Φυματίωση: Μια τραγική σελίδα της κοινωνικής ιστορίας της Κύπρου

Ένα κοιμητήριο χαμένο στο δάσος του Τροόδους ό,τι απέμεινε από το μαρτύριο της ασθένειας και της προκατάληψης που βίωσαν εκατοντάδες άνθρωποι

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια από τις τραγικότερες σελίδες στην κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου που γράφτηκαν στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’40, όταν η πανάρχαια ασθένεια της φυματίωσης βρισκόταν και πάλι σε έξαρση στον τόπο μας.

Μια περίοδος μαρτυρίου για εκατοντάδες συμπατριώτες  μας (ακόμα και μικρά παιδιά) που βρέθηκαν στο πέρασμα της φοβερής, τότε, «φθίσης», όπως την έλεγε ο λαός μας ή της «νόσου των φτωχών», όπως θεωρείτο καθώς οι πάσχοντες ήταν κατά κύριο λόγο άτομα που διαβίωναν σε δύσκολες συνθήκες με εξασθενημένο οργανισμό λόγω άλλων ασθενειών, κακουχιών αλλά και ελλιπούς διατροφής.

Η προκατάληψη μαζί με την άγνοια και το φόβο, το αίσθημα της ντροπής και ο κοινωνικός ρατσισμός ακόμα και ανάμεσα στα μέλη των ίδιων των οικογενειών, ο πόνος και το αίσθημα της απομόνωσης και του στιγματισμού από τη μια και της απανθρωπιάς από την άλλη, αποτελούσαν κυρίαρχα στοιχεία εκείνης της εποχής, με θύματα τους «χτικιάρηδες», όπως περιφρονητικά αποκαλούσαν τους ανθρώπους που ασθενούσαν.

Η αναφορά στη φυματίωση και φυματικούς της Κύπρου, αβίαστα παραπέμπει στην Κυπερούντα, όπου, μετά από πολλούς αγώνες, δημιουργήθηκε το Σανατόριο που  αποτέλεσε το καταφύγιο όσων ασθενούσαν. Και αναμφίβολα, εκεί μπόρεσαν κάποιοι να βρουν τη γιατρειά τους, όμως ήταν και αρκετοί που δεν τα κατάφεραν, που τους νίκησε η αρρώστια και έμειναν στα αζήτητα, που «πετάχτηκαν» σε ένα νεκροταφείο που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτούς μέσα στο δάσος, για να μην τους βλέπει ανθρώπου μάτι, για να μη γνωρίζει κανένας την ύπαρξή τους, θεωρούμενοι, ακόμα και από τις οικογένειές τους, ως να μη γεννήθηκαν ποτέ.

Σ’ αυτή την τραγική πτυχή της ιστορίας των φυματικών που πέθαναν και δεν τους γύρεψε κανένας, η δική μας σημερινή αναφορά κι αυτό με αφορμή και την προσωπική εμπειρία που είχε ο βουλευτής Κώστας Κώστα, ο οποίος την περιγράφει με πολλή συναισθηματική φόρτιση, υποδεικνύοντας την ανάγκη ότι έστω και με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών, έχουμε υποχρέωση να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Το 1948 κι αφού οι συγγενείς των ασθενών που πέθαιναν στο Σανατόριο, αρνούνταν να παραλάβουν τις σορούς τους γιατί φοβόντουσαν τον κοινωνικό στιγματισμό, και λόγω της άρνησης ταφής τους στο κοιμητήριο Κυπερούντας, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια, όπως αναφέρει, οι Αρχές του Σανατορίου δημιούργησαν ένα μικρό κοιμητήριο για να θάβονται αυτοί οι άνθρωποι. Και επέλεξαν μια μυστική τοποθεσία, μακριά από το χωριό, που την ήξεραν…

Στην ταφή συνήθως ήταν μόνο ο ιερέας και ένας ή δύο κηπουροί του Σανατορίου που άνοιγαν τον τάφο και έθαβαν τον νεκρό, κάποτε και κάποιος νοσοκόμος… κανένας από τους συγγενείς αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι τους είχαν εγκαταλείψει στο Σανατόριο, δεν τους επισκέφθηκε ποτέ και αρνήθηκαν να τους παραλάβουν και να τους θάψουν. Το κοιμητήριο εγκαταλείφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και η ύπαρξή του ξεχάστηκε με την πάροδο των χρόνων… χάθηκε μέσα στα δέντρα και τους θάμνους του δάσους.

Δεν ήθελαν να τους ξέρουν ούτε οι συγγενείς τους

Ο Κώστας έμαθε για την ύπαρξη αυτού του «μυστικού» τόπου ανάπαυσης των νεκρών φυματικών, πριν από ένα χρόνο από την τηλεοπτική εκπομπή «24 Ώρες» του συνάδελφου δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου κι όταν ο ίδιος βρέθηκε στην Κυπερούντα πριν μερικούς μήνες, έψαξε στην περιοχή γύρω από το Σανατόριο, αλλά δεν βρήκε το κοιμητήριο.

