Του Γιαννάκη Οµήρου*

Η γνωµοδότηση – απόφαση του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου της Χάγης στην προσφυγή του κράτους του Μαυρικίου κατά των αποικιοκρατικών καταλοίπων της Βρετανίας στις νήσους «Τσαγκός» και η επακολουθήσασα απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, που δικαιώνει την πρώην βρετανική αποικία, δεν µπορεί να παραµείνει αναξιοποίητη από την κυπριακή κυβέρνηση.

Πολύ περισσότερο γιατί η Βρετανία συνεχίζει να εκδηλώνει απροκάλυπτα την αντικυπριακή της στάση, όπως έπραξε πρόσφατα, µε προκλητική αµφισβήτηση της ΑΟΖ της Κύπρου.
Από τις πρώτες αντιδράσεις της κυπριακής κυβέρνησης στις αποφάσεις του ∆ικαστηρίου της Χάγης και της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στην προσφυγή του Μαυρικίου, προκύπτει ότι η αιδήµων και άτολµη στάση στο θέµα αµφισβήτησης των λεγοµένων κυρίαρχων βρετανικών βάσεων θα συνεχιστεί. Κακώς. Κάκιστα.


Αφού όµως δεν εγείρεται θέµα αποµάκρυνσης των βρετανικών βάσεων, που αποτελούν θλιβερά κατάλοιπα αποικισµού, τουλάχιστον ας προχωρήσουµε να διεκδικήσουµε τα οφειλόµενα από τη Βρετανία, χρηµατικά ποσά προς την Κυπριακή ∆ηµοκρατία.
Είναι γνωστό ότι πέραν των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συµµαχίας, καθώς και της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης υπάρχει µια σηµαντική ανεξάρτητη συµφωνία µεταξύ Κύπρου και Αγγλίας, η οποία συνοδεύει τα άλλα έγγραφα και συνθήκες που ρυθµίζουν το καθεστώς της Κύπρου και η οποία προβλέπει την καταβολή χρηµατικών ποσών προς την Κυπριακή ∆ηµοκρατία.

Τα ποσά αυτά εµπίπτουν σε δύο κατηγορίες:
α) Εκείνα που καθορίζονται ρητά στη συµφωνία και αφορούν ποσά που καλύπτουν κυρίως την πρώτη πενταετία µετά την ανακήρυξη της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και άλλα ειδικά καθορισµένα ποσά για ορισµένους σκοπούς. Αυτά έχουν πληρωθεί.
β) Εκείνα τα ποσά που θα έπρεπε να καταβάλλονταν ανά πενταετία µετά το 1965 από την αγγλική κυβέρνηση κατόπιν διαβουλεύσεων µε την Κυπριακή ∆ηµοκρατία. Η αγγλική κυβέρνηση αρνείται συστηµατικά, παρά τα επανειληµµένα διαβήµατα των κυπριακών κυβερνήσεων, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σε σχέση µε τα πιο πάνω ποσά.

Η άρνηση της αγγλικής κυβέρνησης να εκπληρώσει αυτή τη ρητή νοµική της υποχρέωση καταβάλλοντας ανά πενταετία οικονοµική βοήθεια προς την Κυπριακή ∆ηµοκρατία για κάθε πενταετία µετά το 1965, συνιστά παραβίαση συµβατικής υποχρέωσης για την οποία η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει πλέον να κινηθεί µε όλα τα προσφερόµενα νοµικά µέσα.
Είναι χρήσιµο να υπενθυµίσουµε ότι το ποσό που κατεβλήθη για την πενταετία 1960 – 65 ανήλθε στα 12 εκατοµµύρια λίρες. Συνεπώς είναι φανερό ότι τα ποσά που οφείλονται από τους Άγγλους για τη χρονική περίοδο από το 1965 µέχρι σήµερα, ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες εκατοµµύρια λίρες.

Το παράρτηµα R (Appendix R) και συγκεκριµένα στην υποπαράγραφο (γ) της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, που τιτλοφορείται «Οικονοµική Βοήθεια στην Κυπριακή ∆ηµοκρατία», αποτελούν δύο επιστολές, οι οποίες ενσωµατώθηκαν στη Συνθήκη.

Η πρώτη είναι γραµµένη από τον τελευταίο Βρετανό κυβερνήτη της νήσου, του σερ Χιου Φουτ και απευθύνεται προς τον Πρόεδρο Μακάριο και τον αντιπρόεδρο Κουτσιούκ και η δεύτερη είναι η απαντητική των δύο προς τον Φουτ. Η υποπαράγραφος (γ) βρίσκεται στην επιστολή του Βρετανού αξιωµατούχου.

Επί λέξει αναφέρει:
«Εντός της περιόδου των έξι µηνών που προηγούνται της 31ης Μαρτίου 1965 και πριν το τέλος κάθε επόµενης περιόδου πέντε χρόνων, η κυβέρνηση του Ηνωµένου Βασιλείου θα επανεξετάζει, σε συνεννόηση µε την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας, τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (α) αυτής της παραγράφου και, λαµβάνοντας όλους τους παράγοντες υπόψιν, συµπεριλαµβανοµένων των οικονοµικών απαιτήσεων της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, θα καθορίζει το ποσόν της οικονοµικής βοήθειας που θα παρέχεται σε αυτή την κυβέρνηση στην επόµενη περίοδο πέντε χρόνων».

Στην υποπαράγραφο (α) καθορίζεται ότι στην πρώτη πενταετή περίοδο η Βρετανία θα παραχωρούσε «υπό τη µορφή χορηγίας το ποσό των 12 εκατ. λιρών (4 εκατ. λίρες για το 1961, 3 εκατ. για το 1962, 2 εκατ. για το 1963, 1,5 εκατ. για το 1965). Τα χρήµατα αυτά για την πρώτη πενταετή περίοδο καταβλήθηκαν. Έκτοτε η Βρετανία δεν έδωσε άλλα χρήµατα.
Η Κυπριακή ∆ηµοκρατία, σύµφωνα µε σηµείωµα που ετοίµασε το Υπουργείο Εξωτερικών, σε παλαιότερη συζήτηση στη Βουλή, απαντώντας σε σχετικά ερωτήµατα των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Νοµικών, θεωρεί ότι «από τη γραµµατική ερµηνεία» της υποπαραγράφου (γ) «προκύπτει ότι οι οικονοµικές υποχρεώσεις του Ηνωµένου Βασιλείου προϋποτίθενται (θεωρούνται δεδοµένες).

Υπάρχει η παραµικρή δικαιολογία, νοµική ή πολιτική, για να αποφεύγει η κυπριακή κυβέρνηση να διεκδικήσει τις οφειλές της Βρετανίας προς την Κυπριακή ∆ηµοκρατία;
Ούτε αυτό το αυτονόητο, το ελάχιστο και το στοιχειώδες δεν προτίθεται να πράξει;

*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων