Ευρωζώνη και χρέος



Του Αμβρόσιου Προδρόμου*

 

Η συνέχιση της πανδημίας, ο αυξανόμενος αριθμός κρουσμάτων, αλλά κυρίως θανάτων, δημιουργούν εντελώς νέα δεδομένα για τον τομέα της Υγείας, που αναπόφευκτα θα επιφέρουν και περαιτέρω οικονομικές επιπτώσεις. Επιπτώσεις οι οποίες δεν αναφέρονται μόνο στα οικονομικά της Υγείας, αλλά επεκτείνονται σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας εντός των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, κάτι που κάνει την αντιμετώπιση των προκλήσεων ακόμη μεγαλύτερη.

Η πρόθεση χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία να μη συναινέσουν στην κοινή δανειστική πολιτική δημιουργεί προβλήματα στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και σε χώρες με υψηλό δείκτη Δημοσίου Χρέους, όπως είναι η Ελλάδα, η Κύπρος και οι προαναφερθείσες χώρες, οπότε το πρόβλημα σε αυτές είναι πολλαπλάσιο. Δεδομένης και της επερχόμενης ύφεσης, ο δανεισμός ίσως να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο στα χέρια των χωρών, το πρόβλημα όμως δεν είναι απλά η αύξηση του χρέους στην κάθε μια από τις χώρες αυτές, αλλά το ότι η ύφεση θα οδηγήσει σε πολλαπλάσια αρνητικά αποτελέσματα.

Ήδη από την έναρξη της πανδημίας το Δημόσιο Χρέος της Ευρωζώνης άρχισε να ανεβαίνει, αργά και σταθερά, και η κορύφωσή του θα έρθει όταν όλες οι χώρες λάβουν τα χρήματα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), όπου το κόστος δανειοδότησης θα είναι χαμηλό, αλλά και από τις αγορές, όπου θα πράγματα θα διαφοροποιούνται ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε χώρας. Τα μέτρα τα οποία έχει εξαγγείλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ναι μεν κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση, αλλά είναι μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της Ένωσης και κυρίως της Ευρωζώνης. Το Δημόσιο Χρέος της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2019, έφτασε στο 84,1%, με πτώση από τα προηγούμενα 5 χρόνια αλλά παραμένοντας σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, το Ιδιωτικό Χρέος έφτασε το 57,9% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Το χειρότερο σε αυτή την περίπτωση αποτελεί το γεγονός ότι η αύξηση άρχισε από τον Ιανουάριο του 2019, δηλαδή δεν ήταν αποτέλεσμα της πανδημίας.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον για την Ένωση και κυρίως για την Ευρωζώνη. Ο δανεισμός αποτελεί σίγουρα ένα σημαντικό εργαλείο για τα κράτη, για να μπορέσουν να διασφαλίσουν τη ρευστότητά τους και να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες αυτές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί να είναι η απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να χρεωθεί σε κανένα. Η σοφότερη λύση θα ήταν η κοπή φρέσκου χρήματος από την ΕΚΤ για τη Δημόσια Υγεία, ίσως και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ). Ένα ποσοστό του 2%-3% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, με διάθεσή του σε βάθος πενταετίας, ακόμα και μέσα στα πλαίσια του επερχόμενου 7ετούς οικονομικού πλάνου της Ένωσης, δηλαδή περίπου 0,2%-0,3% ετησίως, θα μπορούσε να στηρίξει την Υγεία, δεν θα δημιουργούσε ανισορροπίες στην Ένωση, δεν θα ήταν λόγος για πληθωριστικές τάσεις. Τουναντίον, θα μπορούσε να καταστεί παράγοντας σταθερότητας και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν θα δημιουργούσε ανασφάλεια στις αγορές και θα συγκρατούσε τα επιτόκια δανεισμού, ειδικά για τις χώρες οι οποίες είναι οικονομικά και υγειονομικά εκτεθειμένες. Όλο και περισσότερες φωνές από οικονομολόγους σε πάρα πολλές χώρες ακούγονται προς αυτή την κατεύθυνση. Για μια ακόμη φορά η Ευρώπη δεν μπορεί να δείξει σωστά αντανακλαστικά και συνοχή. Αυτά θα οδηγήσουν σε περισσότερη εσωστρέφεια, κάτι το οποίο αποτελεί κίνδυνο για το μέλλον. Ακόμα μια ευκαιρία φαίνεται ότι χάνεται, γιατί απλά κάποιες χώρες βλέπουν την κατάσταση ως μια μοναδική ευκαιρία επιβολής των οικονομικών πολιτικών και ποδηγέτησης.

 

*Ακαδημαϊκός – Σύμβουλος Επιχειρήσεων και Εκπαίδευσης