Γραμμές/ Ορίζοντας

Παπαλάζαρος

Φτάνεις στα Χολέτρια.

Σ΄ αγκαλιάζει ο παπάς.

Φιλιά πικρά σου δίνει

με τα σταχτιά του γένια

τ’ αλμυρά.

 

Ύστερα με κίνηση αργή

τελετουργική

στη φωτογραφία σου γνωρίζει

τα δυο του παιδιά

σαν νάναι ζωντανά.

Τα πιάτα γεμάτα

στο τραπέζι.

Σιωπή.

Ευχή, λέει ο παπάς,

ο δείπνος ν’ αρχινήσει.

Το βλέμμα του καρφώνεται

Στις δυο αδειανές καρέκλες

Και το κεφάλι του κουνάει

Συνεχίζοντας να ψάλλει.

 

Τους βλέπει και τους δυο

δίπλα στη μάνα,

πλάι στ’ αδέλφια,

στο τραπέζι μαυρομούστακους,

ψηλούς κι ωραίους.

Μα λιγνούς

πετσί και κόκκαλο

αδιάκοπα να τρώνε.

«Δέκα χρόνια

άσιτοι και άποτοι

καλά κι αντέξανε» συλλογίζεται.

 

Τελειώνει ο ψαλμός.

Κι οι δυο λεπτές-λευκές σκιές

χάνονται

στου Ιούλη το ολέθριο

σκοτάδι.

 

Μα ο Παπαλάζαρος

επιμένει

ότι θα γυρίσουν

την επερχόμενη αυγή

να τραγουδήσουν

με τ’ αηδόνια

την Ωδή προς την Ειρήνη

του Σωτήρη.

Άντης Κανάκη (1985)

 

Ωδή προς την Ειρήνη

Πήραμε μια μικρή, παιγνιδιάρα ακτίνα απ’ τον ήλιο.
Πήραμε κάτι απ’ την γαλήνη και την αυτοπεποίθηση της Φύσης.
Πήραμε κάτι απ’ την πρόοδο,
κάτι απ’ τους νεκρούς στρατιώτες,
τα σφίξαμε στην απαλάμη μας και πλάσαμε ένα ιδανικό,
Το ντύσαμε με λέξεις,
κάναμε πνεύμα την ύλη
και το ονομάσαμε Ειρήνη.

– Είναι οπτασία ασύλληπτη, όραμα αβέβαιο και σκοτεινό

είναι πολυδιαβατάρικο,

μας είπαν οι απελάτες και τα γεράκια.

Μα εμείς το αγαπήσαμε βαθειά

γιατ’ ήταν ζυμωμένο στη δική μας παλάμη

με το δικό μας αίμα˙

μυρωμένο με το δικό μας άγιο ιδρώτα.

Ειρήνη, Ειρήνη. Μπαλάντες σου πρέπουν Ειρήνη και ύμνοι.
Σε βλέπουμε παντού γιατ’ είσαι άφθαρτη και παντοτεινή.
Σε βλέπουμε να κτυπάς στις καρδιές των ανθρώπων
σε βλέπουμε αποτυπωμένη στο πρόσωπο τού κουρασμένου πολεμιστή
ζωγραφισμένη στης χαροκαμένης μάνας το τσεμπέρι.

Σε βλέπουμε στον άνεμο που σφυράει μεσ’ απ’ τις καμινάδες του αύριον

που σχηματίζει τραγούδι από φωτιά κι’ από ευτυχία και λιωμένο σίδερο

Σε βλέπουμε στο πρόσωπο του στοχαστή

που με το γυμνό του μέτωπο στον άνεμο

ζητά ν’ αντιφεγγίσει τες αστραπές και τα νοήματα των αιώνων.

Σε βλέπουμε, σαν ακούμε τους φθόγγους της λύρας

Που παίζει το σκοπό του αύριον και της αιωνιότητας το τραγούδι.

– Κι όμως γελαστήκατε, μας είπαν ξανά οι απελάτες

και μας δείξανε κάτι στάκτες

σ’ ένα αυλακωμένο απ’ τις μπόμπες χωράφι

κάτι καμένα απ’ την φωτιά του πολέμου αγριολούλουδα

κάτι σπόρους τρυπημένους απ’ τις σφαίρες.

Και δακρύσαμε.

Και πήραμε σκυφτοί να μαζεύουμε τούτα τα κειμήλια

και να τ’ απιθώναμε με ευλάβεια σε χρυσή λήκυθο ιερή.

Και πήραμε τα χορταριασμένα μονοπάτια μακρυά απ’ τον κόσμο

και στον ώμο μας τη λήκυθο είχαμε την ιερή.

Κι’ ήταν βαριά πολύ, αβάσταγη κι’ ας είχε μέσα στάκτες.

Κι’ έπεσε μεγάλο κακό κάτω στους κάμπους
και μαύρισε ο ουρανός.
Μπουρινιασμένος, τίναζε αστροπελέκια και βροντές κι’ αγέρι δυνατό.
Λύθηκαν οι ασκοί του Αιόλου και τα στοιχεία της φύσης
και μάς ρίξαν στο χώμα τη λήκυθο την ιερή
κι’ έσπασε.
Και βγήκε τότε μέσα απ’ τις στάκτες
κόρη φεγγαρολουσμένη κι’ αστραφτερή, κόρη αγγελοκάμωτη
και τίναξε τα ολόχρυσα της φτερά
κι αγκάλιασε ο ίσκιος της τον κόσμο πού ανατρίχιασε από χαρά
και το γέλιο ξανάνθισε στα σκασμένα του χείλη.

Σωτήρης Παπαλάζαρος,  1970-71  (Απόσπασμα)

 

Στον ιερομάρτυρα Παπαλάζαρο
που δεν καταδέχτηκε να ονοματίσει
τον γνωστό δολοφόνο του έφηβου γιου του
πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη
που χέστηκε, δυστυχώς
και βρώμισε τον τόπον όλο

αφού ο φόνος
διαπράχτηκε μπρος στον επίσκοπο
ο οποίος φυγαδεύτηκε
στων προδοτών την Εδέμ.

Χρίστος Χατζήπαπας