Γενικός Ελεγκτής για «Πόλιτη»: Αυτά που ζητά ο Γ.Ελεκγτής έπρεπε ήδη να είχαν δημοσιοποιηθεί



Το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία ζητούνται και δεν δίδονται ως επίσης και το γεγονός ότι αυτού του είδους τα στοιχεία δεν είναι εν πάση περιπτώσει διαθέσιμα και δεν δημοσιοποιούνται ξενίζει πραγματικά, σημειώνει ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, σε σχέση με τα στοιχεία που η Επίτροπος Διοικήσεως αρνείται να παραδώσει στην Ελεγκτική Υπηρεσία, στο πλαίσιο διενέργειας του ελέγχου της.

Σε απαντητική επιστολή του προς τον Γενικό Ελεγκτή ημερομηνίας 8 Ιανουαρίου 2020, ο κ. Κληρίδης αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η δημοσιοποίηση τέτοιας φύσεως στοιχείων είναι απαραίτητη για να καταδειχθεί και η ωφελιμότητα της ύπαρξης και λειτουργίας του Θεσμού, η ύπαρξη και/ή διαστάσεις τυχόν προβλημάτων, η βελτίωση ή επιδείνωση παρατηρούμενων ελλείψεων, ακόμα και η παραγωγικότητα και αποδοτικότητα του τρόπου λειτουργίας του Θεσμού του Επιτρόπου, η τυχόν ανάγκη για ενίσχυση του γραφείου του κλπ».

Την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέας έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Ελεγκτική Υπηρεσία με αφορμή σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα «μιλά αφ` εαυτής και αποδεικνύει τη πλήρη διαστρέβλωση της γνωμάτευσης από την εφημερίδα».

Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει, επίσης, ότι λειτουργοί της θα επισκεφθούν τη Δευτέρα το γραφείο της Επιτρόπου με σκοπό την παραλαβή των στατιστικών στοιχείων που έχουν ζητηθεί.

«Στη βάση της γνωμάτευσης, ενημερώσαμε γραπτώς στις 13.1.2020 την Επίτροπο Διοικήσεως ότι την Δευτέρα 20.1.2020 λειτουργοί της Υπηρεσίας μας θα επισκεφτούν το γραφείο της με σκοπό την παραλαβή των στατιστικών στοιχείων που έχουν ζητηθεί. Ευελπιστούμε ότι η Επίτροπος θα τερματίσει αυτή την αχρείαστη αντιπαράθεση και θα παραδώσει τα στοιχεία τα οποία, όπως εξηγεί και ο Γενικός Εισαγγελέας, ούτως ή άλλως θα έπρεπε να δημοσιοποιούνται», αναφέρει συγκεκριμένα η ανακοίνωση.

Στην επιστολή του, ο κ. Κλήρίδης σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι «εγκύπτοντας στην ουσία του υπό εξέταση θέματος και ιδιαίτερα στη φύση των ζητουμένων στοιχείων, θα πρέπει να πω ότι ξενίζει πραγματικά το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία ζητούνται και δεν δίδονται. Ξενίζει το γεγονός ότι αυτού του είδους τα στοιχεία δεν είναι εν πάση περιπτώσει διαθέσιμα και δεν δημοσιοποιούνται».

Αναφερόμενος στις αρχές της Επιτροπής Βενετίας, ο κ. Κληρίδης επισημαίνει ότι «ο Επίτροπος οφείλει να δίδει αναφορά προς το Κοινοβούλιο ως προς τις δραστηριότητες του, τουλάχιστον άπαξ του έτους» και ότι «οι εκθέσεις του Επιτρόπου πρέπει να δημοσιοποιούνται».

Αναφέρει, επίσης, ότι η κύρια εξουσία και το βασικό καθήκον του Επιτρόπου διεθνώς και στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, είναι να διερευνά παράπονα εναντίον οποιασδήποτε υπηρεσίας ή λειτουργού που ασκεί διοικητική ή εκτελεστική εξουσία.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, προσθέτει, ο Επίτροπος υποβάλλει στον Πρόεδρο κάθε έτος έκθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται και στη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιοποιείται.

