Nέα επιστημονική μελέτη με ενδιαφέροντα στοιχεία

Σε κάθε γνωστή περίπτωση κορονοϊού αντιστοιχούν τουλάχιστον πέντε έως δέκα άλλες που ακόμη δεν έχουν ανιχνευθεί, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική μελέτη, η οποία προσπαθεί να δώσει απάντηση σε δύο βασικά ερωτήματα: πόσοι άνθρωποι βρίσκονται γύρω μας με μη διαγνωσμένη λοίμωξη και πόσο πιθανό είναι να κολλήσουν άλλους.

Καθένα από τα συνήθως πιο ήπια περιστατικά -με ελαφρά έως μηδαμινά συμπτώματα- είναι κατά προσέγγιση κατά το ήμισυ μολυσματικό σε σχέση με τα επιβεβαιωμένα κρούσματα, σύμφωνα με τις νέες επιστημονικές εκτιμήσεις. Αλλά επειδή όλα μαζί είναι πολλά, ευθύνονται σχεδόν για το 80% των νέων περιστατικών, πράγμα που εξηγεί την ταχεία εξάπλωση της νόσου σε αρκετές χώρες, παρ’ όλο που μπορεί να υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα, όσον αφορά το ποσοστό των «κρυφών» κρουσμάτων.

Οι ερευνητές από τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Βρετανία και το Χονγκ Κονγκ, με επικεφαλής τον καθηγητή Περιβαλλοντικής Υγείας Τζέφρι Σάμαν του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science», σύμφωνα με τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», ανέλυσαν την εξάπλωση στην Κίνα του κορονοϊού SARS-CoV-2 που προκαλεί τη νόσο COVID-19, προτού η κινεζική κυβέρνηση εφαρμόσει τα δρακόντεια μέτρα της.

Οι επιστήμονες -με βάση το νέο μαθηματικο-επιδημιολογικό μοντέλο τους- εκτιμούν ότι από πέρσι τον Δεκέμβριο, που εμφανίστηκε η νόσος στη Γουχάν, έως το τέλος του Ιανουαρίου όταν η κινεζική κυβέρνηση άρχισε να παίρνει πολύ σοβαρά το ζήτημα, περίπου έξι στις επτά περιπτώσεις του κορονοϊού έμειναν χωρίς διάγνωση. Μόνο το 14% των πραγματικών κρουσμάτων εκτιμάται ότι είχαν διαγνωστεί στην Κίνα στην αρχική φάση, μια κατάσταση που θεωρείται ότι είναι ανάλογη με τη σημερινή σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Τα διαγνωσμένα κρούσματα αυξήθηκαν στο 60% των πραγματικών στην Κίνα, μόνο όταν εφαρμόστηκαν εκτεταμένα τεστ στον πληθυσμό.

Η μελέτη εκτιμά ότι, με βάση την κινεζική εμπειρία, ο ρυθμός μετάδοσης του ιού σε τρίτους από καθέναν από τους μη διαγνωσμένους φορείς της λοίμωξης είναι το 55% του ρυθμού μετάδοσης από τα διαγνωσμένα περιστατικά. Επειδή όμως οι μη διαγνωσμένες λοιμώξεις είναι συνολικά πολλαπλάσιες των διαγνωσμένων, τελικά τα «κρυφά» κρούσματα ευθύνονται σχεδόν για τα τέσσερα στα πέντε νέα κρούσματα (το 79%).

«Είναι τα κρούσματα που δεν έχουν ανιχνευθεί, αυτά που στην ουσία καθοδηγούν την εξάπλωση και την ανάπτυξη της επιδημίας. Οι μη διαγνωσμένες λοιμώξεις, που τείνουν να είναι ηπιότερες, διανέμουν ευρύτερα τον ιό και συμβάλλουν καθοριστικά σε αυτό που ονομάζουμε αθόρυβη μετάδοσή του, καθώς περνάει κάτω από το ραντάρ», ανέφερε ο κ. Σάμαν.

«Αν π.χ. έχουμε 3.500 επιβεβαιωμένα κρούσματα στις ΗΠΑ, στην πραγματικότητα αυτά μπορεί να είναι γύρω στις 35.000», πρόσθεσε και τόνισε ότι «το να κολλήσεις τη νόσο από κάποιον με ήπια συμπτώματα, δεν σημαίνει ότι εξίσου ήπια θα είναι και η δική σου περίπτωση. Εσύ μπορεί να καταλήξεις στη μονάδα εντατικής θεραπείας». Γι’ αυτό, μένουμε σπίτι.

