Γιώργος Β. Γεωργίου: Η γλώσσα αποφασίζει μόνη της

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο δρ Γιώργος Β. Γεωργίου σπούδασε Φιλολογία και Γλωσσολογία και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση έχοντας ταυτόχρονα πολυσχιδή δραστηριότητα σχετική με τη γλώσσα: επιστημονικές ανακοινώσεις, εργασίες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά, έκδοση βιβλίων, αρθρογραφία σε εφημερίδες, επιμέλεια εκπαιδευτικών τηλεπαιχνιδιών αλλά και ραδιοφωνικών εκπομπών για τη γλώσσα, διδασκαλία ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μιλάμε για το τελευταίο βιβλίο του Σωστά Ελληνικά. Πόσα ξέρεις (;) (Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, 2016), στόχος του οποίου είναι «οι πρακτικές λύσεις που αφορούν την καθημερινή χρήση της γλώσσας και όχι η ρύθμιση, με την έννοια της άνωθεν παρέμβασης, ξένης προς τη σύγχρονη Γλωσσολογία». Μιλάμε για το «σωστό και λάθος» στη γλώσσα, μας εξηγεί πως η «γλώσσα και όχι οι γλωσσολόγοι αποφασίζουν» αλλά και πως μια διάλεκτος «ενισχύει τη γλωσσοπλαστική φαντασία, τη γλωσσική ικανότητα στο σύνολό της».

ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η γλώσσα αποφασίζει μόνη της

Η γραμματική και το συντακτικό δεν είναι Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας

Τι ακριβώς είναι το καινούργιο σας βιβλίο Σωστά Ελληνικά. Πόσα ξέρεις(;) ; Μια καινούργια γραμματική, ένας εύχρηστος οδηγός;

Το βιβλίο αποτελεί έναν πρακτικό οδηγό χρήσης της ελληνικής γλώσσας, εμπλουτισμένο με δεκάδες σχόλια που διασαφηνίζουν γλωσσικά ζητήματα. Κανόνες γραμματικής και σύνταξης, που περιλαμβάνουν κανόνες τονισμού, στίξης, κλίσης, σημασίας και πολλές άλλες επισημάνσεις που έχουν σχέση με την επίτευξη μιας καλύτερης ποιότητας γραπτού λόγου. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται και ένας πρωτότυπος κατάλογος με πέραν των 1000 θεωρούμενων ως «δύσκολων» λέξεων της Νεοελληνικής. Σίγουρα το βιβλίο δεν είναι γραμματική, αλλά θίγει πολλά ζητήματα καθημερινής χρήσης της γλώσσας, που θα μπορούσαν να περιέχονται σε μια γραμματική, με έναν τρόπο όμως πολύ φιλικό προς τον αναγνώστη. Στόχος πάντα είναι οι πρακτικές λύσεις που αφορούν την καθημερινή χρήση της γλώσσας και όχι η ρύθμιση, με την έννοια της άνωθεν παρέμβασης, ξένης προς τη σύγχρονη Γλωσσολογία.

Τι ακριβώς εννοείτε με αυτό πως στόχος «είναι οι πρακτικές λύσεις» και πώς βλέπει η σύγχρονη Γλωσσολογία το θέμα αυτό της ρύθμισης;

Οι αντιλήψεις του απαρέγκλιτου κανόνα, του γλωσσικού βούρδουλα και της γλωσσικής αστυνόμευσης είναι πια ξεπερασμένες. Η γραμματική και το συντακτικό είναι μεν καλοί οδηγοί για να βρίσκουμε τη νόρμα, τον κανόνα, όχι όμως για να διαβάζεται όπως μαθαίνουμε τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Πολλά πράγματα αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου (ακόμα και ο… Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), ενώ όχι σπάνια οι ίδιες οι εμμονές του συντάκτη μιας γραμματικής δεν τον προφυλάσσουν από άστοχες παρατηρήσεις για το σωστό και το λάθος. Τέτοιες περιπτώσεις και πολλές άλλες εξετάζουμε κατά περίπτωση και σ’ αυτό το βιβλίο.

Επομένως, ούτε όποτε γίνεται λόγος για «λάθος» θα πρέπει κανείς να εξεγείρεται άδικα (γιατί υπάρχουν πολλά τέτοια, που «κοσμούν» καθημερινά τον Τύπο, που ακούγονται από τα ραδιόφωνα και που σερβίρονται στα σχολεία), ούτε όμως θα πρέπει να έχουμε τη νοοτροπία του κατά νόμον ορθού και του λάθους. Οι νόμοι της γλώσσας μπορεί να έχουν κανονικότητα, αλλά όπως και οι νόμοι του κράτους μεταβάλλονται εξίσου. Γενικά (ή να πούμε, γενικώς;) σήμερα ο γλωσσολόγος οφείλει να περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας της γλώσσας, όχι να αποφασίζει για το σωστό και το λάθος, κοντολογίς να ρυθμίζει τη γλωσσική χρήση. Οι γλωσσολόγοι δεν αρέσκονται καθόλου να κουνάνε το δάκτυλο, ούτε αγαπούν τον σχολαστικισμό.

