Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου
Ο Γιώργος Μουαΐμης σκηνοθετεί στο Θέατρο Δένδρο τις Καρέκλες του Ιονέσκο, με δύο από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του κυπριακού θεάτρου, την Αννίτα Σαντοριναίου και τον Σταύρο Λούρα.

Στις Καρέκλες, όπως μας αναφέρει, τον γοητεύει «η αγωνία του ανθρώπου για τη δικαίωση της ύπαρξής του. Η αγωνία του να βρει ένα νόημα στη ζωή του. Η υπέροχη ‘’ανθρώπινη σχέση’’ του ζευγαριού», ενώ διευκρινίζει ότι έφτιαξε την παράσταση με τρόπο που οι θεατές δεν θα φεύγουν «με την εντύπωση ότι το Θέατρο του Παραλόγου είναι συνώνυμο με το παράλογο, δηλαδή με το ακατανόητο», αλλά πως είναι «το θέατρο που μιλά για το ‘’παράλογο’’, δηλαδή για τον ‘’παραλογισμό’’ του ανθρώπινου είδους».

Οι παραστάσεις στη Λευκωσία έχουν πάρει παράταση και θα συνεχίσουν στο Θέατρο Δέντρο τα Σάββατα 10 και 17 Μαρτίου και την Κυριακή 18 Μαρτίου, ενώ την Παρασκευή 9 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί μία παράσταση στο Θέατρο Ριάλτο στη Λεμεσό

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΑΪΜΗΣ

  • Θέατρο για τον παραλογισμό του ανθρώπινου είδους
  • Τίποτα δεν πρέπει να είναι απόλυτο στο θέατρο. Δεν πιστεύω σε κανόνες, τρόπους, τάσεις ή μόδες

Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε Ιονέσκο; Η εποχή μας «χρειάζεται» ακόμα το Θέατρο του Παραλόγου;

Επέλεξα Ιονέσκο αφού όμως ήξερα πως ψάχνω έργο για τον Σταύρο (Λούρα) και την Αννίτα (Σαντοριναίου). Είχα δύο σπουδαίους ηθοποιούς, στην πλήρη ωριμότητά τους. Είμαι πια στη σύνταξη, του κράτους εννοείται, όχι τη θεατρική, απολαμβάνω την υπέροχη περίοδο της «επιλογής» κι έτσι αποφάσισα να «επιλέξω» κάτι δύσκολο. Κι αυτόματα ήρθαν στο νου μου οι Καρέκλες του Ιονέσκο. Θέατρο του Παραλόγου.

Έθεσα κι εγώ στον εαυτό μου το ερώτημα αν η εποχή μας «χρειάζεται» ακόμα το Θέατρο του Παραλόγου. Κι ήρθε στο νου μου η εποχή που σπούδαζα θέατρο και το Θέατρο του Παραλόγου ήταν ακόμα στις δόξες του. Δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο φαινόμενο στα παγκόσμια θεατρικά πράγματα, δηλαδή να έχουμε ένα παγκόσμιο θεατρικό κίνημα όπως το Θέατρο του Παραλόγου. Όσοι όμως έζησαν την εποχή της έκρηξης του κινήματος αυτού ή όσοι ανατρέξουν στη θεατρική βιβλιογραφία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα θα καταλάβουν τι εννοώ. Ήταν τόσο μεγάλη η «έκρηξη» αυτή που ήταν αναπόφευκτο το Θέατρο του Παραλόγου να καταλήξει σαν ένα ανενεργό ηφαίστειο. Που έχει αδειάσει όλη την πυρακτωμένη λάβα του. Όχι ότι δεν παίζονται πια έργα του. Παίζονται. Λίγα. Τα πιο εμβληματικά. Λίγοι συγγραφείς. Οι πιο αντιπροσωπευτικοί. Οι πρωτοπόροι. Οι δημιουργοί του. Μεταξύ των οποίων και ο Ευγένιος Ιονέσκο.