Κορονοϊός: Θα προσβληθεί έως το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού, λέει επιδημιολόγος

Ο νέος κορονοϊός SARS-CoV-2, που προκαλεί τη νόσο COVID-19, πιθανότατα ήρθε για να μείνει και δεν πρόκειται σύντομα να μας εγκαταλείψει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ενός από τους κορυφαίους επιδημιολόγους των ΗΠΑ.

Ο Τζάστιν Λέσλερ, αναπληρωτής καθηγητής Επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, εκτιμά ότι ο ιός θα μολύνει τελικά το 40% έως 70% του παγκόσμιου πληθυσμού κατά το πρώτο κύμα της εξάπλωσής του, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.

Αυτό, με βάση το κακό σενάριο, μπορεί να συμβεί μέσα σε μόνο έξι έως 12 μήνες, ή -με βάση το πιο αισιόδοξο σενάριο- μπορεί να χρειαστεί αρκετά χρόνια για να μολύνει δισεκατομμύρια ανθρώπων ανά τον πλανήτη.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έγραψε σε άρθρο του στην «Washington Post», είτε το καλό είτε το κακό σενάριο επικρατήσει, «από τη στιγμή που το πρώτο κύμα θα έχει τελειώσει, ο ιός πιθανότατα είναι εδώ για να παραμείνει. Αυτό ακούγεται τρομακτικό, σαν να αποδεχόμαστε πως δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι θα συμβαίνουν μόνο στις ΗΠΑ κάθε χρόνο. Όμως, είναι πολύ απίθανο ότι τα πράγματα θα παραμείνουν τόσο άσχημα».

Ποιοι κινδυνεύουν

Όπως επισημαίνει, οι εδραιωμένες ασθένειες συμπεριφέρονται πολύ διαφορετικά από τους νέους πανδημικούς ιούς. Κυρίως, όταν μία νόσος «παλιώνει», αλλάζει η ηλικιακή κατανομή των λοιμώξεων. Σήμερα, οι περισσότεροι θάνατοι από τη νόσο COVID-19 αφορούν σχεδόν αποκλειστικά ηλικιωμένους.

Παρ’ όλο που ένας 70χρονος έχει ίδια πιθανότητα με έναν επτάχρονο να μολυνθεί, ο πρώτος έχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνει. Περίπου το 80% των θανάτων από COVID-19 συμβαίνουν σε άτομα άνω των 60 ετών, ενώ μόλις ένας στους χίλιους σε κάτω των 20 ετών.

Αυτό πιθανώς θα αλλάξει στο μέλλον. Ακόμη δεν είναι γνωστό κατά πόσον ο νέος ιός προσφέρει μακρόχρονη ανοσία σε όποιον τον κολλάει, αλλά αν όντως αυτό συμβαίνει, τότε σχεδόν όλοι οι ενήλικες μελλοντικά θα έχουν ανοσία έναντι του νέου κορονοϊού και τα νέα κρούσματα θα αφορούν κυρίως παιδιά. Εφόσον ο SARS-CoV-2 προκαλεί σοβαρά συμπτώματα και επιπλοκές σχεδόν αποκλειστικά στους μεγάλους, η διαχρονική μετατόπισή του στις μικρές ηλικίες θα σημάνει μία σχεδόν πλήρη -αλλά όχι ολοκληρωτική- εξαφάνιση των εισαγωγών στα νοσοκομεία και των θανάτων από τον ιό.

Κανένας από τους κορονοϊούς που είναι κοινοί σήμερα στους ανθρώπους δεν παρέχουν εφ’ όρου ζωής ανοσία, σύμφωνα με τον κ. Λέσλερ, και είναι πολύ πιθανό ότι ούτε ο νέος ιός θα παρέχει. Παρ’ όλα αυτά, οι μελλοντικές λοιμώξεις θα είναι σχεδόν σίγουρα λιγότερο σοβαρές από ό,τι στην αρχή, καθώς οι άνθρωποι θα αποκτούν έστω μερική ανοσία.

Μία ανάλογη μερική προστασία παρέχει για τη γρίπη το αντιγριπικό εμβόλιο, το οποίο δεν ανταποκρίνεται πλήρως στα στελέχη της γρίπης που κυκλοφορούν. Έτσι, κάποιος μπορεί πάντα να μολυνθεί, αλλά θα αρρωστήσει πολύ λιγότερο σοβαρά από ό,τι αν δεν είχε εμβολιαστεί. Παρομοίως και στην περίπτωση της COVID-19 αναμένεται οι μεγάλης ηλικίας άνθρωποι να αρρωσταίνουν λιγότερο σοβαρά και να πεθαίνουν πιο δύσκολα στο μέλλον.

