Γονείς σε απόγνωση λόγω ανυπαρξίας κρατικών δομών και υψηλών χρεώσεων

Έλα στο Google News

Χιλιάδες νέοι γονείς και ιδιαίτερα γυναίκες αναγκάζονται να καταφύγουν στην ημιαπασχόληση ή/και διακόπτουν την καριέρα τους

 

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

 

Χιλιάδες γονείς βρίσκονται σε απόγνωση, λόγω της ανυπαρξίας κρατικών δοµών για προστασία και φροντίδα των παιδιών τους, αλλά και ένεκα των πολύ υψηλών χρεώσεων που επιβάλλουν κυρίως οι ιδιωτικοί σταθµοί.

Μελέτη την οποία εκπόνησε το Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου για λογαριασµό του Γραφείου Γυναικών Εργατοϋπαλλήλων της ΠΕΟ αναδεικνύει τα µεγάλα αδιέξοδα µε τα οποία βρίσκονται αντιµέτωποι οι νέοι γονείς, καθώς και την παντελή αδιαφορία του κράτους να προωθήσει µέτρα για στήριξη της οικογένειας.

Τα πιο σηµαντικά προβλήµατα τα οποία αναδεικνύει η µελέτη είναι η ανεπάρκεια δοµών, ιδιαίτερα για τα παιδιά 0-3 ετών, καθώς και τα παιδιά µε ειδικές ανάγκες και ικανότητες, το πολύ υψηλό κόστος στους παιδοκοµικούς σταθµούς και τα κέντρα προστασίας και φροντίδας παιδιών, το οποίο είναι σχεδόν απαγορευτικό για τους γονείς µε χαµηλά εισοδήµατα, και το ωράριο λειτουργίας των πιο πάνω δοµών το οποίο δεν συνάδει µε τα εκτεταµένα ή/και µεταβαλλόµενα ωράρια εργασίας τα οποία επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Με αποτέλεσµα πολλοί γονείς και ιδιαίτερα γυναίκες να καταφεύγουν αναγκαστικά στην ηµιαπασχόληση ή/και διακόπτουν την καριέρα τους, ώστε να είναι συνεπείς στις ευθύνες τους έναντι των παιδιών τους.

Όλα αυτά και πολλά άλλα, υποδεικνύουν ότι η διασφάλιση καθολικής πρόσβασης των παιδιών στις δοµές φροντίδας είναι η µεγαλύτερη πρόκληση του συστήµατος φροντίδας στην Κύπρο. Η απουσία της καθολικής φροντίδας περιλαµβάνεται ανάµεσα στους παράγοντες που δηµιουργούν το λεγόµενο «χάσµα παιδικής φροντίδας», το οποίο είναι ιδιαίτερα διευρυµένο στην Κύπρο.

Η έρευνα στέκεται και στο θέµα «ποιότητα» των υπηρεσιών σηµειώνοντας ότι αν και έχει βελτιωθεί σηµαντικά, παραµένουν σηµαντικές προκλήσεις. Ανάµεσα στις προκλήσεις αυτές είναι και η παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών από επαγγελµατίες και η συνεχιζόµενη κατάρτιση του προσωπικού.

Σύµφωνα µε τη µελέτη, ανάµεσα στους ανασταλτικούς παράγοντες ανάπτυξης του συστήµατος φροντίδας είναι «οι συντηρητικές πολιτικές που εφαρµόστηκαν, η έλλειψη οράµατος για ανάπτυξη Σχεδίων ∆ράσεως, η άγνοια ή/και η υποτίµηση των θετικών επιπτώσεων που µπορεί να επιφέρει η επένδυση στο σύστηµα φροντίδας σε οικονοµικό και κοινωνικό επίπεδο και η απουσία συντονιστικών δράσεων ανάµεσα στους κοινωνικούς εταίρους».

Σηµειώνεται ότι στο πλαίσιο της έρευνας λήφθηκαν προσωπικές και εις βάθους συνεντεύξεις µε αντιπροσώπους των κοινωνικών εταίρων και άτοµα που ασχολούνται µε τα θέµατα προστασίας και φροντίδας παιδιών ενώ έγινε ποσοτική έρευνα στην οποία συµµετείχαν 42 παιδοκοµικοί σταθµοί και 72 γονείς µε παιδιά σε δοµές φροντίδας.

