Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο Γιώργος Νεοφύτου ξεχώρισε από το πρώτο θεατρικό του έργο, το Κυριακάτικο Σκετς, το οποίο τέλειωσε, όπως μας ανέφερε, όταν «αποδαιμονιοποίησε» μέσα του τη διάλεκτό μας και «ξέχασε τη γλώσσα του κυπριώτικου σκετς». Τα έργα του πάντα προβλημάτιζαν και έθιγαν συχνά θέματα ταμπού στην κυπριακή κοινωνία, χωρίς να ήταν αυτό «πρόθεσή του», αφού το μόνο που έκανε ήταν να εξωτερικεύει «τον θυμό και τις ενοχές μου για τη σιωπή που μας επέβαλαν άλλοι».

Αντιδράσεις συνάντησαν σχεδόν όλα τα έργα του, αλλά «όχι τέτοιες που να με προβληματίσουν αν θα έπρεπε να γράφω γι’ αυτά τα θέματα ή όχι». Πιο έντονα θυμάται την περίπτωση του εμβληματικού «Μανώλη…!» Θεωρεί ότι καθήκον του θεάτρου, «με τη μαζικότητα και λαϊκότητα που το χαρακτηρίζει, είναι να προβάλλει και να καταγγέλλει κάθε τι που διαταράσσει την αρμονία του ανθρώπου με τη φυση του» και έτσι «μας κάνει (όσους κάνει) σε ατομικό επίπεδο καλύτερους ανθρώπους με ανάλογες να πράξεις». Η κοινωνία, όπως επισημαίνει, «μπορεί να αλλάξει μόνο από ευαισθητοποιημένους, συνειδητοποιημένους και ενεργοποιημένους πολίτες».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

  • Τον θυμό και τις ενοχές μου εξωτερίκευα, για τη σιωπή που μας επέβαλαν άλλοι
  • Το θέατρο χρειάζεται μια γλώσσα αληθινή

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019, στις 7:30 μ.μ. στο Κινηματοθέατρο Παλλάς.

Τιμητική εκδήλωση για τον Γιώργο Νεοφύτου, τον θεατρικό συγγραφέα, τον άνθρωπο του θεάτρου. Διοργάνωση: Κυπριακό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου

Η πρώτη ενασχόλησή σας με το θέατρο δεν ήταν η συγγραφή. Πείτε μας λίγα λόγια για τη σχολή θεάτρου/υποκριτικής του Εύη Γαβριηλίδη όπου φοιτήσατε. Γιατί εγκαταλείψατε την ιδέα να γίνετε ηθοποιός;

Σκηνοθέτης ήθελα να γίνω, όχι ηθοποιός. Όταν τέλειωσα το σχολείο, δεν μπορούσα για οικονομικούς λόγους να σπουδάσω. Βρήκα δουλειά και όταν άνοιξε η σχολή του Εύη Γαβριηλίδη γράφτηκα σε αυτή. Στη σχολή έμεινα μόνο ένα χρόνο. Στην τάξη ήμασταν ένα μείγμα ανθρώπων με διαφορετικούς στόχους. Υπήρχαν κάποιοι που ήθελαν να γίνουν ηθοποιοί και έγιναν μετά σπουδαίοι, όπως ο Σπύρος Σταυρινίδης και ο Ευτύχιος Πουλλαΐδης. Ήταν πολλοί εκφωνητές του ΡΙΚ που ήθελαν να αναπτύξουν την τεχνική του λόγου τους, όπως η Μαρούσα Αβρααμίδου, ο Άκης Μελετίου, ο Ανδρέας Κουκκίδης, δάσκαλοι κ.α . Εγώ στη σχολή, στο μικρό διάστημα που έμεινα, κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει θέατρο. Πως αναλύεις ένα έργο, ένα ρόλο. Έμαθα να καταλαβαίνω τη σημασία κάθε λέξης, κάθε πρότασης, πως αυτές οι λέξεις δημιουργούν ένα χαρακτήρα και πως μπορούν να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το ποιος και σε ποια συνάφεια τις λέει. Αυτό με βοήθησε αφάνταστα μετά στη συγγραφή. Η τάση φυγής, όμως, από το «μικρό» χώρο του νησιού μας με έκανε να αποδεχτώ μια υποτροφία για Κτηνιατρική στη Λ.Δ. Γερμανίας. Διέγραψα τα όνειρά μου για το θέατρο και έφυγα.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε θέατρο; Χρησιμοποιήσατε συχνά την κυπριακή διάλεκτο στα έργα σας, αποφεύγοντας εξ αρχής τη φολκλορικό στοιχείο.

«Έγραφα» πάντα. Το πρώτο μου έργο το έγραψα όταν ήμουν 12 χρονών, μετά έγραψα και 2-3 άλλα. Φυσικά κανείς δεν τα έβλεπε. Διαβάζω κάποτε τώρα τα έργα αυτού του πιτσιρικά που φαίνεται να έχει ταλέντο και τον συμβουλεύω να συνεχίσει να γράφει.

Αργότερα, σε πιο ώριμη ηλικία, όταν τελείωσα τις σπουδές μου, ήθελα να γράψω θέατρο. Ήταν άλλωστε και ο μοναδικός τρόπος να επιστρέψω στην πρώτη μου αγάπη. Δοκίμαζα. Όλες οι δοκιμές που έκανα ήταν στην ούτω καλούμενη πανελλήνια δημοτική. Δεν με ικανοποιούσαν. Τότε υπήρχαν δυο κατηγορίες συγγραφέων. Αυτοί που έγραφαν στη διάλεκτο φολκλορικά κυπριώτικα σκετς και ηθογραφίες, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα μουσειακή και απολιθωμένη, που καμιά σχέση δεν είχε πια με τη ζωντανή μας διάλεκτο. Χωρίς να παραγνωρίζω κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις. Και η άλλη κατηγορία ήταν αυτοί που έγραφαν «σοβαρό θέατρο» στην πανελλήνια δημοτική. Εγώ ήθελα και δοκίμαζα να γράψω «σοβαρό θέατρο». Το αποτέλεσμα όμως δεν με ικανοποιούσε, γιατί έγραφα σε μια γλώσσα που δεν γνώριζα την προφορικότητά της και δεν εξέφραζε σωστά τους χαρακτήρες που ήθελα να πλάσω. Όταν αποδαιμονιοποίησα μέσα μου τη διάλεκτό μας, ξέχασα τη γλώσσα του κυπριώτικου σκετς και έτσι τέλειωσα το πρώτο μου έργο, που ονόμασα «Ένα Κυριακάτικο σκετς». Όταν παίχτηκε, τα σχόλια ήταν πολύ θετικά. Το ότι ήταν στη διάλεκτο δεν το ανέφερε κανείς. Όλοι μιλούσαν για μια γλώσσα απλή, καθημερινή, αληθινή. Ούτε και στα σχόλια για τα άλλα έργα μου ανέφερε κανείς αν είναι στη διάλεκτο ή όχι (εκτός από το Μπαμ!).

Τι πιστεύετε για τη χρήση της σήμερα στο θέατρο και όχι μόνο;

Η χρήση ή μη της κυπριακής διαλέκτου ήταν πάντα ένα πολιτικό εθνικιστικό δίλημμα. Κακώς πέρασε στο θέατρο αυτό το «δίλημμα». Το θέατρο χρειάζεται μια γλώσσα αληθινή, αυτή που μέσω της εκφράζονται οι χαρακτήρες του έργου.

Τι θεωρείτε πιο σημαντικό για έναν θεατρικό συγγραφέα; Τι κάνει ένα θεατρικό συγγραφέα καλό συγγραφέα;

Καλός θεατρικός συγγραφέας, για μένα, είναι αυτός που τα κείμενά του μπορούν να τα ζωντανέψουν οι ηθοποιοί επί σκηνής και να πλάσουν χαρακτήρες που να επικοινωνούν με το κοινό. Συνεπώς, σημαντικό είναι να μπορεί να ακούει και να βλέπει με καθαρή κρίση τι συμβαίνει γύρω του. Να μελετά κάθε είδους λογοτεχνία και να «κλέβει» και να αφομοιώνει από αυτά τα ουσιαστικά για τον ίδιο. Η καλή μου φίλη Αλεξία Παπαλαζάρου είπε πρόσφατα σε ένα εργαστήρι θεατρικών συγγραφέων: “Γράψτε τη δική σας ιστορία. Μην προσπαθείτε να πρωτοτυπήσετε. Ό,τι θέλετε να πείτε, το είπαν ήδη άλλοι πριν από σας. Πρωτοτυπία είναι ο δικός σας τρόπος και η δική σας αλήθεια!”

Πώς ξεκινάτε ένα καινούργιο έργο;

Όπως μια εγκυμοσύνη. Ένα άκουσμα, ένα γεγονός, ένας άνθρωπος έρχεται σαν ένα σπερματοζωάριο και εισβάλλει στο ωάριο, που είναι το δικό μου μυαλό. Αν ταιριάξουν, αρχίζει το ωάριο να γίνεται έμβρυο και να αναπτύσσεται εμπλουτισμένο με στοιχεία του δικού μου DNA, μέχρι να αναπτυχθεί σε ένα νέο δημιούργημα. Ο τοκετός (γράψιμο) είναι εύκολος όταν το παιδί είναι έτοιμο να γεννηθεί. Στον τοκετό με βοηθούν πολύ οι ηθοποιοί που έχω επιλέξει να υποδυθούν τους ρόλους. Τους φέρνω νοερά όλους στο δωμάτιό μου, παίζουν και ξαναπαίζουν κάθε σκηνή, κάθε πρόταση, μέχρι να ειπωθεί με τον σωστό τρόπο. Είναι πάρα πολλοί οι ηθοποιοί, που εν αγνοία τους με βοήθησαν σε αυτό!

Καλός θεατρικός συγγραφέας, για μένα, είναι αυτός που τα κείμενά του μπορούν να τα ζωντανέψουν οι ηθοποιοί επί σκηνής και να πλάσουν χαρακτήρες που να επικοινωνούν με το κοινό. Συνεπώς, σημαντικό είναι να μπορεί να ακούει και να βλέπει με καθαρή κρίση τι συμβαίνει γύρω του

Υπάρχει κάποιο έργο σας που για προσωπικούς λόγους είναι πιο οικείο σε σας;

Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, αγαπώ και ξεχωρίζω κάθε έργο μου περισσότερο από τα άλλα. Γιατί για διαφορετικούς λόγους το ξεχωρίζω. Όλα μού είναι οικεία, γιατί σε όλους τους ήρωες των έργων μου θα συναντήσετε κάποιο κομμάτι του εαυτού μου. Αν οπωσδήποτε πρέπει να αναφέρω κάποιο, τότε αυτό θα ήταν το πρώτο μου έργο, το «Ένα Κυριακάτικο σκετς», γιατί όσα λέγονται σε αυτό από τις τρεις γυναίκες είναι δικά μου ερωτήματα, δικές μου αντιδράσεις και δικοί μου προβληματισμοί, της τότε εποχής, συνδυασμένα με ιστορίες δικών μου ανθρώπων.

Τα έργα σας δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητα, αφού συχνά θίγετε ζητήματα που ήταν ταμπού στην κυπριακή κοινωνία. Τι θυμάστε πιο έντονα από τις κατά καιρούς αντιδράσεις;

Ασφαλέστατα δεν ήταν ποτέ πρόθεσή μου να θίξω θέματα ταμπού. Απλά τον θυμό και τις ενοχές μου εξωτερίκευα, για τη σιωπή που μας επέβαλαν άλλοι. Αντιδράσεις συνάντησαν όλα τα έργα μου, όχι όμως τέτοιες που να με προβληματίσουν αν θα έπρεπε να γράφω γι’ αυτά τα θέματα ή όχι. Ίσως επειδή όλα είχαν την τύχη να γίνουν εξαιρετικές παραστάσεις.

Πιο έντονα θυμάμαι την περίπτωση του «Μανώλη…!» Γυρίστηκε για πρώτη φορά από το ΡΙΚ για να προβληθεί στις 15 Ιουλίου του 1987. Την τελευταία στιγμή, και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η ημέρα και η ώρα προβολής του, «αναβλήθηκε για τεχνικούς λόγους». Δεν αντέδρασα δημόσια, παρόλον ότι έβραζα μέσα μου γιατί μας φίμωναν ακόμη μια φορά. Μετά από μερικούς μήνες σε κάποια συζήτηση που έγινε στη Λευκωσία για το νεοελληνικό θέατρο, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, που είχε διαβάσει το έργο, αναφέρθηκε κολακευτικά σε αυτό. Τότε πήρε το λόγο η κυρία Μπεμπεδέλη που ήταν παρούσα και αποκάλυψε τι είχε συμβεί. Προκλήθηκε μεγάλος σάλος στον Τύπο για τη λογοκρισία στο ΡΙΚ και έτσι προβλήθηκε την επόμενη 15η Ιουλίου. Η κυρία Μπεμπεδέλη με τη μοναδική ερμηνεία της και γενικά τη στάση της και το κύρος της έκαναν το «Μανώλη…!» ένα εμβληματικό έργο στη θεατρική αλλά και πολιτική ιστορία του τόπου μας.

Στηρίξατε την κυπριακή θεατρική γραφή πρώτα από όλα με το έργο σας. Αλλά και από τις θέσεις σας στο Δ.Σ. του ΘΟΚ και του ΚΚΔΙΘ προσπαθήσατε να τη στηρίξετε και θεσμικά. Ποιες θεωρείτε πιο σημαντικές από αυτές τις παρεμβάσεις σας;

Η περίοδος της προεδρίας μου στον ΘΟΚ δεν ήταν, για πολλούς λόγους, η πιο ευτυχής και δημιουργική της θεατρικής μου ζωής. Σχετικά με τη θεατρική συγγραφή ελάχιστα έγιναν και δεν είχαν συνέχεια και συνέπεια.