Βρέθηκε όμως στην περιοχή και την περασμένη εβδομάδα και εντελώς τυχαία, ανεβαίνοντας από τον Καρβουνά προς το Τρόοδος, «είδα μια πινακίδα, η οποία θεώρησα ότι αναφέρεται σ’ ένα από τα πολλά μονοπάτια της φύσης… διαβάζοντάς την όμως, συνειδητοποίησα με έκπληξη ότι αναφερόταν σε αυτό το κοιμητήριο…»

Κατέβηκε και μέσα από ένα πολύ κατηφορικό μονοπάτι μέσα στο δάσος, σε μια χαράδρα, «είδα από μακριά αυτό τον μικρό, ιερό και μυστικό τόπο που την παγερή ησυχία του την σπάζουν μόνο τα κελαηδίσματα των πουλιών…»

Μέσα από τους πετρόχτιστους τοίχους, 6 πέτρινοι σταυροί μόνο, αφού τότε ο ιερέας έφτιαχνε πρόχειρους ξύλινους σταυρούς, οι οποίοι καταστράφηκαν με την πάροδο των χρόνων. Ένας σταυρός γράφει πάνω «Τίτος 12/10/44-14/8/47» και ένας άλλος «Θεοδώρα Ιεροδιακόνου, θανούσα 8/3/48, ετών 22».

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάζονταν στο Σανατόριο εκείνη την εποχή, το «Τίτος» είναι ψευδώνυμο ενός τρίχρονου μωρού που οι γονείς του δεν ήθελαν να γραφτεί στο σταυρό το αληθινό όνομά του και να στιγματιστούν, ενώ η Θεοδώρα από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο Σανατόριο μέχρι τη στιγμή που πέθανε δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν.

«Το μόνο που σκέφτεσαι όταν βρεθείς εκεί, είναι γιατί αυτοί οι άνθρωποι, που βασανίστηκαν όσο ζούσαν, έπρεπε να έχουν αυτό το τέλος», αναρωτιέται ο Κώστας υποδεικνύοντας ότι το καλύτερο μνημόσυνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους που η ζωή και η τότε κοινωνία αδίκησαν τόσο και τους πέταξαν κυριολεκτικά, θα είναι να μάθει ο κόσμος την τραγική αυτή ιστορία.

Με τη βεβαιότητα ότι σε αυτόν το χώρο έχουν θαφτεί και δεκάδες άλλοι άνθρωποι που κανένας δεν τους έψαξε και δεν τους θυμάται, που έμειναν στην αφάνεια, ο Κώστας υποδεικνύει ότι θα πρέπει πλέον αυτοί οι άνθρωποι να βρουν τη δικαίωσή τους «και η δικαίωση αυτών των πλασμάτων είναι να μάθει ο κόσμος πού είναι οι τάφοι τους, το καλύτερο μνημόσυνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους θα ήταν να καθιερωθεί η τέλεση ενός τρισάγιου την  24η Μαρτίου που καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Φυματίωσης και να δημιουργηθεί στο χώρο ένα μικρό μουσείο για την ιστορία της φυματίωσης και των φυματικών στην Κύπρο».

Η πρώτη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση έγινε την περασμένη Κυριακή. Μετά από πρωτοβουλία του διευθυντή του Νοσοκομείου Κυπερούντας, αλλά και των κοινοτήτων Κυπερούντας και Αμίαντου, πραγματοποιήθηκε το πρώτο μνημόσυνο των θυμάτων της φυματίωσης και ακολούθησε τρισάγιο στο χώρο του κοιμητηρίου.

Untitled 10

Untitled 9

Μοναδικό καταφύγιο το Σανατόριο Κυπερούντας

Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι η οργανωμένη καταπολέμηση της φυματίωσης στην Κύπρο ξεκίνησε με την ίδρυση του Αντιφυματικού Συνδέσμου το 1935, περίοδο όπου υπήρχε μεγάλη φτώχεια, οι οικογένειες συνήθως ήταν πολυμελείς και οι συνθήκες διαβίωσης στην ύπαιθρο ήταν πραγματικά δύσκολες και η προκατάληψη, ο φόβος και η έλλειψη ενημέρωσης συνέβαλλαν στη δυσκολία ανίχνευσης και δήλωσης των περιστατικών φυματίωσης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η υποδιάγνωση, η αύξηση της θνησιμότητας και η αύξηση της μετάδοσης της νόσου ανάμεσα στον πληθυσμό.

Το Σανατόριο της Κυπερούντας με 100 κλίνες λειτούργησε το 1940. Η τοποθεσία για την ανέγερσή του επιλέγηκε λόγω των κατάλληλων κλιματολογικών συνθηκών που βοηθούσαν την ανάρρωση των ασθενών. Κτίστηκε, μετά από αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής, με τη βοήθεια τού τότε κοινοτάρχη Κυπερούντας Γεώργιου Φάκα, ο οποίος παραχώρησε κτηματική περιουσία και προέτρεψε τους συγχωριανούς του όχι μόνο να αποδεχθούν, αλλά και να συμβάλουν στην ανέγερση και τη λειτουργία του.

Με τη μείωση των νέων περιστατικών φυματίωσης μετά το 1974 το Σανατόριο μετατράπηκε σε περιφερειακό Νοσοκομείο.

Χρήστος Χαραλάμπους

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.