 

Οι επιδημίες είναι σαν τις φωτιές

Όσο αυξάνεται ο αριθμός αυτών που έχουν περάσει την COVID-19, τόσο η νόσος θα «ξεδοντιάζεται». Σύμφωνα με τον κ. Λέσλερ, «οι επιδημίες είναι σαν τις φωτιές. Όταν υπάρχουν άφθονα καύσιμα, καίνε ανεξέλεγκτα, όταν όμως τα καύσιμα σπανίζουν, σιγοκαίνε αργά».

Το «καύσιμο» είναι το πόσο ευάλωτος είναι ο πληθυσμός στον παθογόνο μικροοργανισμό. Τα απανωτά κύματα μίας επιδημίας -που παρέχουν ολική ή μερική ανοσία σε ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού- σταδιακά μειώνουν την ισχύ της λοίμωξης, πράγμα που μειώνει τον κίνδυνο ακόμη και για όσους ακόμη δεν έχουν κολλήσει τον νέο ιό.

Ακριβώς αυτός ο συνδυασμός -λιγότεροι άνθρωποι είναι ευάλωτοι στη λοίμωξη και παράλληλα η ισχύς της έχει μειωθεί- εξηγεί γιατί το ίδιο στέλεχος γρίπης (π.χ. Η1Ν1) που προκαλεί μία φονική πανδημία, αργότερα προκαλεί απλώς ήπιες εποχικές επιδημίες κατά τόπους. Οι εκστρατείες εμβολιασμού, ακόμη και αν δεν μπορούν να «ξεριζώσουν» τη νόσο, έχουν ανάλογα θετικό αποτέλεσμα. Όταν υπάρξει, επιτέλους, εμβόλιο για τον νέο κορονοϊό, ακριβώς αυτό θα συμβεί.

Έτσι, κατά τον κ. Λέσλερ, «θα υπάρξει μία στιγμή μετά την πανδημία (σ.σ. της COVID-19) που η ζωή θα επιστρέψει στο φυσιολογικό. Θα φτάσουμε τελικά εκεί ακόμη κι αν δεν μπορέσουμε να αναπτύξουμε ένα εμβόλιο, να ανακαλύψουμε νέα φάρμακα ή να εξαλείψουμε τον ιό μέσω δραματικών παρεμβάσεων δημόσιας υγείας, μολονότι όλα αυτά είναι ευπρόσδεκτα, επειδή επιταχύνουν το τέλος της κρίσης».

Ιδίως η ύπαρξη εμβολίου θα μειώσει δραστικά τη θνησιμότητα σε ένα-δύο χρόνια. Κάθε χρόνο η COVID-19 θα σκοτώνει ολοένα λιγότερους, ώσπου σε μία δεκαετία (ίσως και περισσότερο), κατά την εκτίμησή του, η νόσος δεν θα σκοτώνει πια ηλικιωμένους.

Όπως σημειώνει ο κ. Λέσλερ, «έχουμε μπροστά μας πιθανώς μία μακρά και επώδυνη διαδικασία». Είναι πιθανό ότι δεν θα έχουν αναπτυχθεί έγκαιρα εμβόλια και αντιιικά φάρμακα για να ανακοπεί το πρώτο κύμα του SARS-CoV-2, το οποίο ίσως μολύνει πάνω από τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό.

 

Η ζέστη θα «αναχαιτίσει» τον κορονοϊό;

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν και ευελπιστούν οι περισσότεροι, Κινέζος εμπειρογνώμονας λέει πως η επίδραση των καιρικών συνθηκών στις λοιμώξεις από τον κορονοϊό δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Η επίδραση των καιρικών συνθηκών στο ρυθμό των κρουσμάτων του κορονοϊού δεν έχει επιβεβαιωθεί, δήλωσε σήμερα σε συνέντευξη Τύπου ο Τσάο Ουέι, αναπληρωτής διευθυντής και αρχίατρος του Τμήματος Λοιμωδών Νοσημάτων του Union Medical College Hospital του Πεκίνο.
Στην ηπειρωτική Κίνα καταγράφεται μείωση των νέων κρουσμάτων του κορονοϊού, όμως μεγάλες πόλεις όπως το Πεκίνο και η Σανγκάη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιστατικά με προσβεβλημένους ταξιδιώτες που φθάνουν από το εξωτερικό.