Αντίθετα, μέσα από το ΚΚΔΙΘ κάναμε πολύ περισσότερα και σημαντικότερα. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 (ήμουν τότε μέλος του Δ.Σ. του) οργανώσαμε με τη συνεργασία των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, του ΡΙΚ και του Σπιτιού της Κύπρου βραδιές κυπριακού θεατρικού έργου, όπου προβάλλαμε έργα που είχαν γυριστεί από το ΡΙΚ. Παρών ήταν πάντα και ο συγγραφέας, ο οποίος μιλούσε για το έργο του. Από το 2009, όταν ήμουν Πρόεδρος του ΚΚΔΙΘ, οργανώσαμε με τη στήριξη των Πολιτιστικών Υπηρεσιών και θεσμοθετήσαμε την Εβδομάδα Κυπριακού Θεατρικού Έργου στην Αθήνα. Παράλληλα το 2014 οργανώσαμε στο Σπίτι της Κύπρου ανοιχτή συζήτηση με θέμα «Το κυπριακό θεατρικό έργο: Παρουσία και προώθησή του στον ελλαδικό χώρο», στην οποία συμμετείχαν η ακαδημαϊκός Χαρά Μπακονικόλα, ο κριτικός θεάτρου και ακαδημαϊκός Γρηγόρης Ιωαννίδης και η αξέχαστη θεατρική συγγραφέας, ηθοποιός και αγαπημένη φίλη Χρύσα Σπηλιώτη.

Στο πρόγραμμα ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ / İKİ SES μεταφράσαμε έργα Τ/κ και Ε/κ συγγραφέων στην αντίστοιχη άλλη γλώσσα, τα παρουσιάσαμε σε αναλόγιο με Ε/κ και Τ/κ ηθοποιούς και στη συνέχεια τα εκδώσαμε σε μια προσπάθεια αλληλογνωριμίας. Επίσης δώσαμε την ευκαιρία σε νέους συγγραφείς να πάρουν μέρος σε σημαντικά εργαστήρια θεατρικής συγγραφής στο εξωτερικό. Οργανώσαμε πάλι σε συνεργασία με το Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα σειρά αναλογίων με τον τίτλο «Νέες Κυπριακές Θεατρικές Φωνές» με έργα νέων Κυπρίων συγγραφέων, κυρίως αυτών που αναδείχθηκαν μέσα από το PLAY.

Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, το πρόγραμμα PLAY σε συνεργασία στην αρχή με τον ΘΟΚ, το οποίο ανέδειξε πολλούς νέους ταλαντούχους θεατρικούς συγγραφείς.

Ποιος είναι, πιστεύετε, ο ρόλος του θεάτρου και της τέχνης σε μια κοινωνία;

Η τέχνη είναι «ψυχαγωγική» και «διακοσμητική». Ρόλος της είναι η αγωγή, η καλλιέργεια της ψυχής μας, να κοσμεί την αρμονική ζωή του ανθρώπου. Όμως ο άνθρωπος ποτέ δεν ήταν σε αρμονία με τη φύση του. Γι’ αυτό καθήκον του θέατρου, με τη μαζικότητα και λαϊκότητα που το χαρακτηρίζει, είναι να προβάλλει και να καταγγέλλει κάθε τι που διαταράσσει αυτή την αρμονία και με αυτό τον τρόπο να μας ευαισθητοποιεί, να μας συνειδητοποιεί και να μας κάνει (όσους κάνει) σε ατομικό επίπεδο καλύτερους ανθρώπους με ανάλογες πράξεις. Η κοινωνία μπορεί να αλλάξει μόνο από ευαισθητοποιημένους, συνειδητοποιημένους και ενεργοποιημένους πολίτες.

Τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει για την περαιτέρω ανάπτυξη της κυπριακής γραφής και ποιος ο ρόλος των ίδιων των συγγραφέων;

Οι ρόλος των συγγραφέων είναι να γράφουν όσο το δυνατόν καλύτερα για θέματα που αφορούν τον μικρό μας τόπο αλλά και τον μεγάλο κόσμο. Για την περαιτέρω ανάπτυξη είναι καιρός πια το κράτος να παρέμβει δυναμικά και συστηματικά και όπως παρέχει μέτρα και στηρίζει τους πατατοπαραγωγούς, ελαιοπαραγωγούς κ.λπ. να δώσει κίνητρα και στήριξη και στους παραγωγούς θεάτρου, ώστε το προϊόν του κόπου τους να μπορεί να διατίθεται στον καταναλωτή/θεατή τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό. Το κυπριακό έργο έχει φτάσει ήδη σε εξαγώγιμη ωριμότητα

Μας έχεις Like στο Facebook ;