά) απαραίτητο και εκείνου που είναι συγκυριακό και άρα αναστρέψιμο. Η προάσπιση του «κοινωνικού» συντάγματος ως καθοριστικής αρχής της συνταγματικής θέσπισης επικεντρώνεται στην επαναφορά της συστατικής αυτής διάκρισης του πολιτικού συνταγματισμού, ώστε να ξανακερδηθεί η χαμένη ενότητα του συνταγματικού λόγου: ενός λόγου που προσέφερε στις μεταπολεμικές γενεές της Ευρώπης την υπόσχεση της αξιοπρέπειας σε ατομικό επίπεδο και της δημοκρατίας και αλληλεγγύης στο συλλογικό.

* Ο Αιμίλιος Χριστοδουλίδης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης