Ευρωπαϊκή Ένωση και ανισότητες​​​​​​​



Του Αμβρόσιου Προδρόμου*

Ένα από τα πλέον σημαντικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει τις τελευταίες δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αυτό της ανισότητας όσον αφορά τη μισθοδοσία μεταξύ των αντρών και γυναικών, προφανώς υπέρ των αντρών. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες της Ένωσης, τόσο σε νομοθετικό επίπεδο, αλλά όσο και ως προς την ενημέρωση των επιχειρήσεων, οι διαφορές παραμένουν σε όλες τις χώρες τις Ένωσης δημιουργώντας μια αρνητική εικόνα, η οποία θα πρέπει να αλλάξει άρδην για να μπορεί η Ένωση να προσβλέπει σε καλύτερες μέρες.

Τα στατιστικά της Eurostat δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, η κατάσταση είναι ξεκάθαρα αρνητική κατά των γυναικών, παρά το γεγονός ότι στον δημόσιο τομέα η κατάσταση είναι αρκετά «καλύτερη», λόγω κυρίως του γεγονότος ότι υπάρχουν νομοθετικές ρυθμίσεις και συλλογικές συμβάσεις και τα κράτη είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένα να ακολουθούν τις νομοθεσίες.


Το χάσμα στις αμοιβές μεταξύ των φύλων είναι γενικά πολύ χαμηλότερο για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και τείνει να διευρύνεται όσο προχωρούν ηλικιακά τα άτομα αυτά. Ωστόσο, αυτές οι διαφορές μεταξύ των ηλικιακών ομάδων μπορεί να έχουν διαφορετικά πρότυπα ανάμεσα στις διάφορες χώρες, κάτι το οποίο από μόνο του δημιουργεί περισσότερες ευθύνες για την ίδια την Ένωση, η οποία πρέπει να μεριμνήσει για τη μείωση αυτού του απαράδεκτου φαινομένου. Το χάσμα στις αμοιβές μεταξύ των φύλων μπορεί να αυξηθεί με την ηλικία ως αποτέλεσμα των διακοπών της σταδιοδρομίας που βιώνουν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένες γυναίκες που δεν μπορούν να επωφεληθούν από συγκεκριμένα μέτρα ισότητας που δεν υπήρχαν ακόμη όταν άρχισαν να εργάζονται. Επίσης, προβλήματα εντοπίζονται και στο γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις η μητρότητα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα, ο οποίος, ειδικά στον δημόσιο τομέα, αποτελεί τροχοπέδη για τις γυναίκες.

Παρόλο που υπάρχουν κάποια θετικά σημεία στα επίσημα στατιστικά της Eurostat, αυτά παραμένουν μακριά από το να θεωρούνται ικανοποιητικά, αφού τα τελευταία 7 χρόνια η σμίκρυνση της διαφοράς είναι μόλις στο 1%. Δεδομένου  ότι ο μέσος όρος εντός της Ένωσης είναι το 16%, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε παρά μόνο ακόμα 112 χρόνια για να έχουμε πλήρη ισότητα στην Ένωση (16Χ7 έτη). Σίγουρα το 2132 δεν είναι και τόσο μακριά και μπορούμε να αισθανόμαστε όλοι μας ότι επιτελούμε ορθά το έργο μας.

Η Εσθονία με 25,6% αποτελεί τον πρωταθλητή σε αυτή τη μαύρη λίστα, κάτι το οποίο δεν τιμά τη χώρα αυτή, αφού μέσα σε δύο μόλις χρόνια η αύξηση αυτή έχει αυξηθεί κατά 3%. Το μικρότερο ποσοστό καταγράφεται στη Ρουμανία με «μόνο» 3,5%, αλλά και πάλι με μια μικρή αύξηση (0,5%) τα τελευταία δύο χρόνια. Όσον αφορά την Κύπρο, είμαστε στο 13,7%, με μια πολύ μικρή θετική μεταβολή η οποία υπολείπεται του 1%. Η όλη εικόνα η οποία επικρατεί στο συγκεκριμένο θέμα είναι όντως ανησυχητική, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας και σε καμιά περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει τις αξίες της Ένωσης για την Ισότητα μεταξύ των Φύλων.

Όταν μιλάμε για τις γυναίκες, αυτός δεν είναι ένας αόριστος όρος. Μιλάμε για τις μητέρες, τις συζύγους και τις κόρες μας. Μιλάμε για την ίδια την κοινωνία. Όλα αυτά δεν μπορούν και σίγουρα δεν είναι άσχετα με τη δημογραφική αλλαγή στην Ένωση, καθώς και τη γήρανση του πληθυσμού. Σαν κοινωνία οφείλουμε να επικεντρωθούμε στρατηγικά προς τη μείωση του θλιβερού αυτού γεγονότος. Οι πολιτικές της Ένωσης, αλλά και των κρατών ξεχωριστά, θα πρέπει να έχουν ως βασικό πυλώνα τη διοχέτευση των ικανοτήτων των γυναικών προς την ορθή πορεία, καθώς επίσης και την ορθή μισθοδοσία.

*Ακαδημαϊκός – Σύμβουλος Επιχειρήσεων και Εκπαίδευσης