Γερμανία: 6.000 κρούσματα ημερησίως

Του ανταποκριτή μας στο Βερολίνο, Παντελή Βαλασόπουλου

  

  • Η πλειοψηφία των κρουσμάτων στη χώρα αφορά νέους -κατά βάση- άνδρες, ηλικίας 40 με 45 χρόνων
  • Η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο κλινών ΜΕΘ στα δημόσια νοσοκομεία, που φθάνουν σε αριθμό τις 26.000
  • Αυξημένη υποβολή σε τεστ μέρους του πληθυσμού, αν και δεν επαρκούν την παρούσα στιγμή τα μέσα για κάτι πιο εκτεταμένο

 

Όταν τα πρώτα εκτεταμένα κρούσματα του κορονοϊού άρχισαν να εξαπλώνονται στη Γερμανία, η Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ σε ένα δραματικό της διάγγελμα έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη κρίση που έχει περάσει η Γερμανία και η Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προειδοποίησε τους Γερμανούς πως ένα 60% – 80% του πληθυσμού ενδέχεται να μολυνθεί, σοκάροντας όχι μόνον τη Γερμανία, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο.

Πού βρισκόμαστε τώρα δύο εβδομάδες μετά το διάγγελμα αυτό; Στη Γερμανία υπάρχουν σήμερα 6.000 κρούσματα ημερησίως. Συνολικά τα κρούσματα του κορονοϊού έχουν ξεπεράσει τις 50.000, φέρνοντας τη Γερμανία στις πρώτες πέντε θέσεις παγκοσμίως με κρούσματα κορονοϊού.

Στη Γερμανία ωστόσο παρατηρείται και ένα άλλο φαινόμενο. Παρά την ιδιαίτερα μεγάλη εξάπλωση των κρουσμάτων, η θνησιμότητα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Κατά μέσο όρο, μέχρι στιγμής, δεν έχει ξεπεράσει το 0,30% των κρουσμάτων.

Μιλάμε δηλαδή για μερικές εκατοντάδες νεκρούς.

Όλοι αναρωτιούνται για το πώς η Γερμανία τα έχει καταφέρει -σε σύγκριση με άλλες χώρες- να έχει περιορισμένες ανθρώπινες απώλειες.

Οι ειδικοί στη Γερμανία δεν έχουν μια απόλυτα ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Όλοι συμφωνούν στο γεγονός ότι το είδος του κορονοϊού αυτού (ο COVID-19) είναι ένα νέο είδος κορονοϊού και δεν έχει ακόμη γίνει ξεκάθαρη η συμπεριφορά του.

Εκείνο που με σιγουριά μπορούν να πουν στη Γερμανία είναι πως η πλειοψηφία των κρουσμάτων στη χώρα αφορά νέους -κατά βάση- άνδρες, ηλικίας 40 με 45 χρόνων, οι οποίοι και έχουν πολύ καλύτερες προοπτικές να αντεπεξέλθουν στον ιό.

Μέχρι στιγμής, σε αντίθεση με άλλες χώρες, δεν έχει χτυπήσει εκτεταμένα τις μεγάλες ηλικίες.

Όσοι νεκροί υπάρχουν, προς το παρόν, είναι υπερήλικες.

Επίσης, η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο κλινών ΜΕΘ στα δημόσια νοσοκομεία, που φθάνουν σε αριθμό τις 26.000.

Το δημόσιο σύστημα υγείας δεν έχει μέχρι τώρα επιβαρυνθεί, όπως σε άλλες χώρες και οι ΜΕΘ μπορούν με άνεση να ανταποκριθούν στα βαριά κρούσματα.

Προκειμένου η Γερμανία να αντιμετωπίσει ένα ολοένα και μεγαλύτερο κύμα κρουσμάτων, έχει θέσει ως στόχο της να διπλασιάσει τις κλίνες των ΜΕΘ.

Έτσι, σχεδιάζουν να μετατρέψουν ένα μεγάλο αριθμό ξενοδοχείων και κλειστών αθλητικών εγκαταστάσεων σε μονάδες αυξημένης φροντίδας για ασθενείς με κορονοϊό.

Παράλληλα, υπάρχει και μια αυξημένη υποβολή σε τεστ μέρους του πληθυσμού, όμως εδώ εμφανίζονται προβλήματα, καθώς δεν επαρκούν την παρούσα στιγμή τα μέσα για κάτι πιο εκτεταμένο.

 

Χαλαρότητα και ανυπακοή

Αρχικά και στη Γερμανία υπήρξε μια χαλαρότητα, αλλά και ανυπακοή μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στα πρώτα μέτρα περιορισμού που επιβλήθηκαν και αυτό δημιούργησε ανησυχία στους κυβερνητικούς παράγοντες.

