Η σταθερή άνοδος της ακροδεξιάς εδώ και χρόνια αποτελεί μια πραγματικότητα. Το φαινόμενο που κάποτε αποτελούσε μια ευρωπαϊκή ανησυχία έχει πάρει και παγκόσμιες διαστάσεις. Στις ΗΠΑ, που αποτελούν την de facto ηγεσία του «δυτικού κόσμου», κυβερνά ένας εθνολαϊκιστής, ο οποίος ξεκάθαρα φλερτάρει με αυτές τις ιδέες. Στην Ευρώπη έχουν μπει για τα καλά σε κυβερνητικούς ή περιφερειακούς διοικητικούς συνασπισμούς. Ακόμη και στη Λατινική Αμερική, φασίζοντες ηγέτες σπονσάρονται να καταλάβουν την εξουσία από φίλιες ακροδεξιές αλλά και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Δύσης. Οι ιδέες της ακροδεξιάς κανονικοποιούνται, γίνονται μέρος του πολιτικού λόγου. Από τις ιδέες όμως περνούν και στην «υλοποίηση» της φασιστικής βίας στους δρόμους, η οποία συνεχώς αυξάνεται.

Δυστυχώς πλέον δεν αποτελεί θλιβερό προνόμιο της Αριστεράς να δηλώνει την ανησυχία της για αυτό το γεγονός. Τώρα ακόμα και κόμματα της Δεξιάς υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων στον ένα ή τον άλλο βαθμό να αναγνωρίσουν αυτή την πραγματικότητα. Βέβαια πέρα από τις παραδοχές του ολοφάνερου, υπάρχει και το ερώτημα: σε ποιο βαθμό θέλουν και με ποιον τρόπο είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα;

Πέρα από τις διαπιστώσεις τίθεται το ερώτημα: Υπάρχει βούληση να καταπολεμηθεί όχι μόνο το σύμπτωμα, αλλά και η ίδια η αρρώστια που το προκαλεί;

«Φταίει το σύστημα». Μια διατύπωση… γραφική;

Αυτό που πολλές φορές επαναλαμβάνει η Αριστερά έχει στέρεες βάσεις: Το φασισμό, την ακροδεξιά, την γεννά το σύστημα. Ο φασισμός δεν φυτρώνει στον φανταστικό κόσμο των ιδεών, αλλά σε πραγματικές κοινωνίες ταξικών ανταγωνισμών και σύγκρουσης συμφερόντων.

Σήμερα, έστω με μισόλογα και ολίγον με το ζόρι, όλοι είναι αναγκασμένοι να παραδεχθούν πως οι συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων. Ταυτόχρονα όμως μερίδα της κυβερνώσας δεξιάς παίζει πρόθυμα π.χ. την αντιμεταναστευτική ατζέντα της ακροδεξιάς.

Μερίδα του Τύπου αναφέρεται ευθέως στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που δημιουργούν εύφορο έδαφος για τη διάδοση των εθνολαϊκιστικών «ιδεωδών». Οι ιδέες αυτές ενισχύονται ακόμη περισσότερο όταν καλούν σε επιστροφή στην εθνική κυριαρχία. Αυτή προτάσσεται ως μορφή προστασίας στα αποτελέσματα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Η παγκοσμιοποίηση βέβαια ενοχλεί κυρίως από την οπτική μιας μερίδας του κεφαλαίου που μένει πίσω στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, η οποία ζητά λαϊκή στήριξη φωνάζοντας για «δουλειές που χάθηκαν». Ωστόσο όταν οι εργαζόμενοι που έχασαν τις δουλειές τους ή αυτοί που δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες απαιτούν δικαιώματα, οι εθνικές ευαισθησίες σταματούν.
Από κει και πέρα διάφοροι αναλυτές προσθέτουν και άλλα ζητήματα τα οποία ευνοούν την άνοδο της ακροδεξιάς. Κάποιοι κάνουν αναφορές στα προβλήματα των «πολιτικών κομμάτων», τις αποτυχίες του «πολιτικού συστήματος», οι πιο σοβαροί μιλάνε για δημοκρατικά ελλείμματα κ.τ.λ.

Είναι με τη σύνθεση και ακόμη πιο βαθιά ανάλυση όλων αυτών που καταλήγει κάποιος στην πρόταση πως «το σύστημα γεννά και θρέφει το φασισμό». Όχι ως μέρος μιας συνωμοσίας, αλλά γιατί ο τρόπος λειτουργίας του αναγκαστικά οδηγεί εκεί. Όπως είπαμε, ο φασισμός δεν φυτρώνει σε φασιστόδεντρα έτσι ούτε η μετανάστευση και η προσφυγιά έχει ως αιτία… την ψυχολογική διάθεση του εκτοπισμένου. Ούτε η παγκοσμιοποίηση κτίζεται με τον τρόπο που κτίζεται εξαιτίας… της αγάπης των νέων για ταξίδια. Ούτε αποτυγχάνουν οι πολιτικές ελίτ να ικανοποιήσουν λαϊκά αιτήματα, επειδή ξαφνικά έγιναν «ανίκανοι πολιτικοί».

Οδηγούμαστε λοιπόν ξανά στη διαπίστωση πως ο τρόπος οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας και τα ιδεολογικο-πολιτικά αδιέξοδα που δημιουργεί δίνουν πρόσφορο έδαφος στις αδιέξοδες «λύσεις» της ακροδεξιάς.

Μια κοινωνία χωρίς φασισμό

Δυστυχώς αρκετοί οι οποίοι παραδέχονται τα προβλήματα που γεννάνε το φασισμό, δεν τολμάνε να πούνε πως χρειάζεται μια ριζική κοινωνική αλλαγή για να τα λύσουμε. Ευελπιστούν πως μικρές βελτιώσεις θα φέρουν αποτέλεσμα.

