Του Νίκου Μούδουρου*

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της μακρόχρονης διακυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία είναι η επιδίωξη σχετικής αυτονόμησης στην περιφέρεια της χώρας.

Το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας ήδη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έχει προωθήσει την άποψη ότι η χώρα θα πρέπει να προχωρήσει σε αναθεώρηση των βασικών της προσανατολισμών με τρόπο που να επωφελείται από το κενό ισχύος που σχηματίζεται στην περιφερειακή τάξη πραγμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο τόσο τα βασικά μέρη του ισλαμικού κινήματος όσο και άλλα μέρη της πολιτικής ελίτ στην Άγκυρα θεωρούν ότι η παγκόσμια κατάσταση πραγμάτων στιγματίζεται από μια γενικότερη «αταξία» μέσα από την οποία οι μετακινήσεις παγκόσμιας ισχύος γεννούν τις προοπτικές μιας νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων. Η Τουρκία –σύμφωνα με το πιο πάνω σκεπτικό– μπορεί και πρέπει να είναι σε θέση να μετασχηματιστεί σε μια από τις «ιδρυτικές δυνάμεις» της αναδυόμενης νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων.

Η σημερινή ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, δομικό μέρος της οποίας είναι και η κρίση που προκαλεί η Άγκυρα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι συνυφασμένη με τους προαναφερθέντες γενικότερους στόχους του κράτους της Τουρκίας. Οι ανακατατάξεις που προκάλεσε η «Αραβική Άνοιξη», η κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση ιδιαίτερα μετά την πραξικοπηματική απόπειρα του Ιουλίου 2016, αλλά και οι προοπτικές γύρω από το ζήτημα της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο, εμφανίζονται ως επιπλέον παράμετροι που αναδιαμορφώνουν τους περιφερειακούς στόχους της Τουρκίας και τη διεκδίκησή της για αυτονόμηση.

Το κείμενο που ακολουθεί ασχολείται γενικά με τις βασικές πτυχές του ιδεολογικού υπόβαθρου που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία σε σχέση με την έννοια της Ανατολικής Μεσογείου και τη σημασία που αποκτά στο γεωπολιτικό δόγμα του τουρκικού κράτους. Σημαντικός άξονας είναι η Κύπρος, αλλά ειδικότερα η «τδβκ», η οποία πλέον θεωρείται όχι μόνο ως το «υποκείμενο» της παροχής ασφάλειας από την Τουρκίας, αλλά και ως «δρώντας» που μπορεί υπό προϋποθέσεις να «παρέχει ασφάλεια» στην ίδια την Τουρκία σε ένα περιβάλλον εντεινόμενων ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο. […]

Ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου

Η συγκεκριμενοποίηση του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την περίοδο 2007-2008 και μετά ενεργοποίησε ακόμα περισσότερο το ιδεολογικό υπόβαθρο μέσα από το οποίο η Τουρκία αντιλαμβάνεται την Ανατολική Μεσόγειο. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις προαναφερθείσες εξελίξεις που προκάλεσε η αραβική άνοιξη, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μια πιο επιθετική πολιτική στο ζήτημα της ενέργειας.

Οι προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας για συμφωνίες με τα γειτονικά κράτη στον καθορισμό της ΑΟΖ, αλλά και πιο μετά το πρόγραμμα γεωτρήσεων και η εμπλοκή μεγάλων εταιρειών, αποτέλεσαν εξελίξεις που ερμηνεύθηκαν από την Άγκυρα μέσα από διαφορετικούς άξονες.

Στο επίκεντρο αυτών των αξόνων ήταν η αντίληψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επιδίωξε τον πλήρη αποκλεισμό της Τουρκίας από το ζήτημα της ενέργειας. Έτσι, από τη μια πλευρά οι συγκεκριμένες εξελίξεις συνιστούσαν μια νέα φάση διεθνοποίησης του ίδιου του κυπριακού προβλήματος με την προσθήκη της πτυχής της ενέργειας. Συνεπώς ως φάση διεθνοποίησης, η συγκυρία εξανάγκαζε την Άγκυρα να ενεργοποιήσει πτυχές σκληρής ισχύος και να δημιουργήσει προϋποθέσεις παρέμβασης στις εξελίξεις.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η μορφή διεθνοποίησης και οι συνεργασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ζήτημα της ενέργειας αναθέρμαναν την αίσθηση της «εχθρικής περικύκλωσης», της αντίληψης για τον κίνδυνο «αποκοπής» της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και της πεποίθησης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επαναφέρει τον στόχο μονοπώλησης της εξουσίας περιθωριοποιώντας τους Τουρκοκύπριους.

Πιο συγκεκριμένα, η ενεργειακή πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας, έτσι όπως αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια, εγγράφεται από την Τουρκία σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο με τα εξής χαρακτηριστικά:

α) οι πολιτικές της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι μονομερείς ενέργειες και προκαλούν αστάθεια γενικά στην Ανατολική Μεσόγειο,

β) παραγνωρίζουν τα δικαιώματα της Τουρκίας,

γ) ακριβώς εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών θα πρέπει να γίνουν ενέργειες από πλευράς της Τουρκίας για ανατροπή των πιθανών τετελεσμένων. Η συγκεκριμένη προαναφερθείσα αντίληψη σε σχέση με τις πολιτικές που αναπτύσσει η Κυπριακή Δημοκρατία, ουσιαστικά προετοίμασαν το υπόβαθρο «ενσωμάτωσής» της σε ένα πλαίσιο «εχθρικών δρώντων» ενάντια στην Τουρκία. Στην αντίληψη της Άγκυρας οι πολιτικές συνεργασιών της Κυπριακής Δημοκρατίας την έχουν μετασχηματίσει σε δομικό εργαλείο «εχθρικής περικύκλωσης» της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο. [..]

Ο «νέος ρόλος» της «τδβκ»

Το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχουν έντονες αναφορές σε μια προσπάθεια ιστορικής νομιμοποίησης της εμπλοκής της Τουρκίας στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες πηγάζουν από το νέο δόγμα εθνικής ασφάλειας, αλλά και από το τουρκο-ισλαμικό ιδεολογικό υπόβαθρο της σημερινής εξουσίας στη χώρα. […]

Η «γαλάζια πατρίδα» είναι έννοια που ανήκει στον απόστρατο ναύαρχο Cem Gürdeniz και περιγράφει τις θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Τουρκία διεκδικεί να έχει κυριαρχία και συνεπώς να καθορίζει θαλάσσιες ζώνες καθώς και αποκλειστική οικονομική ζώνη. Η έννοια αυτή είχε στόχο να εκλαϊκεύσει τον πολιτικό στόχο οι θάλασσες που περιβάλλουν την Τουρκία να αντιμετωπίζονται ως «έδαφος της πατρίδας». […]

«Κεκτημένα»

Εξαιτίας της μετατροπής της Ανατολικής Μεσογείου στο επίκεντρο της περιφερειακής ασφάλειας της Τουρκίας, κύκλοι της εξουσίας στην Άγκυρα αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει να προστατευθούν τα «κεκτημένα του 1974».

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Gürdeniz, «όπως και σε ολόκληρη την ιστορία, έτσι και στις επόμενες δεκαετίες, η Ανατολική Μεσόγειος θα είναι ένα πεδίο έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, στο οποίο η Τουρκία θα ξοδέψει πολύ κόπο και πηγές. Αυτό το πεδίο μαζί με την «τδβκ», θα καθορίσουν τη μοίρα μας τον 21ο αιώνα». Η προαναφερθείσα δυναμική είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς μεταφέρει στο επίκεντρο της πολιτικής της Άγκυρας για την Ανατολική Μεσόγειο, την ίδια την «τδβκ» ως ένα «δρώντα» παροχής ασφάλειας προς την Τουρκία και όχι το αντίθετο.

Ο Karagül περιέγραψε αυτή τη μεταστροφή ως εξής: «Ορίστε, σε αυτό το σημείο η «τδβκ» θα αναλάβει ρόλο σωτηρίας της Τουρκίας».

Στο συγκεκριμένο επίπεδο η «τδβκ» αποκτά κρίσιμη σημασία αφού μπορεί να αποτελέσει μια βάση ακύρωσης της «εχθρικής περικύκλωσης» της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο εξαιτίας ακριβώς της παρουσίας του τουρκικού στρατού. Μπορεί να διασφαλίσει τον έλεγχο των βόρειων ακτών της Κύπρου και άρα την ασφάλεια της Ανατολίας.