Έθεσα, λοιπόν, κι εγώ το ερώτημα στον εαυτό μου κατά πόσον η εποχή μας «χρειάζεται» το Θέατρο του Παραλόγου κι αφού έφτιαξα μια παράσταση με τρόπο που οι θεατές δεν θα έμεναν, φεύγοντας, με την εντύπωση ότι το Θέατρο του Παραλόγου είναι συνώνυμο με το παράλογο, δηλαδή με το ακατανόητο, αλλά είναι το θέατρο που μιλά για το «παράλογο», δηλαδή για τον «παραλογισμό» του ανθρώπινου είδους, που δόξα τω Θεώ (τρόπος του λέγειν), ευδοκιμεί πολύ και στην εποχή μας, άφησα τους θεατές να το απαντήσουν (το ερώτημα). Και το απαντήσανε αρκετοί, πρέπει να πω. Σχεδόν με ένα στερεότυπο λεκτικό του στιλ «ερχόμουν προκατειλημμένος ως προς το τι περίμενα να δω» ή «εμένα δεν μ’ αρέσει αυτό το είδος θεάτρου» ή «γιατί να πάω να δω αυτή την παράσταση αφού στη χειρότερη περίπτωση δεν θα την καταλάβω και στην καλύτερη, ακόμα δηλαδή κι αν την καταλάβω, θα βαρεθώ;» Και συμπλήρωναν όλοι ότι είδαν μια «σύγχρονη» παράσταση που μιλάει για το «σήμερα» και τους άρεσε πολύ.

Εγώ έκανα μια πρόταση, αυτήν που περιγράφω πιο πάνω, βασισμένος σε κάποια δεδομένα. Ενδεχομένως να έκανα άλλη πρόταση αν τα δεδομένα μου ήταν διαφορετικά. Για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρος. Η πρότασή μου έχει να κάνει με τη δική μου βαθιά «ανάγνωση» του έργου. Όχι με οποιονδήποτε «τρόπο» ή «φόρμα» ή «ταμπέλα».

Και δεν χρειάστηκε να περιμένω το αποτέλεσμα της παράστασης για να δω αυτό το πιο θετικό και πιο ουσιαστικό. Φάνηκε ήδη από τις πρώτες αναγνώσεις. Ότι το ηλικιακό βάρος των ηθοποιών θα έδινε κάτι πιο ουσιαστικό, όντως, στην παράσταση. Κι ότι το «αληθινά» ανθρώπινο στοιχείο θα ήταν η βάση πάνω στην οποία θα στηριζόταν η παράσταση. 

Τι είναι αυτό που γοητεύει εσάς στις Καρέκλες;

Η αγωνία του ανθρώπου για τη δικαίωση της ύπαρξής του. Η αγωνία του να βρει ένα νόημα στη ζωή του. Η υπέροχη «ανθρώπινη σχέση» του ζευγαριού των γέρων. Το αλληγορικό μήνυμα του έργου που το καθιστά ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Θεάτρου του Παραλόγου. Οι άδειες καρέκλες.

Παρ’ όλο που το έργο ανεβαίνει συνήθως από νέους ηθοποιούς οι οποίοι ερμηνεύουν τους ρόλους του γέρικου ζευγαριού, εσείς όπως αναφέρατε ήδη επιλέξατε δύο ώριμους και έμπειρους ηθοποιούς. Πώς είναι να συνεργάζεστε μαζί τους σε αυτό το έργο και πόσο η επιλογή σας αυτή επηρέασε και την προσέγγισή σας στο έργο;

Ξεκινώ από το τελευταίο. Δεν χρειάστηκε να καταφύγουμε στην «καρικατούρα» που θα ήταν εκ των πραγμάτων αναγκαία αν τους ρόλους επωμίζονταν δύο νέοι ηθοποιοί. Πρέπει να πω ότι η «καρικατούρα», δηλαδή η προσπάθεια δύο νέων ηθοποιών να «παίξουν» τους γέρους, θα ήταν ασφαλώς ένα «εφετζίδικο» στοιχείο για την παράσταση και στην καλύτερη περίπτωση θα έβγαζε περισσότερο γέλιο, ανάλογα βέβαια με τους ηθοποιούς. Αλλά αφού οι ηθοποιοί ήταν δεδομένοι πριν την επιλογή του έργου, αυτό με έκανε να δω τι θα μπορούσα να έχω ως πιο θετικό και πιο ουσιαστικό για την παράστασή μου με τον Σταύρο και την Αννίτα. Και δεν χρειάστηκε να περιμένω το αποτέλεσμα της παράστασης για να δω αυτό το πιο θετικό και πιο ουσιαστικό. Φάνηκε ήδη από τις πρώτες αναγνώσεις. Ότι το ηλικιακό βάρος των ηθοποιών θα έδινε κάτι πιο ουσιαστικό, όντως, στην παράσταση. Κι ότι το «αληθινά» ανθρώπινο στοιχείο θα ήταν η βάση πάνω στην οποία θα στηριζόταν η παράσταση. Όπως και πάνω στην υποκριτική πείρα, το ταλέντο, τον επαγγελματισμό και κυρίως τον «νεανικό» ενθουσιασμό τους. Αυτό το τελευταίο απαντά και στο πώς ήταν να συνεργάζομαι μαζί τους.