Και όμως αντί για βελτιώσεις βλέπουμε τα πράγματα να χειροτερεύουν. Και η εξέλιξη των πραγμάτων βρίσκεται στα χέρια αυτών που κινούν τα νήματα της εξουσίας, αυτών που ελέγχουν την οικονομία. Και σαφώς στις δικές τους προτεραιότητες δεν φαίνεται να είναι η κοινωνική πολιτική ή η δημοκρατική εμβάθυνση! Όχι γιατί είναι ανήθικοι, αλλά γιατί δεν τους το επιτρέπει η ανάγκη κερδοφορίας. Τις πλείστες φορές κιόλας διευκολύνονται από το αντίθετο.

Επομένως μπορεί η αντιφασιστική δράση να τερματίζεται στην υπόδειξη του παραλογισμού της φασιστικής σκέψης;
Υπάρχει η άποψη πως όχι και έχουν αναπτυχθεί πολλές προτάσεις: Απαιτείται στρατηγική με στόχο τη ριζική κοινωνική αλλαγή. Για αυτό απαιτούνται συμμαχίες που ξεπερνούν τα εθνικά, αλλά και ευρωπαϊκά σύνορα. Απαιτείται αγώνας για να γίνουν κατανοητές οι ρίζες του προβλήματος. Αγώνας για να αποκαλύπτονται οι συνέπειες της ακροδεξιάς, η βία, το μίσος, η κατάργηση της δημοκρατίας. Κοινωνικές πολιτικές που θα αμβλύνουν τα κοινωνικά προβλήματα. Δημιουργία συνθηκών κοινωνικής και εργασιακής ασφάλειας. Ενσωμάτωση περιθωριοποιημένων ομάδων. Μέτρα ενίσχυσης της εξουσίας όλων των πολιτών. Δημοκρατική παιδεία, αλλά και δημοκρατικές δομές με ουσιαστική εξουσία, μαζική συμμετοχή αλλά και στήριξη για πρόσβαση σε όλους. Ανειρήνευτη πολεμική σε όσους κανονικοποιούν την ακροδεξιά πολιτική και τέλος θεσμικά μέτρα για την καταπολέμηση του ρατσισμού, ξενοφοβίας και εθνικιστικού μίσους.

Όσο κι αν φαίνονται δύσκολα όλα αυτά, η άνοδος της ακροδεξιάς ενδέχεται ή πρέπει να αναγκάσει σε σοβαρή σκέψη γύρω από αυτά.

Ακροδεξιά: ένα συνονθύλευμα ιδεών

Θα μπορούσε ίσως να ρίξει περισσότερο φως στο φαινόμενο μια ανάλυση για το τι είναι η ίδια η ακροδεξιά. Υπάρχουν αρκετοί πολιτικοί φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι που έδωσαν αξιόλογους ορισμούς για την ακροδεξιά, το φασισμό, τον εθνολαϊκισμό. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν ότι υπόκειται σε μεταβολές. Όπως ακριβώς και ορισμένες κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν μέσα στο χρόνο.

Ακόμη πιο περίπλοκα γίνονται τα πράγματα όταν η ιστορία του φαινομένου αποκαλύπτει πως η «ιδεολογία» αυτή δεν αποτελεί από μόνη της ένα συγκροτημένο ιδεολογικό σύστημα. Το κλασικότερο παράδειγμα το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, οι Ναζί, είχαν αντλήσει τις ιδέες τους από διάφορα ρεύματα τα οποία βρίσκονταν στο περιθώριο αλλά και εντός της συντηρητικής δεξιάς. Ο αντισημιτισμός, ο κοινωνικός δαρβινισμός, η φυλετική ιεραρχία, η ιεραρχία γενικά, η ευγονική, ο εθνικισμός, ο εθνικός ανταγωνισμός, ο αντικομμουνισμός, η εθνική, κοινωνική και πολιτισμική ανωτερότητα, ο εθνολαϊκισμός κ.τ.λ. προϋπήρχαν των Ναζί. Το συνονθύλευμα αυτών των ιδεολογημάτων έδεσε σε ένα κόμμα το οποίο χρησιμοποίησε και τη βία ως οργανωτικό εργαλείο για την επιβολή τους.

Αυτό που καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη την ακροδεξιά είναι το γεγονός πως ενώ έχει ενοχοποιηθεί η στρατιωτικοποιημένη εφαρμογή αυτών των ιδεών, την ίδια ώρα οι ιδέες αυτές επιβιώνουν σχεδόν ανενόχλητες ακόμα και από τους πιο επίσημους θεσμούς.

Μήπως δεν έχει και ο νεοφιλελευθερισμός μια δόση κοινωνικού δαρβινισμού; Η αντίληψη περί ανωτερότητας και κατωτερότητας, περί κοινωνικής ιεραρχίας (κάποιες φορές με βιολογική χροιά) κυριαρχεί. Για αυτούς τα ζητήματα ανωτερότητας/κατωτερότητας δεν αποτελούν μεταβαλλόμενο κοινωνικό φαινόμενο. Γιατί αν το αποδέχονταν αυτό, τότε θα ήταν ζήτημα ανατρέψιμο μέσα από συλλογική κοινωνική προσπάθεια. Προτιμούν να το ανάγουν σε ζήτημα «ατομικής ευθύνης».

Εκτός Ευρώπης η άνοδος της ακροδεξιάς έχει κορυφωθεί λόγω συγκεκριμένων εξελίξεων.

ΗΠΑ: Με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία της χώρας το 2016 με έναν ακραίο ρατσιστικό και λαϊκίστικο λόγο.

Βραζιλία: Με την εκλογή του Ζαΐρ Μπολσονάρο στην προεδρία το 2018. Ο ίδιος ομολογούσε πως αντέγραφε τον επικοινωνιακό λόγο του Τραμπ. Είναι δηλωμένος θαυμαστής της φασιστικής δικτατορίας του 1965 στη χώρα.

Ισραήλ: Για την επανεκλογή του ως Πρωθυπουργός το 2019, ο ακροδεξιός Βενιαμίν Νετανιάχου βοήθησε στη συγκρότηση κομματικής συμμαχίας των ιδεολογικών επιγόνων εθνικιστικών κομμάτων που το ίδιο το κράτος του Ισραήλ χαρακτήρισε τρομοκρατικές οργανώσεις.