Σε πρώτη φάση και με δική τους πρωτοβουλία, ακολουθώντας το ομοσπονδιακό σύστημα της χώρας, τα κρατίδια της Βαυαρίας, της Σαξονίας και του Ζάαρ εφάρμοσαν τη δική τους καραντίνα, αδιαφορώντας για το τι θα έπρατταν τα υπόλοιπα κρατίδια.

Έτσι, η Καγκελάριος Μέρκελ και η κυβέρνηση αναγκάστηκαν να εξαγγείλουν νέα αυστηρότερα μέτρα περιορισμών που ισχύουν πλέον για το σύνολο της γερμανικής επικράτειας.

Εκτός του ότι έκλεισαν όλα τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα καταστήματα -πλην των φαρμακείων και των καταστημάτων τροφίμων- η έξοδος για τους πολίτες επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένες δουλειές, δεν απαιτείται ειδική άδεια, όμως όλοι πρέπει να φέρουν μαζί τους ταυτότητες, καθώς πραγματοποιούνται αυστηροί αστυνομικοί έλεγχοι.

Επιπρόσθετα, απαγορεύονται οι συναθροίσεις για πάνω από δύο άτομα.

Πριν λίγες μέρες, όμως, ξεκίνησε μια συζήτηση ακόμη και από μέλη της κυβέρνησης για το εάν θα πρέπει να χαλαρώσουν τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα μετά τα μέσα Απριλίου.

Έγινε γνωστό, δηλαδή, πως εξετάζονται σενάρια ανάλογα με αυτά της νότιας Κορέας. Να πραγματοποιηθούν δηλαδή ευρείας έκτασης τεστ στον πληθυσμό και βήμα-βήμα οι νέοι και υγιείς να απελευθερωθούν από τα περιοριστικά μέτρα, ενώ οι ηλικιωμένοι και ευπαθείς ομάδες να μείνουν για μήνες ακόμη σε καθεστώς καραντίνας.

Οι προτάσεις αυτές προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της Καγκελαρίου, η οποία και έσπευσε να προειδοποιήσει πως «δεν είναι ώρα να μιλήσουμε για χαλάρωση των μέτρων. Δεν είμαστε ακόμη σε θέση να δούμε εάν τα περιοριστικά μέτρα έχουν θετική επίδραση στην αντιμετώπιση του ιού. Ο γερμανικός λαός πρέπει να κάνει υπομονή».

 

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

 

Χιλιάδες τα κρούσματα αν χαλαρώσουν τα μέτρα

Την ίδια ώρα, το ινστιτούτο Robert Koch, που επιβλέπει τη διαχείριση της κρίσης της πανδημίας στη Γερμανία, προειδοποίησε πως «εάν τα αυστηρά μέτρα περιορισμού χαλαρώσουν, υπάρχει κίνδυνος μέσα στους επόμενους τρεις μήνες να έχουμε 10 εκατομμύρια κρούσματα στη Γερμανία».

Η γερμανική κυβέρνηση αφού πρώτα διαπίστωσε πως μπορεί να αντεπεξέλθει για την ώρα στις ανάγκες του πληθυσμού της, προχώρησε και σε κάποιες κινήσεις αλληλεγγύης προς τη Γαλλία και την Ιταλία.

Συγκεκριμένα, στις 19 Μαρτίου, αεροσκάφος της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας παρέλαβε από τη Γερμανία 7 τόνους ιατρικό υλικό, 300 αναπνευστήρες και 1 εκατομμύριο μάσκες.

Παράλληλα, ξεκίνησε η αερομεταφορά ασθενών από την Ιταλία και τη Γαλλία σε νοσοκομεία της Γερμανίας, στο Βερολίνο, τη Λειψία, τη Δρέσδη, το Φράιμπουργκ και το Ντίσελντορφ.

Η Γερμανία είναι η μοναδική χώρα μέχρι στιγμής που δέχθηκε ασθενείς από τα δύο αυτά κράτη.

Σε ό,τι, τέλος, αφορά την οικονομία, οι προβλέψεις για τη ζημιά που θα επιφέρει η πανδημία του κορονοϊού είναι δυσοίωνες. Κορυφαία γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα προβλέπουν πως η πανδημία ενδέχεται να κοστίσει στη Γερμανία 2 εκατομμύρια περίπου θέσεις εργασίας, ενώ το ΑΕΠ να εμφανίσει πτώση της τάξης του 10%.

Έτσι, η κυβέρνηση της Γερμανίας έθεσε σε εφαρμογή ένα τεράστιο σχέδιο στήριξης της οικονομίας, ύψους 750 δις ευρώ, σπάζοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

Χαρακτηριστικό είναι πως κάθε μικρο-επιχειρηματίας και ελεύθερος επαγγελματίας θα λάβει από το γερμανικό κράτος μέσα στους επόμενους τρεις μήνες 15.000 ευρώ.