Θεωρείτε ότι είναι πάντοτε απαραίτητο τα κλασικά έργα να διασκευάζονται ή να προσαρμόζονται στο σήμερα;

Οι λέξεις «πάντοτε» και «απαραίτητο» είναι έξω από το δικό μου θεατρικό λεξιλόγιο. Τίποτα δεν πρέπει να είναι απόλυτο στο θέατρο. Δεν πιστεύω σε κανόνες, τρόπους, τάσεις ή μόδες.

Πού νιώθετε πιο κοντά, στη σκηνοθεσία ή στην υποκριτική και πόσο επηρεάζει το ένα το άλλο;

Ποτέ δεν φιλοδόξησα να παίξω συγκεκριμένους ρόλους. Φιλοδόξησα όμως και φιλοδοξώ να σκηνοθετήσω συγκεκριμένα έργα. Αυτό πιστεύω πως απαντά ευθέως στην ερώτηση. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι ότι ως ηθοποιός ξέρω, όταν σκηνοθετώ, τη διαδικασία, τα προβλήματα και τις ανάγκες ενός ηθοποιού. Πράγματα που προσπαθώ πάντα να λαμβάνω υπόψιν.

Ζούμε μια πρωτόγνωρη έκρηξη όσον αφορά τα θεατρικά μας πράγματα. Κυρίως όσον αφορά παραστάσεις από νέους ανθρώπους, με νέες ιδέες και νέους τρόπους. Η εικόνα, το εφέ και η κίνηση είναι αυτά που διαχωρίζουν σήμερα το «παλιό» από το «καινούριο». Νομίζω πως η επανατοποθέτηση του κειμένου ως του πρωταρχικού στοιχείου μιας παράστασης θα γεφυρώσει το παλιό με το καινούριο

Πού δίνετε τη μεγαλύτερη σημασία στη διαδικασία της σκηνοθεσίας;

Στο στάδιο της προετοιμασίας. Στη σωστή «ανάγνωση», την «εμβάθυνση» και την τελική απόφαση της σκηνοθετικής γραμμής. Κι επειδή αυτά χρειάζονται χρόνο, θα ήθελα πάντα να τον έχω (τουλάχιστον δύο με τρεις μήνες) για να κάνω σωστή προετοιμασία.

Πώς κρίνετε το θεατρικό τοπίο στην Κύπρο και τι θεωρείτε ότι χρειάζεται να γίνει για την περαιτέρω ανάπτυξή του;

Ζούμε μια πρωτόγνωρη έκρηξη όσον αφορά τα θεατρικά μας πράγματα. Κυρίως όσον αφορά παραστάσεις από νέους ανθρώπους, με νέες ιδέες και νέους τρόπους. Η εικόνα, το εφέ και η κίνηση είναι αυτά που διαχωρίζουν σήμερα το «παλιό» από το «καινούριο». Νομίζω πως η επανατοποθέτηση του κειμένου ως του πρωταρχικού στοιχείου μιας παράστασης θα γεφυρώσει το παλιό με το καινούριο. Αυτό όσον αφορά την ποιοτική ανάπτυξη του θεατρικού τοπίου. Όσον αφορά γενικά την περαιτέρω ανάπτυξή του, μία είναι η λύση: περισσότερη και πιο σωστή στήριξη από τους εντεταλμένους θεσμούς.

Ποια τα επόμενα σχέδιά σας;

Ετοιμάζω μια παράσταση για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Πώς βρεθήκατε στο θέατρο;

Υπάρχουν για σας κάποιες ιδιαίτερες στιγμές σε αυτή την πορεία; Δεν βρέθηκα τυχαία. Η ενασχόλησή μου μ’ αυτό ήταν προδιαγεγραμμένη αφότου έλαβα μέρος σε θεατρικές παραστάσεις ήδη από το Γυμνάσιο και μάλιστα πάντα στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Και παρ’ όλο που κάποιες περιστάσεις μ’ έφεραν πρώτα στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στη συνέχεια στο διδασκαλικό επάγγελμα για πέντε χρόνια, κατέληξα αναπόφευκτα στο θέατρο. Ιδιαίτερες στιγμές υπήρξαν σίγουρα. Όταν έκανα κάποιους ρόλους με επιτυχία, όταν άρχισα να σκηνοθετώ, όταν για πρώτη φορά και όλες τις επόμενες φορές έπαιξα στην Επίδαυρο.

Τι είναι για σας το θέατρο;

Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Και του εαυτού μου. Πηγή γνώσης, εσωτερικού πλούτου και εμπειρίας.