Αναγεννημένη ακροδεξιά

Σήμερα η ακροδεξιά χτίζει πάνω σε ένα νέο συνονθύλευμα ιδεών χωρίς αυτό να σημαίνει πως εγκαταλείπει τον βασικό κορμό των παλιών. Στην Ευρώπη μάλιστα υπάρχουν ενδείξεις για την εκλογική επιστροφή της ακροδεξιάς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Όταν δηλαδή αρχίζουν ήδη να φαίνονται τα πρώτα σημάδια τερματισμού της οικονομικής ανάπτυξης της «Χρυσής Εποχής» του καπιταλισμού που στήθηκε πάνω στην παρεμβατική πολιτική του κράτους. Ακριβώς αυτή η παρεμβατική πολιτική έρχεται να συναντήσει τα όρια της στην ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπως φάνηκε και με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970.

Το πιο ενδιαφέρον όμως για αυτή την «επανεμφάνιση» της ακροδεξιάς στην κεντρική Ευρώπη είναι πως σε αρκετές περιπτώσεις είχε επιτεθεί ακριβώς στο κράτος πρόνοιας, επιτιθέμενη παράλληλα σε αυτούς που… εκφυλίζουν το έθνος (όπως θα έλεγε και ο παλιός τους ηγέτης)!

Στις επόμενες δεκαετίες αυτή η πολεμική προς τους ανθρώπους του περιθωρίου φάνηκε να είναι ακόμη πιο δημοφιλής όταν στρεφόταν ενάντια στους μετανάστες. Αυτοί, ούτως ή αλλιώς, αποκομμένοι από τον κοινωνικό ιστό έγιναν τα εύκολα θύματα. Την ώρα που ο Ευρωπαίος εργαζόμενος έβλεπε να χάνει σιγά σιγά την εργασιακή και κοινωνική του ασφάλεια σε μια ολοένα και πιο ελεύθερη αγορά, τα πυρά του εθνολαϊκισμού στρέφονταν σε αυτούς οι οποίοι χρειάζονταν τη στήριξη του κράτους για να ενσωματωθούν στον κοινωνικό κορμό. Έστρεφαν δηλαδή το ένα θύμα ενάντια στο άλλο.

Μια σημαντική ιδιαιτερότητα είναι πως στις επιθέσεις αυτές η πολιτισμική και εθνοτική διαφορά ενισχύθηκε έναντι της φυλετικής ούτως ώστε να φανεί η ακροδεξιά λιγότερο συσχετισμένη με το παρελθόν της. Ωστόσο και πάλι υιοθετείται μια αντίληψη του πολιτισμού ως κλειστού κληρονομικού και αμετάβλητου συστήματος. Σχεδόν… φυλετικού.

Οι «σοβαροί» Ναζί και η ενσωμάτωση

Πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Ελλάδα από τη Χρυσή Αυγή, είχαν ακουστεί φωνές πως το ναζιστικό αυτό κόμμα θα μπορούσε να ενταχθεί κανονικά στην ελληνική πολιτική σκηνή εάν σταματούσε την τραμπούκικη συμπεριφορά του και τη βία στους δρόμους.

Ανάλογοι είναι και ευσεβοποθισμοί πως όσο πλησιάζουν στην εξουσία και θα αγκαλιάζονται από την επιχειρηματική τάξη, τα ακραία αυτά κόμματα θα γίνονται λιγότερο ακραία. Υπάρχει ακόμη και η άποψη πως με τη φόρα που έχει πάρει η παγκοσμιοποιήμενη οικονομία, δεν υπάρχει επιστροφή στο έθνος-κράτος που θα ακολουθεί ανεξάρτητη οικονομική πολιτική και επομένως δεν υπάρχει ανησυχία.

Όμως οι κίνδυνοι από αυτές τις θέσεις είναι πάρα πολλοί. Αρχικά να πούμε πως εάν ενσωματωθούν, αυτό δεν σημαίνει πως λύθηκαν τα προβλήματα που τους δημιούργησαν. Ούτε βέβαια σημαίνει πως η ρητορική τους δεν θα έχει απτές συνέπειες.

Ας θυμηθούμε μόνο πόσο γρήγορα αυξήθηκαν τα περιστατικά βίας και ρατσιστικών επιθέσεων, καθώς κορυφωνόταν η ρατσιστική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ ως υποψηφίου και ως Προέδρου των ΗΠΑ. Το ίδιο συνέβη και στην Αγγλία όταν εθνικιστικά κόμματα έδιναν στην καμπάνια του Brexit ρατσιστικό και αντιμεταναστευτικό τόνο.
Ακόμη η επιθετική και τυχοδιωκτική πολιτική του κεφαλαίου θα βρίσκει σε αυτούς εθνικιστικό, ακραίο ύφος και έκφραση, κάτι που αυξάνει τους κινδύνους για ιμπεριαλιστικές περιπέτειες και συγκρούσεις. Ο βαθμός στον οποίο ελέγχεται η ακροδεξιά από το κεφάλαιο (δηλαδή το κατά πόσον αυτονομείται από τον προστάτη της και κατά πόσον αυτό σημαίνει κάτι), στην τελική δεν αφορά τόσο τους λαούς οι οποίοι και στις δύο περιπτώσεις θα πληρώνουν αποφάσεις ξένων προς αυτούς συμφερόντων.


Στις ΗΠΑ από την προεκλογική του Τραμπ υπήρξε συνεχής αύξηση των εγκλημάτων μίσους. To 2019 για πέμπτη συνεχή χρονιά οι επιθέσεις αυτές αυξάνονταν. Από το 2016 στο 2017 υπήρχε αύξηση κατά 17%.

Στη Βρετανία η επίσης συνεχιζόμενη για χρόνια αύξηση των περιστατικών ρατσιστικής βίας είχε συνδεθεί με τη χροιά που έδιναν ορισμένοι στο Brexit. Το 2018 είχε αυξηθεί κατά 123% από το 2013.

Το 2017 η Europol εντοπίζει αυξανόμενη απειλή από τον ακροδεξιό εξτρεμισμό με διπλασιασμό στις συλλήψεις για ακροδεξιά αδικήματα.

Στην Ανατολική Ευρώπη η πολιτική του αντικομμουνισμού και της παραχάραξης της ιστορίας που εφαρμόζει η ΕΕ φαίνεται να μαζικοποιεί τους υμνητές των οργανώσεων που συνεργάστηκαν με τους Ναζί.


Ο μπάρμπας σου ο «φασίστας» και οι τζάμπα αντιφασίστες

Μπροστά στην άνοδο της ακροδεξιάς σήμερα υπάρχουν αρκετές φωνές που διαμαρτύρονται. Διαμαρτυρίες όμως που συνήθως έχουν να κάνουν με ορισμένες από τις εκδηλώσεις του ακροδεξιού φαινομένου. Όχι με την ουσία του.

Για παράδειγμα δεν έχουν πολλά να πούνε όταν η ακροδεξιά επιτίθεται στο κοινωνικό κράτος ή στα δικαιώματα των εργαζομένων. Είναι λιγότερη η ανησυχία τους όταν ο Μπολσονάρο θα εκτελεί εξωδικαστικά τους εγκληματίες της φαβέλας, με ελεύθερους σκοπευτές. Λίγο περισσότερο μπορεί να ανησυχήσουν με την υποσχόμενη καταστροφή του Αμαζονίου. Ωστόσο και εκεί την «ανησυχία» τους θα τη ζυγίσουν με τις ευκαιρίες επένδυσης.

Εκεί που αρκετοί εστιάζουν δυστυχώς είναι στον ρατσιστικό λόγο. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι μόνο η επίθεση στη ρητορική μίσους, αλλά και το ξερίζωμα των αιτιών της.

Έτσι φτάνουμε στο παράδειγμα του φασίστα μπάρμπα. Οι Αμερικανοί λένε πως σε κάθε οικογενειακό τραπέζι θα βρεθεί ένας θείος που θα εκφέρει ρατσιστικό λόγο. Το θέμα είναι γιατί; Γιατί πράγματι υπάρχουν τα προβλήματα που δημιουργούνται όταν η κοινωνία αφήνεται στον αυτόματο πιλότο της ελεύθερης αγοράς.

Ας πάρουμε το ζήτημα της μετανάστευσης. Πώς να ενταχθούν στον κοινωνικό ιστό οι μετανάστες όταν τους πετάνε σε σχολεία υπερμεγέθη, με τεράστια προβλήματα στα οποία αυτοί γίνονται ακόμη ένα; Είναι η επιδοματική πολιτική, μέθοδος κοινωνικής ένταξης; Υπάρχουν πράγματι κοινωνικοί δεσμοί βασισμένοι στη δημοκρατία και τη λαϊκή συμμετοχή ώστε να αγκαλιάζουν και να ενσωματώνουν τα νέα (ή ξένα) στοιχεία; Μήπως δεν είναι, ούτως ή αλλιώς, ο κάθε πολίτης ένα άτομο που χρειάζεται συνεχώς να παλεύει για το τομάρι του;

Αντίστοιχα και υπαρκτά προβλήματα μπορούμε να αναφέρουμε πολλά: του ελέγχου της οικονομίας και για ποιου τα συμφέροντα, του πολιτικού προσωπικού, της διάλυσης της κοινωνικής συνοχής.

Επομένως μπορεί ο θείος να είναι φασίστας, όμως στη σκέψη του αντανακλάται στρεβλά και αρρωστημένα μια πραγματικότητα προβληματική. Οι τζάμπα «αντιφασίστες» της δεξιάς που αρέσκονται να υποδεικνύουν το ρατσισμό των άλλων μπορεί να νιώθουν ανώτεροί τους, ωστόσο δεν κάνουν βήμα στο να λυθούν τα προβλήματα που γεννούν το φασισμό. Απαιτούν δηλαδή από τον μπάρμπα να αλλάξει ιδέες, χωρίς να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο που τις δημιουργεί.

Ακροδεξιά και ΕΕ

Αξίζει να σημειωθεί και η αντίληψη γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το ζήτημα αυτό γίνεται πράγματι έντονη κουβέντα και από κυρίαρχους κύκλους στην ΕΕ για το κατά πόσον η ακροδεξιά αποτελεί κίνδυνο σε αυτήν.

Ωστόσο πολλά από τα κόμματα αυτά που ήθελαν να θέσουν το έθνος – κράτος τους πρώτα και πάνω από την ΕΕ, όσο πλησιάζουν στην κρατική εξουσία αλλάζουν τη θέση τους στο ζήτημα αυτό. Υποστηρίζουν μια χριστιανική και λευκή ΕΕ. Δεν σταματούν αυτόματα να στηρίζουν μια μερίδα του δικού τους «εθνικού» κεφαλαίου στον ανταγωνισμό εντός ΕΕ, αλλά φαίνεται να διαπραγματεύονται την επιβίωσή του εντός της. Αυτή η αλλαγή ρητορικής έχει αποδειχθεί σε περιπτώσεις όπου η ακροδεξιά συγκυβερνά (Αυστρία, Ιταλία), αλλά ακόμη και εκεί όπου δέχεται ισχυρό ρεύμα ψηφοφόρων (Λεπέν, AfD).

Στο βαθμό όμως που και εντός της ΕΕ υπάρχουν αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών (ή καλύτερα των επιχειρηματικών συμφερόντων του κάθε κράτους), ενδέχεται η άνοδος της ακροδεξιάς να εξαναγκάσει την κυρίαρχη αστική τάξη σε συγκεκριμένη διαπραγμάτευση στα διάφορα τμήματά της. Ακόμη κι αν γίνει όμως αυτό, το κριτήριο δεν έχει να κάνει με τις προοπτικές του μέσου εργαζόμενου για μια καλύτερη ζωή. Έχει να κάνει με την επιβίωση μιας μερίδας του κεφαλαίου σε ένα πολύ πιο σκληρό παγκόσμιο παζάρι από αυτό που μπορούν να αντέξουν. Ίσως κιόλας αυτή η επιβίωση να προϋποθέτει την πίεση στον εργαζόμενο.

Έχει άλλωστε διαφανεί ήδη ότι η πολιτική της υιοθέτησης της ρητορικής της ακροδεξιάς (και της πολιτικής της ατζέντας) από τα μεγάλα κόμματα της Δεξιάς έδειξε να ενισχύει την ακροδεξιά αντί να την αποδυναμώνει.


Κάποιοι επιτηδευμένα συνέδεσαν την ακροδεξιά με ένα χαρακτηριστικό της, τη βία. Έτσι νιώθουν άνετα να αγκαλιάζουν την ίδια και τις ιδέες της όταν προσποιούνται πως δεν είναι βίαιη:

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όπως και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου δήλωσαν πως είναι καλά παιδιά (fine people) οι ακροδεξιοί και νεοφασίστες στις χώρες τους.
Ο Βίκτορ Όρμπαν, Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, που το κόμμα του ανήκει στον νεοφιλελεύθερο συνασπισμό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και είναι ακροδεξιός δήλωσε πως απειλείται η «χριστιανική ταυτότητα» της Ουγγαρίας από τους μουσουλμάνους.
Ο υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για την προεδρία της Κομισιόν, Μάνφρεντ Βέμπερ, δηλώνει πως επιθυμεί μια Ευρώπη στηριγμένη στις χριστιανικές αξίες, οι οποίες πρέπει να μας καθοδηγούν.
Κοινές ελληνοχριστιανικές αξίες με το φασιστικό ΕΛΑΜ έχει και ο Υπουργός Παιδείας της Κύπρου, όπως δηλώνει. Στην Κύπρο ολόκληρο ΔΗΣΥ και ΕΛΑΜ μαζί μνημονεύουν τον Γρίβα και το έργο του.


Ο χάρτης της ακροδεξιάς στην Ευρώπη

Τα ακροδεξιά κόμματα βρίσκονται ήδη σε κυβερνήσεις σε Αυστρία και Ιταλία. Στην Ιταλία, το λαϊκιστικό Κίνημα Πέντε Αστέρων και η αντιμεταναστευτική και ευρωσκεπτικιστική Λέγκα αποκόμισαν σαφή κέρδη στις εκλογές. Το FPO της Αυστρίας που συγκυβερνά με το νεοφιλελεύθερο Λαϊκό Κόμμα, αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα, καθώς έχει ρίζες σε μέλη των SS και του ναζιστικού κόμματος.

Στη Γερμανία, παρότι ιδρύθηκε μόλις πέντε χρόνια πριν, το 2017 το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) εισήλθε στο ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Μια επιτυχία που θεωρείται ως άμεση απάντηση στην πολιτική των «ανοιχτών θυρών» της Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ έναντι των προσφύγων.

Στη Σουηδία, το αντιμεταναστευτικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών (SD), με νεοναζιστικές ρίζες, εξασφάλισε ποσοστό 18% στις εκλογές του 2018.

Ο Ούγγρος Πρωθυπουργός, Βίκτορ Όρμπαν, είναι μια από τις ισχυρότερες φωνές μεταξύ των χωρών του Βίσεγκραντ στην Κεντρική Ευρώπη -Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία- που τάσσονται κατά των σχεδίων της Ε.Ε. να γίνουν δεκτοί οι πρόσφυγες με ένα σύστημα ποσοστώσεων.

Στη Σλοβενία, το ξενοφοβικό κόμμα του δεξιού πρώην Πρωθυπουργού Γιάνεζ Γιάνσα αναδείχτηκε πρώτο στις τελευταίες εκλογές στη Σλοβενία, με μια ανοιχτά ξενοφοβική εκστρατεία.

Στην Πολωνία, ένα ακόμη κόμμα που έχει καταδικάσει τους χειρισμούς της Ε.Ε. όσον αφορά τη μεταναστευτική κρίση, το συντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη εξασφάλισε μια ισχυρή νίκη στις εκλογές του 2015.

Το Δανικό Λαϊκό Κόμμα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στο Κοινοβούλιο, στις εκλογές του 2015 στη Φινλανδία το εθνικιστικό Κόμμα των Φινλανδών ήρθε δεύτερο, στην Ολλανδία το Κόμμα για την Ελευθερία του ακροδεξιού Γκερτ Βίλντερς φλέρταρε με τη νίκη, τελικά όμως κατέληξε δεύτερο παρά τη σημαντική αύξηση των εδρών που εξασφάλισε. Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη τα ποσοστά της ακροδεξιάς ξεπερνούν τον διψήφιο αριθμό. Ακόμη και στην Ισπανία το Vox εκτινάχθηκε απότομα στο 10,3%.

Είναι ενδεικτικό το πώς διαμορφώνεται σήμερα το πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη όσον αφορά τα εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα.

Ποιον εκπροσωπεί η ακροδεξιά;

Τελικά λοιπόν ποιον εκπροσωπούν τα κόμματα της ακροδεξιάς; Τη μερίδα του αστικού κεφαλαίου που θέλει να επαναδιαπραγματευτεί τη θέση της στην παγκόσμια ή ευρωενωσιακή αγορά; Τους εργαζομένους που βλέπουν να χάνονται ασφαλείς και σταθερές θέσεις εργασίας μέσα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και ονειρεύονται επιστροφή στην «εθνική» αγκαλιά; Τους μικρομεσαίους που νιώθουν στο σβέρκο τους την ανάσα της επερχόμενης κοινωνικής τους πτώσης; Τους νοικοκυραίους που θέλουν νόμο και τάξη μπροστά στον αναβρασμό και τις συγκρούσεις που προκαλεί η κοινωνική ανισότητα;

Η απάντηση όπως πάντα δεν είναι απλή. Τα κόμματα της ακροδεξιάς στοχεύουν να είναι αρκετά πολυσυλλεκτικά, αλλά εξυπηρετούν και συγκεκριμένα συμφέροντα.

Για τη σύνδεση των κομμάτων της ακροδεξιάς με μερίδα του κεφαλαίου δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Ήδη η ιστορία μάς διδάσκει πως την άνοδο του Χίτλερ, αλλά και του Μουσολίνι σπόνσαρε το μεγάλο κεφάλαιο. Όπως σχεδόν όλες τις δικτατορίες σε χώρες με καπιταλιστική ανάπτυξη.

Υπάρχουν επίσης αναλύσεις που δείχνουν πως δεν συνδέεται άμεσα η ακροδεξιά ψήφος με την ύπαρξη μεταναστών στην εκλογική περιφέρεια. Αν και υπάρχει ενίσχυση της ακροδεξιάς σε εργατικά και λαϊκά στρώματα, πάντοτε έλκυε ψήφους από μεγάλη μερίδα της μικροαστικής τάξης.


  • Η στήριξη στον Μουσολίνι από τους Ιταλούς γαιοκτήμονες και βιομηχάνους ήρθε σαν απάντηση στον επαναστατικό αναβρασμό του 1921-1922.
  • Το αποκορύφωμα της στήριξης του γερμανικού κεφαλαίου στον Χίτλερ ήρθε στη σύσκεψη της 20ής Φεβρουαρίου 1933 των Χίτλερ και Γκέρινγκ με 25 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους, όπου συζήτησαν για την πλήρη κατάληψη της εξουσίας.
  • Η Αυστριακή Ένωση Βιομηχάνων επικρότησε το 12ωρο που προώθησε το FPO, παράλληλα με την επίθεση στο κράτος πρόνοιας.
  • Ο πρώην πρόεδρος της Γερμανικής Ένωσης Βιομηχάνων, H. O. Henkel και το πρώην στέλεχος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, T. Sarrazin, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του AfD στη Γερμανία, το οποίο επιτίθεται στα «κοινωνικά κατακάθια» που παίρνουν επίδομα.
  • Στον διεθνή Τύπο γίνονταν αναφορές σε αγκάλιασμα του Μπολσονάρο στη Βραζιλία από τις «αγορές».
  • Στην Ελλάδα η Χρυσή Αυτή προτείνει φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο γιατί «στηρίζει την ιδιωτική πρωτοβουλία». Στηρίζουν την εργοδοσία στα ναυπηγεία και επιτίθενται σε ταξικά συνδικάτα.
  • Στην Κύπρο ΔΗΣΥ και ΕΛΑΜ ψήφισαν μαζί για το ξεπούλημα του Συνεργατισμού και έχουν ουκ ολίγες φορές στηρίξει αντιλαϊκές πολιτικές στο βαθμό που μαζί βάζουν κοινοβουλευτική τροχοπέδη στους ελέγχους εργοδοτών.

 


Ενότητα ενάντια στην ακροδεξιά

 

Γκεόρκι Δημητρώφ: Η ενότητα της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό

«Πώς μπορεί κανείς να εμποδίσει την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, πώς μπορεί κανείς ν’ ανατρέψει το φασισμό, όταν κιόλας έχει νικήσει; Η Κομμουνιστική Διεθνής απαντάει: Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, το πρώτο με το οποίο πρέπει να αρχίσει κανείς, είναι η δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου, η αποκατάσταση της ενότητας δράσης των εργατών σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε συνοικία, σε κάθε περιοχή, σε κάθε χώρα, σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ενότητα δράσης του προλεταριάτου σε εθνική και διεθνή κλίμακα -αυτό είναι το πιο ισχυρό όπλο, που κάνει την εργατική τάξη ικανή όχι μόνο για να αμυνθεί με επιτυχία, αλλά και να προχωρήσει σε επιτυχή αντεπίθεση ενάντια στο φασισμό, ενάντια στον ταξικό εχθρό». (1935)

Η καταπολέμηση του ακροδεξιού φαινόμενου στην Κύπρο

Του Νίκου Τριμικλινιώτη*

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε στην Ευρώπη και αλλού μια «αναβίωση», ή καλύτερα μια άνοδο του ακροδεξιού φαινομένου. Η Κύπρος δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, αλλά πρέπει να κατανοήσουμε την άνοδο αυτή μέσα από τα συγκεκριμένα δεδομένα της χώρας.

Σε συντομία καταγράφουμε:

  • Έχουμε μια μακρά πορεία διαιώνισης και απογοήτευσης με τη μη λύση από τη μια και τις δυνάμεις που οικοδομούνται επενδύοντας στη διαιώνιση της διχοτόμησης από την άλλη.
  • Αναπαραγωγή και όξυνση ενός υστερικού και φοβικού δημοσίου λόγου για τους Τούρκους, τους αλλόθρησκους και τους κινδύνους που μας περιβάλλουν.
  • Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αναπαράγει το σοβινισμό-εθνικισμό, τον εθνοκεντρισμό, την υποτίμηση μέχρι και το ρατσισμό έναντι των «άλλων», τη θρησκοληψία και παρέμβαση της Εκκλησίας στα της Παιδείας.
  • Κρατικές πολιτικές για τη μετανάστευση που είναι βαθύτατα συνυφασμένες με το ρατσισμό και τον ταξικό διαχωρισμό.
  • Τα οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά δεδομένα, ιδίως σε καταστάσεις κοινωνικής ανασφάλειας, φόβου και ραγδαίων αλλαγών, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από ακροδεξιές δυνάμεις προς όφελός τους.
  • Ο παράγοντας Κυπριακό είναι ένας ιδιαίτερος παράγοντας που ορίζει τα πολιτικά δρώμενα στη χώρα -χρησιμοποιείται από διαφόρους και εντάσσεται στο πολιτικό παιγνίδι της ακροδεξιάς.

Το ΕΛΑΜ επιχειρεί να νομιμοποιηθεί παρουσιαζόμενο ως δήθεν νόμιμο και νομότυπο κόμμα που θέλει να παίξει το κοινοβουλευτικό παιγνίδι.