Ποιος λόγος σάς οδήγησε σε αυτό το βιβλίο; Τι το καινούργιο πιστεύετε πως προσφέρει;

Η συνεχής και πολυετής ενασχόλησή μου με θέματα χρήσης της γλώσσας και το υλικό που μάζευα θεώρησα ότι ήταν χρήσιμο να το εκδώσω υπό μορφή οδηγού. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλοι χρήσιμοι ανάλογοι οδηγοί, αλλά θεωρώ ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχουν αρκετές πρωτοτυπίες, όπως ο σχεδιασμός του βιβλίου που επιτρέπει πολύ εύκολη αναδίφηση του υλικού, με τη χρήση σχεδιαγραμμάτων , πλαισίων , επισημάνσεων κ.λπ., η καταγραφή των 1000 δυσκολότερων λέξεων της Ελληνικής, αλλά και ο τρόπος συγκέντρωσης του υλικού.

Οι αντιλήψεις του απαρέγκλιτου κανόνα, του γλωσσικού βούρδουλα και της γλωσσικής αστυνόμευσης είναι πια ξεπερασμένες

Μια που αναφέρετε αυτόν τον κατάλογο των «δύσκολων» λέξεων. Πού έγκειται η δυσκολία τους;  Μπορείτε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα;

Δύσκολες έχω «βαφτίσει» λέξεις που δεν τις συναντάμε συχνά στον καθημερινό μας λόγο, που είναι απαιτητικές, που ενδεχομένως προέρχονται από προηγούμενες φάσεις της γλώσσας, ιδιαίτερα τη λόγια παράδοση, που δεν είναι τόσο γνωστό το περιεχόμενό τους. Στην ενότητα αυτή θα βρείτε λέξεις όπως αβροδίαιτος (ο) = καλομαθημένος, αγλαΐζω = δοξάζω, αιδημοσύνη (η) = ντροπαλότητα, βαυκαλίζω = εξαπατώ με ψεύτικες υποσχέσεις, βρυγμός (ο) = τρίξιμο των δοντιών κατά τον ύπνο, γαστραλγία (η) = στομαχόπονος, γέρας (το) = βραβείο, δανδής (ο) = άντρας με ψεύτικη κομψότητα, εγκάθειρκτος (ο) = φυλακισμένος, έγκοιλο (το) = σπήλαιο, μέθεξη (η) = πνευματική συμμετοχή και πολλές άλλες.

Υπάρχει, επίσης, μια ενότητα «Επιστημονική γλώσσα vs… αλαμπουρνέζικα». Τι ακριβώς εξετάζετε σε αυτή την ενότητα;

Oταν η γλώσσα χρησιμοποιείται με επιτηδευμένο τρόπο για να «τρομοκρατήσει» τον αναγνώστη ή τον ακροατή θέλοντας να του επιβάλει ένα είδος πνευματικής τρομοκρατίας («για να μην το καταλαβαίνεις είναι επειδή φταίει το χαμηλό επίπεδο της αντίληψής σου έναντι στο πολύ υψηλό δικό μου»), τότε μιλάμε για «αλαμπουρνέζικα». Σ’ αυτήν, λοιπόν, την ενότητα στηλιτεύεται ο ρόλος της γλώσσας της πολιτικής ιδίως που μπορεί να ομιλεί χωρίς να λέει απολύτως τίποτε. Και χρησιμοποιούνται μερικά ιδιαίτερα διασκεδαστικά παραδείγματα που το αποδεικνύουν.

Υπάρχουν κάποιοι που ισχυρίζονται ότι γλωσσικά «λάθη» που χρησιμοποιούνται για καιρό ενσωματώνονται πλέον στην γλώσσα. Πώς το σχολιάζετε;

Σήμερα, οι γλωσσολόγοι δεν τολμούν σχεδόν να προκρίνουν μια γλωσσική χρήση έναντι άλλης, αφού θεωρούν πως δεν είναι δουλειά τους να αποφασίσουν αυτό που η γλώσσα τελικά αποφασίζει μόνη της, ώστε ισχύει αυτό που πολύ εύστοχα επισημαίνει ο γνωστός ελληνιστής Peter Mackridge πως «κανένας δεν μπορεί να πει την τελευταία λέξη για μια ζωντανή γλώσσα» και ιδιαίτερα «πρέπει να έχουμε υπόψη ότι πολλά (αλλά πάντως όχι όλα) από τα σημερινά “λάθη” γίνονται τα “σωστά” του αύριο». Αυτό είναι πολύ ορθό. Από την άλλη εγώ δεν είμαι από τους γλωσσολόγους που φοβούνται να πουν τη γνώμη τους. Eτσι, θα σχολιάσω πολλά απ΄ αυτά που θεωρούνται λάθη, χωρίς να ξεχνώ ότι η γλώσσα βρίσκεται σε διαρκή ζύμωση. Ιδιαίτερα ο γραπτός λόγος χρειάζεται «ρύθμιση», δηλαδή κανόνες που να διέπουν τη χρήση του. Πρέπει να έχουμε όμως συνέχεια υπόψη ότι αυτοί οι κανόνες υπόκεινται σε συνεχή μεταβολή.

Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα λαθών στη χρήση της Κοινής Ελληνικής που συνήθως γίνονται μόνο στην Κύπρο;

Δεν θα έλεγα λάθη. Υπάρχουν μερικές διαφορετικές χρήσεις της γλώσσας. Κι αυτό δεν έχει σχέση μόνο με τη διάλεκτο. Υπάρχουν λ.χ. λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στον κυπριακό χώρο, αν και δεν είναι διαλεκτικές. Λέξεις όπως αθλητοπρέπεια, ή αιτητής λ.χ. δεν είναι σε χρήση στην Ελλάδα. Ακόμα στην Ελλάδα δεν θα πουν λίβελλος, αλλά συκοφαντική δυσφήμιση. Δεν θα πουν κυκλικός κόμβος. Τέτοια πράγματα.

Μια διάλεκτος είναι οργανικό κομμάτι μιας γλώσσας, που αν χρησιμοποιηθεί ορθά ενισχύει μάλλον παρά περιστέλλει τη γλωσσοπλαστική φαντασία, τη γλωσσική ικανότητα στο σύνολό της.

Η χρήση της διαλέκτου στην εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει στην εκμάθηση της κοινής Ελληνικής;

Δεν θα το έθετα έτσι. Η κυπριακή διάλεκτος είναι άλλο ένα ποτάμι που ρέει και εμπλουτίζει τη γλώσσα μας. Αφού ο εκπαιδευτικός, αν μιλάμε για τα σχολεία, κάνει σαφές πως η χρήση της διαλέκτου στις ανεπίσημες συνθήκες επικοινωνίας δεν είναι σε καμιά περίπτωση κατακριτέα, θα πρέπει να διευκρινίσει πως περιβάλλοντα όπως αυτό του σχολείου, έχουν ανάγκη από μια πιο απαιτητική γλώσσα, που έχει δουλευτεί στον γραπτό λόγο, τις επιστήμες, την εκπαίδευση, δηλαδή η επίσημη γλώσσα και η οποία βεβαίως δεν είναι «άλλη» γλώσσα. Oμως άκαιρες επιθέσεις εναντίον της διαλέκτου που τη φέρνουν σε τεχνητή αντιπαράθεση με την επίσημη γλώσσα μόνο ζημιά προκαλούν . Αντιθέτως, αν δειχθούν οι επικοινωνιακές χρήσεις της κυπριακής διαλέκτου σήμερα (στην πολιτική, στη διαφήμιση κ.λπ.) θα μπορέσει ο μαθητής και αυριανός πολίτης να συνειδητοποιήσει ότι η χρήση της γλώσσας λειτουργεί εξουσιαστικά και ότι η διάλεκτος διαδραματίζει ρόλο στη ζωή του. Και από την άλλη, ας μην είμαστε τόσο άτεγκτοι, ώστε να περιμένουμε ο μαθητής να χρησιμοποιήσει στην τάξη έναν τύπο της κυπριακής διαλέκτου για να τον κατακεραυνώσουμε. Η αστοχία των εκπαιδευτικών στην αντιμετώπιση του ζητήματος της χρήσης της διαλέκτου διαιωνίζει την κατάσταση μέχρι τέλους και έτσι ο απόφοιτος πλέον μαθητής του Λυκείου φεύγει από το σχολείο, πιστεύοντας πως η μητρική του παραλλαγή είναι «λάθος» ή «κακή ποιότητα γλώσσας» ή, στην καλύτερη (;) περίπτωση, συνεχίζει να βιώνει τη γλωσσική σύγκρουση.

Πώς βλέπετε τη χρήση της διαλέκτου στη λογοτεχνία, στο θέατρο, αλλά ακόμα και στον πολιτικό ή επιστημονικό λόγο; Υπάρχει κάποια διαφοροποίηση τα τελευταία χρόνια;

Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως. Η κυπριακή διάλεκτος λειτουργεί στην κυπριακή κοινωνία σε πολλά επίπεδα. Δεν θα έλεγα στον επιστημονικό λόγο, αλλά στη λογοτεχνία, τη διαφήμιση, τη γλώσσα της πολιτικής κ.λπ. έχει βρει καινούργιες λειτουργίες, που την καθιστούν εργαλείο επικοινωνίας σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Αυτές τις λειτουργίες πρέπει να τις αναδείξουμε και να τις κατανοήσουμε, γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα και τους μηχανισμούς της κοινωνίας και τους μετασχηματισμούς της.

Γενικά η ύπαρξη της διαλέκτου για σας είναι πλούτος ή πρόβλημα;

Πλούτος ασφαλώς. Μια διάλεκτος είναι οργανικό κομμάτι μιας γλώσσας, που αν χρησιμοποιηθεί ορθά ενισχύει μάλλον παρά περιστέλλει τη γλωσσοπλαστική φαντασία, τη γλωσσική ικανότητα στο σύνολό

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.