«[…]θεωρώ ως δεδομένο και ως αυτονόητο, ότι σε μια τέτοια έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνονται στοιχεία και αριθμοί όπως αυτά που έχει ζητήσει η Ελεγκτική Υπηρεσία. Όταν, κατά νόμο, η κύρια αρμοδιότητα και υποχρέωση ενός οργάνου είναι να εξετάζει παράπονα εναντίον της διοίκησης, είναι πέραν από αναμενόμενο ότι εκείνος ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα να την μελετήσει, δηλαδή ο κάθε πολίτης, έχει δικαίωμα να γνωρίζει πόσα παράπονα έχουν υποβληθεί κατά τη διάρκεια του έτους στο γραφείο του Επιτρόπου, πόσα έχουν διερευνηθεί, πόσα ήσαν έγκυρα και βάσιμα, πόσα απέληξαν σε ετοιμασία εκθέσεων κλπ κλπ», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην επιστολή του κ. Κληρίδη.

Και συνεχίζει: «Η κατοχύρωση της αυξημένης ανεξαρτησίας ενός θεσμού, δεν συνεπάγεται μείωση της απαιτούμενης διαφάνειας ως προς τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Η δημοσιοποίηση τέτοιας φύσεως στοιχείων είναι απαραίτητη για να καταδειχθεί και η ωφελιμότητα της ύπαρξης και λειτουργίας του Θεσμού, η ύπαρξη και/ή διαστάσεις τυχόν προβλημάτων, η βελτίωση ή επιδείνωση παρατηρούμενων ελλείψεων, ακόμα και η παραγωγικότητα και αποδοτικότητα του τρόπου λειτουργίας του Θεσμού του Επιτρόπου, η τυχόν ανάγκη για ενίσχυση του γραφείου του κλπ. Ανάλογη, παρόμοιας φύσεως διαφάνεια υπάρχει σε άλλες ανεξάρτητες υπηρεσίες με προεξάρχουσα την κατ` εξοχή ανεξάρτητη Δικαστική Εξουσία. Η Δικαστική Υπηρεσία, αν και δεν υπέχει νομική υποχρέωση υποβολής ετήσιας έκθεσης των δραστηριοτήτων της, δίδει στη δημοσιότητα ή εκεί όπου αρμοδίως ζητούνται, στοιχεία και αριθμούς ως προς καταχωρηθείσες υποθέσεις, διεκπεραιωθείσες υποθέσεις, εκδοθείσες αποφάσεις, εκκρεμούσες διαδικασίες κλπ.»

Αναφερόμενος σε επιστολή του Διεθνούς Ινστιτούτου Επιτρόπου Διοικήσεως (International Ombudsman Institute), ο κ. Κληρίδης αναφέρει ότι «τόσο ο Επίτροπος Διοικήσεως όσο και οι ελεγκτικές αρχές του κράτους, έχουν καθήκον να διαβιβάζουν προς το Κοινοβούλιο αποδεικτικά στοιχεία έτσι ώστε το σώμα εκλελεγμένων αντιπροσώπων, να μπορεί να ασκεί τον διερευνητικό του ρόλο. Και οι δύο είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν στο Κοινοβούλιο προς το οποίο είναι υπόλογοι. Εξ` όσων δε αντιλαμβάνομαι, τα ίδια στοιχεία τα οποία έχει ζητήσει η Ελεγκτική Υπηρεσία, τα έχει τώρα ζητήσει και η αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή, στο πλαίσιο της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου».

«Με δεδομένη επομένως την άποψη μου ότι τα ζητηθέντα από την Ελεγκτική Υπηρεσία στοιχεία είναι τέτοιας φύσεως που θα έπρεπε ήδη να είχαν δημοσιοποιηθεί και θα πρέπει να δημοσιοποιούνται στο πλαίσιο ετήσιων εκθέσεων ή άλλως πως, και με επίσης δεδομένο ότι έχουν ζητηθεί εν πάση περιπτώσει από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή στην οποία δεν φαίνεται να αμφισβητείται η υποχρέωση για απόδοση τους, πιστεύω και καταλήγω, ότι το όλο θέμα της διαφωνίας ως προς την απόδοση των συγκεκριμένων στοιχείων στην Ελεγκτική Υπηρεσία αχρείαστα ηγέρθηκε και δεν χρήζει άλλης νομικής απάντησης εφόσον απαντάται με τον πιο πάνω γενικότερο τρόπο», προσθέτει.

Καταλήγοντας, ο κ. Κληρίδης αναφέρει ότι «θα ήταν παράλειψη εάν δεν επεσήμανα την αναγκαιότητα ανασκόπησης του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τα του θεσμού του Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προς το σκοπό της υιοθέτησης των όλων σχετικών Αρχών που παρατίθενται» στη Γνωμοδότηση αρ. 897/17 της Επιτροπής Βενετίας.