Το ΕΛΑΜ το έφερε δυστυχώς στην κεντρική πολιτική σκηνή ο Αναστασιάδης και ο ΔΗΣΥ, πρώτα με τους χειρισμούς γύρω από τον εορτασμό του «ενωτικού δημοψηφίσματος», στις εκλογές που στηρίχθηκε στον απορριπτισμό και στην ακροδεξιά ευρύτερα για την επανεκλογή του και στη συνέχεια ο Υπουργός τους Χαμπιαούρης που δήλωνε ότι έχουν «κοινές αξίες με το ΕΛΑΜ».

Η Αριστερά δεν πρέπει να δείχνει αμηχανία ή ολιγωρία ενάντια στην άνοδο της ακροδεξιάς. Ορθά τους κατακεραυνώνει και καλεί τον κόσμο σε εγρήγορση ενάντια στο φασισμό συνδέοντάς τους με την ΕΟΚΑ Β’ και το φασισμό σε επίπεδο ρητορικής, σε συνέδρια κ.τ.λ. Ωστόσο, απαιτείται όπως προβούμε άμεσα στην αναγκαία προεργασία για να οικοδομήσουμε συμμαχίες. Απαιτείται στρατηγική με όλες τις δυνάμεις σε τοπικό και εθνικό επίπεδο που θα συμμαχήσουμε στην αναχαίτιση του ακροδεξιού, του νεοφασιστικού και του ρατσιστικού φαινομένου.

Τρόποι αντιμετώπισης:

Α. Συστηματική ιδεολογική επίθεση σε όλα τα επίπεδα.

Β. Πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τι συνίσταται η ρατσιστική και ναζιστική ιδεολογία που από τη φύση της οδηγεί σε εγκλήματα, καθώς και την ιδιαιτερότητα του ναζισμού ως ιδεολογίας αφού όταν φυλετικοποιείται η πολιτική και η κοινωνία, καταργείται η δημοκρατία.

Γ. Να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά οι προσπάθειες νομιμοποίησης της άκρας δεξιάς/νεοφασισμού ως μέρος της κανονικότητας: Να δημιουργούμε κλίμα ότι δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό δημιουργώντας ζώνες και χώρους ελευθέρους από τα φαινόμενα αυτά σε γειτονίες, χωριά, πόλεις.

Δ. Πρωτοβουλίες στα σχολεία και τα πανεπιστήμια για τη δημιουργία αντιφασιστικών κινήσεων μέσα από εκδηλώσεις και δράσεις. Να δημιουργήσουμε πυρήνες στις γειτονίες για συνεχή παρακολούθηση και καταγραφή κρουσμάτων και ανάδειξή τους στα ΜΜΕ.

Ε. Πρωτοβουλίες για την ορθή εφαρμογή και βελτίωση της νομοθεσίας καταπολέμησης της ρατσισμού, ξενοφοβίας και εθνικιστικού μίσους, της παραπληροφόρησης, διόγκωσης και ψευδών ειδήσεων για τους μετανάστες, τους Τ/κ και τους μουσουλμάνους που αποτελεί το μέσο για τη διάδοση των ιδεολογιών τους.

 

* Επικεφαλής Κέντρου για Θεμελιώδη Δικαιώματα, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας


Ο φασισμός απειλεί ολόκληρη την κοινωνία

Του Δάφνου Οικονόμου*

Το 1921 τα εκλογικά ποσοστά του Φασιστικού Κόμματος στην Ιταλία έφταναν το 7%. Ήταν οι πρώτοι τους βουλευτές, ανάμεσά τους και ο Μπενίτο Μουσολίνι. Ένα χρόνο αργότερα ο βασιλιάς της χώρας, Vittorio Emanuele ΙΙ, παρέδιδε στον Μουσολίνι την εξουσία.

Στις γενικές εκλογές του 1928 το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα -γνωστότεροι ως Ναζί- εξασφάλισαν το εκ πρώτης όψεως αμελητέο ποσοστό του 2,5%. Δύο χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1930 το κόμμα του Χίτλερ αυξάνει τα ποσοστά του κατά 800%, εξασφαλίζοντας 6.500.000 ψήφους. Τον Γενάρη του 1933 ο Χίτλερ παίρνει την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης.

Στις εθνικές εκλογές του 2009 στην Ελλάδα η Χ.Α. εξασφάλισε μόλις το 0,29%. Τρία χρόνια αργότερα, το 2012, η Χ.Α. εξασφάλισε το ίδιο ποσοστό με τους μελανοχίτωνες του Ντούτσε το 1921 – 7% και τους δικούς της πρώτους βουλευτές. Στην Κύπρο, η αδελφή οργάνωση της Χ.Α., το ΕΛΑΜ, έλαβε στις βουλευτικές εκλογές του 2016 το 3,7% (σε σύγκριση με 0,22% στις ευρωεκλογές του 2009).

Οι πρώτοι συνειρμοί δεν είναι ευχάριστοι.

Το ΕΛΑΜ θέλει να εξασφαλίσει την απαραίτητη εκλογική βάση που θα του επιτρέπει να εμφανίζεται σαν μια «νομιμοποιημένη» πολιτική δύναμη. Άλλωστε, ο φασισμός που αποκτά εκλογική βάση, εκτός από τη σχετική εγκυρότητα, αποκτά ταυτόχρονα και ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο μπορεί να επιταχύνει τη στρατολόγηση στον σκληρό του πυρήνα.

Γιατί εκτός από ψήφους, για να επιβληθούν οι φασίστες χρειάζονται τη στήριξη ενός μαζικού κινήματος ικανού να διεισδύσει σε κάθε πόρο της κοινωνίας, σε κάθε χώρο της κοινωνικής ζωής. Χρειάζονται υποστηρικτές που να είναι έτοιμοι να αναλάβουν το ρίσκο της σύγκρουσης στους χώρους δουλειάς, στις συνοικίες, στα πανεπιστήμια, στους δρόμους. Μόνο έτσι μπορούν οι φασίστες να αναμετρηθούν με αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις και προπαντός με την εργατική τάξη.

