Φάκελος Κύπρου: Κατάθεση Κων. Καραμανλή – Η χούντα αρνήθηκε διαβούλευση με τις εγγυήτριες δυνάμεις

Μακάριος και Καραμανλής. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν σε δύο κρίσιμες περιόδους του Κυπριακού. Την περίοδο της ΕΟΚΑ και τη μετά εισβολή περίοδο.

 

Μέρος Α’

Όταν η «Εξεταστική των πραγμάτων Επιτροπή» της Βουλής των Ελλήνων ξεκίνησε τη λήψη καταθέσεων για τον Φάκελο της Κύπρου, κλήθηκαν για να καταθέσουν όλοι όσοι είχαν διαδραματίσει ρόλο στα γεγονότα του 1974.

Πάρα πολλοί έδωσαν καταθέσεις, ενώ ο Δ. Ιωαννίδης, ο Κων/νος Καραμανλής και ο Γεώργιος Μαύρος δεν παρέστησαν για να δώσουν κατάθεση, αλλά αρκέστηκαν στην κατάθεση έγγραφης αναφοράς.

Σε αυτό, όσο και σε επόμενα σημειώματα, θα παραθέσουμε εκτενή αποσπάσματα από το κείμενο της κατάθεσης του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος κλήθηκε από το Παρίσι όπου ήταν εξόριστος, να αναλάβει στις 24 Ιουλίου την εξουσία, την οποία παρέδωσαν οι στρατιωτικοί, κάτω από το βάρος της προδοσίας της Κύπρου από τη χούντα.

Στην επιστολή που έστειλε στις 30 Μαΐου 1987 στον πρόεδρο της Επιτροπής Χρίστο Μπασαγιάννη ο Κ. Καραμανλής αναφέρεται στα γεγονότα από τις 24 Ιουλίου έως τις 17 Αυγούστου 1974 και τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Σκοπός αυτής της σειράς των σημειωμάτων είναι για να γνωρίζουμε όλοι τι είχε αναφέρει ο Καραμανλής, διότι διάφοροι λένε διάφορα και βγάζουν συμπεράσματα χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς είχε αναφέρει στη σχετική επιστολή.

Σημειώνουμε επίσης ότι σε αυτό το στάδιο δεν θα προβούμε σε σχόλια.

Η παράθεση των όσων ανέφερε ο Καραμανλής στην επιστολή του γίνεται διότι η μη δημοσιοποίησή της για αρκετά χρόνια, έδωσε το δικαίωμα σε πολλούς φιλοχουντικούς να λένε και να αποδίδουν στον Καραμανλή όσα τους βόλευαν.

 

Το περιεχόμενο της επιστολής

Στην κατάθεσή του ο Καραμανλής αναφέρεται στις αλλεπάλληλες συσκέψεις για να εκτιμηθούν οι δυνατότητες αναμετρήσεως με την Τουρκία τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο και τη Θράκη.

Στις συσκέψεις αυτές διαπιστώθηκε πλήρης αδυναμία στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο, καθώς και ευρύτερης πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία, διότι η Τουρκία διέθετε μεγάλη στρατιωτική υπεροχή, αλλά «κυρίως διότι εις μεν την Κύπρο η Εθνοφρουρά είχε πλήρως αποσυντεθεί, εις δε την Ελλάδα οι Ένοπλες Δυνάμεις ήσαν αποδιοργανωμένες και άοπλες, όπως απέδειξε η κωμικοτραγική επιστράτευση της 21ης Ιουλίου».

 

Ακολουθεί μεταφορά της επιστολής Καραμανλή με την παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων.

 

Το κείμενο της επιστολής – κατάθεσης Κων. Καραμανλή

Ο Κ. Καραμανλής γράφει ότι στέλνει την επιστολή διότι «το θέμα αφορά κρίσιμη μεν, περιορισμένη όμως, χρονική περίοδο, αλλά και διότι όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το δράμα της Κύπρου θα πρέπει να ευρίσκονται στα Αρχεία των Υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης και συνεπώς στη διάθεση της Επιτροπής σας».

Προσθέτει ότι το δράμα της Κύπρου συντελέστηκε σε δύο φάσεις, από τις 3 μέχρι τις 23 Ιουλίου και από τις 24 Ιουλίου μέχρι και τις 15 Αυγούστου.