Την ίδια στιγμή διασφαλίζει ότι ο πολεμικός στόλος της Τουρκίας θα μπορεί να κινείται με ασφάλεια σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου. Στο πλαίσιο των σημερινών ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο, η ύπαρξη της «τδβκ» αποτελεί «απάντηση» ενάντια στην επιδίωξη απομόνωσης της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο η «τδβκ» μπορεί να λειτουργήσει και ως ένας δεύτερος πολεμικός στόλος για την προστασία της εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας.

Επομένως θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχιση και η ενίσχυση της «τδβκ» και όχι η διάλυσή της μέσα από μια ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού προβλήματος. Καθόλου τυχαία ο Cem Gürdeniz χαρακτηρίζει την «τδβκ» ως «το νότιο φρούριο της γαλάζιας πατρίδας» και υπογραμμίζει ότι «δεν θα πρέπει να ξεχαστεί ότι η «τδβκ» δεν είναι η μικρή πατρίδα. Είναι η ίδια η μητέρα πατρίδα».

Έτσι η έννοια της «μητέρας πατρίδας», της «μικρής πατρίδας» και της «γαλάζιας πατρίδας», εμφανίζονται ως δομικά στοιχεία ενός περιεκτικού συνόλου αντιλήψεων για την Ανατολική Μεσόγειο.

Το νέο δόγμα

Αυτή ακριβώς η κρίσιμη σημασία που αποδίδεται στη γεωγραφική θέση της Κύπρου και ιδιαίτερα στην ύπαρξη της «τδβκ» για την εξυπηρέτηση των στόχων του νέου δόγματος εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας, αποτελεί και τη βάση για την ανάπτυξη των σχεδιασμών δημιουργίας μιας μόνιμης ναυτικής βάσης στο νησί. Οι σχεδιασμοί αυτοί κατατέθηκαν από το πολεμικό ναυτικό προς την πολιτική ηγεσία της χώρας και πτυχές τους έχουν διαρρεύσει ποικιλοτρόπως στον τουρκικό Τύπο. […)

Όλες αυτές οι δυνάμεις που βρίσκονται στην Ανατολική Μεσόγειο υποστηρίζονται από τα λιμάνια της Μερσίνας και Αλεξαντρέττας, τα οποία ωστόσο εξυπηρετούν πρώτιστα το πολιτικο-εμπορικό ναυτικό. Επομένως περιορίζεται ουσιαστικά η στήριξη προς το πολεμικό ναυτικό, το οποίο είναι αναγκασμένο να εξυπηρετείται περισσότερο από τη ναυτική βάση Aksaz που βρίσκεται στο Αιγαίο στην περιοχή Μαρμαρά. Συνεπώς, για τις αποστολές του πολεμικού ναυτικού, που επικεντρώνονται κυρίως στην περιοχή της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής, προκύπτει η ανάγκη μιας ναυτικής βάσης σε πιο κοντινή απόσταση.

Ο σχεδιασμός για τη ναυτική βάση στην Κύπρο περιλαμβάνει την προοπτική του ότι θα μειώσει το χρόνο ταξιδιού του ναυτικού προς το χώρο της αποστολής, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσει τη δυνατότητα παραμονής του στον εκάστοτε χώρο που επιχειρεί.

Η Κύπρος είναι η πιο κοντινή γεωγραφία στις επιχειρησιακές ζώνες του τουρκικού πολεμικού ναυτικού και συνεπώς μπορεί να αποτελέσει μια σοβαρή επιλογή για βάση τεχνικής και άλλης στήριξής του. Στο ίδιο πλαίσιο κρίνεται ότι μια τέτοια βάση θα προσδώσει περισσότερη ισχύ στην Τουρκία στους ευρύτερους ανταγωνισμούς της Ανατολικής Μεσογείου που σχετίζονται με την ενέργεια.

ΥΓ: Αποσπάσματα από την παρέμβαση του Νίκου Μούδουρου στην ημερίδα της ΚΕ ΑΚΕΛ «Ενεργειακές Πηγές και Κύπρος – Προκλήσεις και Προοπτικές», που έγινε το Σάββατο 23 Νοεμβρίου.

* Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρου