Στη δημοσιότητα έδωσε σήμερα, αργά το απόγευμα, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας κ. Οδυσσέας Μιχαηλίδης την επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας, που αφορά την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για δαπάνη ύψους €400.000 προς τον Νομικό Οίκο Freshfields Bruckhaus Deringer για νομικές υπηρεσίες, σε σχέση με την πώληση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας στην Ελληνική Τράπεζα.

Ο κ. Μιχαηλίδης έδωσε στη δημοσιότητα αυτούσια την επιστολή, λόγω, όπως αναφέρει, διαστρέβλωσης του περιεχομένου της γνωμάτευσης από κάποια ΜΜΕ.

Συγκεκριμένα, ο Γενικός Εισαγγελέας απαντώντας σε επιστολή του Γενικού Ελεγκτή σημειώνει πως «Από το σύνολο των στοιχείων που παρατίθενται στην επιστολή σας, από άλλα στοιχεία που τηρούνται στους φακέλους της Νομικής Υπηρεσίας και από τα όσα προέκυψαν κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, εγείρονται προς εξέταση και γνωμάτευση τα ακόλουθα επί μέρους ζητήματα:

α. Κατά πόσο θα έπρεπε στη συγκεκριμένη περίπτωση μίσθωσης νομικών υπηρεσιών να εφαρμόζοντο οι πρόνοιες της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με ημερ. 04.02.2015 και με αρ. 78.293.

β. Εάν θα έπρεπε να εφαρμόζοντο στην περίπτωση οι πρόνοιες της πιο πάνω Απόφασης, κατά πόσο πράγματι εφαρμόστηκαν ή όχι.

γ. Κατά πόσο η συγκεκριμένη περίπτωση μίσθωσης νομικών υπηρεσιών μπορούσε ή έπρεπε να τύχει εξαίρεσης από τις πρόνοιες του περί της Ρύθμισης της Διαδικασίας Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου αρ. 73 (Ι)/2016.

δ. Εάν δεν εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ενώ θα έπρεπε, ποιες μπορεί να είναι οι ενδεχόμενες επιπτώσεις και/ή κυρώσεις;

ε. Κατά πόσο η υπογραφή της Σύμβασης μίσθωσης υπηρεσιών μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και του νομικού οίκου Freshfields Bruckhaus Deringer LLP έγινε χωρίς την προηγούμενη διασφάλιση των αναγκαίων πιστώσεων κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 7 του περί της 3 Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου – Νόμος αρ. 38(Ι)/2014».

Ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει στη γνωμάτευση του πως το Υπουργείο Οικονομικών θα έπρεπε να λάβει σχετική γνωμάτευση από την Νομική Υπηρεσία, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «Επρόκειτο απλά για «αγορά νομικών υπηρεσιών», από Υπουργείο οπότε θα έπρεπε πρώτα να εξασφαλίζετο η έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και μετά να υποβάλλετο σχετική Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο επισυνάπτοντας την έγκριση, και τις θέσεις ή απόψεις του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Απόφασης».

Καταγράφει επίσης πως «Από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνεται ότι μετά την έγκριση που δόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο για απευθείας ανάθεση, το Υπουργείο Οικονομικών προχώρησε και συμβλήθηκε για μίσθωση συμβουλευτικών υπηρεσιών με τον οίκο Freshfields. Επίσης, διαπιστώνεται ότι οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες παρασχέθηκαν, ενώ παραμένει αδιευκρίνιστο το ακριβές ποσό που καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί γι’ αυτές τις υπηρεσίες. Όπως όμως και αν είχαν τα πράγματα, η σύμβαση εκείνη για υπηρεσίες που συμφωνήθηκαν και προσφέρθηκαν προς το Κράτος, θα πρέπει να τιμηθεί και κανένα μέτρο που τυχόν θα επηρέαζε τον καταρτισμό και την εκτέλεση της δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ληφθεί εκ των υστέρων. Το γεγονός της παράλειψης λήψης της έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα και των σχολίων του Γενικού Λογιστηρίου δεν καθιστά τη σύναψη της σύμβασης παράνομη, ούτε επιφέρει την αυτόματη ακυρότητα της».

Συνταγματική εκτροπή
«Η μη εφαρμογή από το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών των προνοιών της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 04.02.2015 συνιστά μια συνταγματική εκτροπή, εφόσον με την ενέργεια του όπως παρακάμψει τον Γενικό Εισαγγελέα και τη Νομική Υπηρεσία και προβεί σε απευθείας μίσθωση νομικών υπηρεσιών από ιδιωτικό οίκο, χωρίς έγκριση από τον Γενικό Εισαγγελέα, ουσιαστικά παραβίασε τις συνδυασμένες πρόνοιες των Άρθρων 112 και 113 του Συντάγματος σύμφωνα με τις οποίες ο νομικός σύμβουλος των Υπουργείων είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Οι όποιες διαπιστώσεις όμως του Γενικού Εισαγγελέα κατόπιν νομικής διερεύνησης και γνωμάτευσης, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διακήρυξη ακυρότητας ή ακυρώσιμου οποιασδήποτε διοικητικής πράξης ή απόφασης, όπως είναι η περίπτωση με τις δικαστικές αποφάσεις.

Ούτε τέτοιου είδους εσφαλμένες αποφάσεις ή αποφάσεις όπως του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψιν αρχές του διοικητικού δικαίου και της νομολογίας, επισύρουν οποιεσδήποτε κυρώσεις ή επιφέρουν επιπτώσεις στους φορείς λήψης των αποφάσεων τούτων.

Αυτού του είδους οι πράξεις, παραλείψεις ή αποφάσεις, εκεί όπου παράγουν έννομα αποτελέσματα, δύνανται μόνο να προσβληθούν ως προς την εγκυρότητα τους από πρόσωπα τα οποία ενδεχόμενα διαθέτουν ενεστώς έννομο συμφέρον, και να ακυρωθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, η ελλιπής τεκμηρίωση και στοιχειοθέτηση των λόγων που δεν επιτρέπουν την λήψη λιγότερων δραστικών μέτρων από τη μη τήρηση των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, ενδεχομένως να θεωρηθεί και ως παράβαση των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας σύμφωνα με την Οδηγία 2014/24/ΕΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται θέμα που και αυτό θα μπορούσε να εγερθεί ενώπιον Δικαστηρίου στα πλαίσια διοικητική πράξης, όπου αυτή παράγει έννομα αποτέλεσμα.

Το οποιοδήποτε ενδεχόμενο στοιχειοθέτησης του ποινικού αδικήματος της Κατάχρησης Εξουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα είναι απορριπτέο. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο αρμόδιος Υπουργός διενέργησε αυθαίρετη πράξη που παραβλάπτει τα δικαιώματα αλλού, όπως απαιτείται να αποδειχθεί από το εν λόγω άρθρο, αφού η πράξη του Υπουργού εξουσιοδοτήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ δεν προκύπτει ούτε απτή μαρτυρία για παράβλεψη δικαιωμάτων άλλων προσώπων.

Ούτε επίσης και θέμα αστικής ευθύνης φαίνεται να ανακύπτει, εφόσον από τις υπό εξέταση ενέργειες δεν αποδεικνύεται ότι το κράτος υπέστη οικονομική βλάβη εξαιτίας τούτων.

Τα υπό εξέταση εδώ θέματα, εμπίπτουν στη σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου και στις αρχές που το διέπουν».

Διαβάστε εδώ αυτούσια την επιστολή