Σημειώνει ότι για τα γεγονότα της πρώτης φάσης δεν ήταν δυνατόν να έχει άμεση αντίληψη, «δεδομένου ότι κατά την εποχή εκείνη ευρισκόμην μακράν της Ελλάδος».

Και αναφέρει αμέσως πιο κάτω ότι από την έρευνα που έκανε εκ καθηκόντως μετά την επιστροφή του, κατέληξε στα συμπεράσματα που ακολουθούν:

 

Η επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη

«Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απειλούμενος συνεχώς από την ΕΟΚΑ Β’ και υπονομευόμενος από τη χούντα των Αθηνών, διά της γνωστής επιστολής του, που απηύθυνε στις 3 Ιουλίου στον στρατηγό Γκιζίκη, ζητούσε την ανάκληση από την Κύπρο όλων των Ελλήνων αξιωματικών, ενώ συγχρόνως απεφάσιζε να μειώσει κατά το ήμισυ τη δύναμη της Εθνοφρουράς.

Την επιστολή του αυτή ο Μακάριος μου την ανακοίνωσε μετά 2-3 ημέρες, δι’ ειδικού απεσταλμένου. Όταν έλαβα γνώση του περιεχομένου της, του διεμήνυσα ότι η ενέργειά του αυτή ημπορεί να προκαλέσει τις βίαιες αντιδράσεις της χούντας και των εν Κύπρω συνεργατών της και ότι θα έπρεπε, συνεπώς, να λάβει τα μέτρα του».

Αυτή η αναφορά του Κ. Καραμανλή επιβεβαιώνεται και από τον έκπτωτο βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνο, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εκπομπή ΤΕΤ-Α-ΤΕΤ του ΡΙΚ (2 Ιουνίου 2014) είχε πει πως όταν ο ίδιος απεσταλμένος τού έδειξε την επιστολή, πήρε τον Καραμανλή στο τηλέφωνο, τον ενημέρωσε, και ο Καραμανλής του είπε ότι αν πάει αυτή η επιστολή στην Αθήνα, θα του κάνουν κίνημα.

Ο Κ. Καραμανλής σημειώνει ότι με την ενέργειά του ο Μακάριος έδινε στη χούντα και στους Κύπριους αντιπάλους του το επιχείρημα ότι «διά των αποφάσεών του αυτών αποδυνάμωνε την άμυνα της νήσου και την εξέθετε σε κινδύνους».

Στη συνέχεια αναφέρει ότι η χούντα κατηγόρησε τον Μακάριο ως ανθενωτικό και βρήκε την ευκαιρία να τον ανατρέψει. Αυτή την ενέργεια, προσθέτει, η χούντα την ανέθεσε σε ανθρώπους της εμπιστοσύνης της.

DIADROM32ES

3. Ελληνικές εφημερίδες αγγέλλουν τη μεταπολίτευση με την έλευση του Κ. Καραμανλή.

Τι του είπε ο Γκιζίκης

Ο Καραμανλής αναφέρεται σε ενημέρωση που έτυχε από τον χουντικό πρόεδρο Φαίδωνα Γκιζίκη και ότι το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου αποφασίστηκε κυρίως από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη. Στο επιτελείο του βρίσκονταν ο Γκιζίκης, ο Αδ. Ανδρουτσόπουλος και οι στρατηγοί Μπονάνος και Γαλατσάνος.

Σύμφωνα με όσα του είπε ο ίδιος ο Γκιζίκης, μετά την παραλαβή της επιστολής Μακαρίου, τον επισκέφθηκε ο Ιωαννίδης και του είπε ότι ο Μακάριος ήταν αιχμάλωτος των κομμουνιστών και ότι η πραγματοποίηση των όσων είχε αποφασίσει ο Μακάριος για την Εθνική Φρουρά, θα ήταν επιβλαβής για τα εθνικά συμφέροντα.

Ωστόσο, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο ότι όπως έχει κατατεθεί στον Φάκελο της Κύπρου της ελληνικής Βουλής, αλλά και έχει καταγραφεί στο Πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου της κυπριακής Βουλής, το πραξικόπημα είχε αποφασιστεί από τον Απρίλιο του 1974, ενώ την ημέρα που γραφόταν η επιστολή Μακαρίου (2 Ιουλίου 1974), η χούντα λάμβανε την απόφαση για οριστική πραγματοποίηση του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου.

 

Ζητά την παραίτηση της χούντας – προειδοποίηση προς την Τουρκία

Επανερχόμενοι στην επιστολή, ο Κ. Καραμανλής προσθέτει ότι η πρόταση Ιωαννίδη έγινε αποδεκτή από τους προαναφερόμενους, ενώ «οι αρχηγοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας δεν ενημερώθηκαν παρά μόνον με την έναρξιν της επιχειρήσεως», δηλ. του πραξικοπήματος.

«Τα ανωτέρω μού τα επιβεβαίωσαν, εκτός των άλλων, και οι τότε αρχηγοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, καθώς και ο κ. Αβέρωφ, στον οποίο ο κ. Γκιζίκης εξέθεσε λεπτομερώς το ιστορικό του πραξικοπήματος.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές απεφασίσθη η επιχείρηση κατά του Μακαρίου που πραγματοποιήθηκε, όπως ελέχθη, στις 15 Ιουλίου.

Την επομένη του πραξικοπήματος, αγωνιών για τις περαιτέρω εξελίξεις, έδωσα στον διεθνή Τύπο τη συνημμένη δήλωσή μου, διά της οποίας ζητούσα την παραίτηση της κυβερνήσεως των Αθηνών, την αποκατάσταση του Μακαρίου και προειδοποιούσα την Τουρκία να μην επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί την άφρονα ενέργεια της χούντας».

 

Η αντίδραση Μ. Βρετανίας και Τουρκίας

Στη συνέχεια αναφέρεται στo κλίμα που διαμορφώθηκε διεθνώς εναντίον της Ελλάδας λόγω του πραξικοπήματος, στο διχασμό στην Κύπρο, τονίζοντας ότι στις εξελίξεις αντέδρασαν η Μ. Βρετανία και η Τουρκία.

Η Τουρκία «απέδωσε την ενέργεια αυτή της χούντας σε πρόθεση να πραγματοποιήσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Η αγγλική εξάλλου κυβέρνηση, η οποία όφειλε ως εγγυήτρια δύναμη αλλά και ηδύνατο με τις Δυνάμεις που διέθετε επί τόπου να αποθαρρύνει τόσο το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου όσο και την τουρκική εισβολή, παρέλειψε το καθήκον της αυτό και αρκέσθηκε στην ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών. Εκάλεσε προς τούτο στις 17 Ιουλίου τις κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας προς διαβούλευση για την αποκατάσταση της νομιμότητος στην Κύπρο, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Ζυρίχης.

DIADROMES

2. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει στην Ελλάδα σηματοδοτώντας την πτώση της χούντας.

Η Ελλάδα αρνείται διαβούλευση

«Η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να στείλει αντιπρόσωπο, ενώ προσήλθε ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ετσεβίτ ο οποίος, επικαλούμενος την άρνηση της Ελλάδος, επρότεινε στους Άγγλους την από κοινού επέμβαση στην Κύπρο προς αποκατάσταση της νομιμότητος.

Η Αγγλία ηρνήθη, ενθαρρυνομένη προς τούτο και από τον Μακάριο, όπως με βεβαίωσε ο τότε Υπουργός των Εξωτερικών της Αγγλίας, κ. Κάλλαχαν.

Η Τουρκία παρά ταύτα και παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις που έδωσε στην αγγλική κυβέρνηση ότι θα αποφύγει τη βία και θα επιμείνει στη διαδικασία της διαβουλεύσεως, εισέβαλε στις 20 Ιουλίου στην Κύπρο με το δόλιο επιχείρημα της αποκαταστάσεως της διαταραχθείσης νομιμότητος και της προστασίας των Τουρκοκυπρίων.

Το πρώτο και αποφασιστικό για τις εν συνεχεία εξελίξεις αποτέλεσμα της εισβολής ήταν η πλήρης αποσύνθεση της αλληλοσπαρασσόμενης Εθνοφρουράς και η ανατροπή των σχεδίων της άμυνας της νήσου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο ήταν αυθαίρετη και παράνομη, δεδομένου ότι σύμφωνα με την από 19 Μαΐου 1959 γνωμοδότηση του Νομικού Τμήματος του ΟΗΕ, την οποία προεκάλεσε η ελληνική κυβέρνηση, η Συνθήκη Εγγυήσεως απέκλεισε τη χρήση βίας, όπως υπεστήριξε άλλωστε και ο κ. Κάλλαχαν κατά τη διάρκεια της Διασκέψεως της Γενεύης».

Στο επόμενο σημείωμα θα αναφερθούμε στις συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει ο Κ. Καραμανλής όταν ανέλαβε την εξουσία.