Οι παρελάσεις μίσους που οργανώνουν, το κυνήγι μεταναστών στις φτωχογειτονιές από ομάδες κρούσης, τα «εγέρθητε» στις δημοσιογραφικές διασκέψεις και από τα έδρανα της Βουλής, το ξυλοφόρτωμα της αντίθετης άποψης κ.λπ. δεν τους ξεφεύγουν, δεν γίνονται από λάθος. Γίνονται υπολογισμένα. Μέσα από αυτά ωθούν τους παθητικούς υποστηρικτές τους στο να ενταχτούν στον σκληρό τους πυρήνα και να στελεχώσουν τη δράση τους στους δρόμους.

Ο φασισμός απειλεί το δημοκρατικό και κοινωνικό κεκτημένο ολόκληρης της κοινωνίας και όλους όσοι το υπερασπίζονται. Δυστυχώς, στο όνομα της λιτότητας, πολιτικοί και δημοσιογράφοι-ΜΜΕ δεν δίστασαν να υπονομεύσουν το μέλλον της δημοκρατίας, λιπαίνοντας με ξενοφοβία και αντικομμουνισμό το έδαφος για το νεοναζιστικό ΕΛΑΜ.

Είναι ευθύνη της κοινωνίας των πολιτών και όλων όσων σέβονται τα δημοκρατικά δικαιώματα να αντικρούσουμε τα ψέματά τους και την προσπάθειά τους να εμφανίζονται σαν μια «καθωσπρέπει» πολιτική δύναμη.

Πώς αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τους φασίστες; Κάποιες σκέψεις:

–   Να τεθούν εκτός νόμου ως κοινοί εγκληματίες: Το να τεθούν εκτός νόμου φασιστικές συμμορίες όπως η Χ.Α. και το ΕΛΑΜ ή ακόμα και μόνο η απαίτηση να κηρυχτούν παράνομες συμβάλλει στην ιδεολογική τους απονομιμοποίηση – γιατί είναι εγκληματίες.

–   Μαζικές κινητοποιήσεις και η αναπόφευκτη σύγκρουση: Αντιφασιστικές συναυλίες, Φεστιβάλ ενάντια στο ρατσισμό. Πλατιά διάδοση ενημερωτικού υλικού στους χώρους δουλειάς, στα Πανεπιστήμια, στα Λύκεια κ.λπ., υλικό για εκπαιδευτικούς.

–   Και όταν οι φασίστες αποπειρώνται να παρελάσουν σε κεντρικούς δρόμους ή μέσα από περιοχές με υψηλή συγκέντρωση μεταναστών πρέπει να μας βρίσκουν αντιμέτωπους στο δρόμο.

Ως κατάληξη και υπόμνηση:

«Μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να αποτρέψει την αλματώδη ανάπτυξή μας. Αν ο αντίπαλός μας είχε καταλάβει έγκαιρα τις αρχές και τους στόχους μας και διέλυε από νωρίς τον αρχικό μας πυρήνα» (Αδόλφος Χίτλερ, «Ο Αγών μου»).

 

     *   Ακτιβιστής και ανεξάρτητος ερευνητής. Υπήρξε εκδότης του περιοδικού «Ανατροπή»


Αποδόμηση της ιδεολογίας τους

Του Γιώργου Τσιάκαλου*

Η εδραίωση της Χρυσής Αυγής δεν έχει σχέση με την απήχηση και τις ικανότητες των στελεχών της Χρυσής Αυγής, αλλά με την απροθυμία των άλλων κομμάτων να θέσουν ως έναν από τους βασικούς στόχους τους την εξαφάνιση του ναζισμού από την πολιτική ζωή της χώρας. Εάν είχαν τη σχετική προθυμία, αυτό θα φαινόταν στον καθημερινό λόγο τους για όλα τα θέματα. Δεν φάνηκε πουθενά, όμως.

Το μεγαλύτερο λάθος, όχι μόνο των κομμάτων αλλά και όσων διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, είναι πως αντιμετωπίζουν τη Χρυσή Αυγή ως μια ακροδεξιά λαϊκιστική οργάνωση που, απλώς, συν τοις άλλοις χρησιμοποιεί ναζιστικά σύμβολα και αρνείται την ύπαρξη του ολοκαυτώματος.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Χρυσή Αυγή είναι συνειδητά ναζιστική οργάνωση, δηλαδή εμφορείται από μια ιδεολογία που αρνείται την ισότητα των ανθρώπων -πιστεύοντας ότι είναι ενάντια στη φύση- ενώ ευαγγελίζεται ότι ο πολιτισμός αποτελεί ιδιότητα της βιολογικής φυλής και υπάρχει μια ιεραρχία ανάμεσα στις φυλές και άρα στους πολιτισμούς. Την ίδια ώρα “κηρύττει” ότι οι πολιτισμοί καταστρέφονται όταν επέλθει επιμειξία -κοινώς γάμοι μεταξύ ατόμων διαφορετικών φυλών.

Από όλα αυτά προκύπτει το πολιτικό πρόγραμμα και η δράση της. Είναι ενάντια στους μετανάστες και στις μειονότητες -λόγω του “κινδύνου” της επιμειξίας. Είναι ενάντια στους ανάπηρους -θεωρώντας τους βιολογικό βάρος και κίνδυνο για τη ζωτικότητα της φυλής. Είναι ενάντια στη δημοκρατία -διότι θεμελιώνεται στην αρχή της ισότητας των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα τώρα, το ποσοστό των παραδοσιακών εθνικιστών και ακροδεξιών ψηφοφόρων -του τρίπτυχου “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”, μετατράπηκε αίφνης -μέσα στις συνθήκες των τελευταίων χρόνων και με την ιδεολογική δουλειά της Χρυσής Αυγής- σε ένα χώρο που ασπάζεται τη ναζιστική ιδεολογία.

Πώς μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό; Με αποδόμηση της ιδεολογίας τους.

 

*Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

Μας έχεις Like στο Facebook ;