200-550 ευρώ το μήνα: Δυσβάστακτο το κόστος για γονείς με χαμηλά εισοδήματα

Οι χρεώσεις στους παιδοκοµικούς σταθµούς και τα κέντρα προστασίας και φροντίδας παιδιών κυµαίνονται µεταξύ 200 – 550 ευρώ το µήνα ανάλογα µε τις ώρες τις οποίες παραµένει το παιδί και τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει το κέντρο. Αυτό είναι σχεδόν απαγορευτικό για πολλούς γονείς και ιδιαίτερα όσους έχουν χαµηλά εισοδήµατα, τις οικογένειες όπου ο ένας ή και οι δύο γονείς βρίσκονται στις άτυπες µορφές απασχόλησης ή/και αδήλωτης εργασίας, τους µετανάστες, τις µονογονεϊκές οικογένειες, τις πολυµελείς οικογένειες και τις οικογένειες που ζουν στα όρια της φτώχειας.

«Το αιώνιο άγχος ποιος θα πιάσει τα παιδιά όταν σχολάσουν […] Πληρώνουμε extra για τα απογεύματα»

Το ωράριο λειτουργίας των παιδοκοµικών σταθµών και των κέντρων προστασίας και φροντίδας παιδιών δεν συνάδει µε τα εκτεταµένα ή/και µεταβαλλόµενα ωράρια εργασίας τα οποία επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Συγκεκριµένα, το ωράριο πολλών σταθµών και κέντρων τερµατίζεται γύρω στις 3:00 µ.µ. και σε κάποιες περιπτώσεις στις 5:00 – 5:30 µ.µ. Ωστόσο πολλοί γονείς είναι αναγκασµένοι να εργάζονται µέχρι αργά το απόγευµα, ενώ αρκετοί εργάζονται βάρδιες τα βράδια ή/και τα Σαββατοκύριακα.

Όπως επισηµαίνεται στη µελέτη, «δίνεται η εντύπωση ότι ο όλος σχεδιασµός πολλών υπηρεσιών µέριµνας έγινε και γίνεται για να εξυπηρετεί συγκεκριµένες επαγγελµατικές οµάδες (π.χ. δηµόσιους υπαλλήλους και εργαζόµενους µε συµβατικά ωράρια εργασίας) που βολεύονται µε τα ωράρια λειτουργίας των υπηρεσιών αυτών και µπορούν να αντέξουν το οικονοµικό κόστος».

Επισηµαίνεται επίσης ότι η επέκταση των ωρών λειτουργίας στο εµπόριο µε τα σχετικά διατάγµατα του Υπουργείου Εργασίας δεν έχει αντισταθµιστεί µε ανάλογα µέτρα για να γίνει δυνατή η εξυπηρέτηση παιδιών και γονέων µέσα στο καινούργιο περιβάλλον που έχει δηµιουργηθεί. Ούτε οι αργίες των σταθµών και των κέντρων δεν συνάδουν πάντα µε τις αργίες στην εργασία.

Ακόµη, επισηµαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις η άρνηση εργασίας σε βάρδιες ενός γονέα, ο οποίος έχει την ευθύνη φροντίδας των παιδιών, τον θέτει αυτόµατα εκτός εργασίας.

Ενδεικτικές είναι οι ακόλουθες απαντήσεις γονιών: «Είµαστε µε το αιώνιο άγχος ποιος θα πιάσει τα παιδιά µας όταν σχολάσουν», «Αναγκαζόµαστε να πληρώνουµε extra για απογευµατινή απασχόληση», «Όταν το παιδί είναι άρρωστο, πρέπει υποχρεωτικά να είµαι µε άδεια και αυτό δεν είναι πάντα εφικτό».

Όπως επισηµαίνεται στη µελέτη, πολλές γυναίκες καταφεύγουν αναγκαστικά στην ηµι-απασχόληση ή/και διακόπτουν την καριέρα τους, ώστε να ανταποκριθούν στην ευθύνη τους για φροντίδα των παιδιών τους λόγω της ανυπαρξίας κρατικών δοµών.

Οι αγροτικές και ορεινές περιοχές είναι ο φτωχός συγγενής των κοινωνικών «επιταγών»

Το µεγαλύτερο πρόβληµα τα οποίο αντιµετωπίζουν οι νέοι γονείς είναι η ανεπάρκεια δοµών ιδιαίτερα για τα παιδιά ηλικίας 0-3 ετών, καθώς και τα παιδιά µε ειδικές ανάγκες και ικανότητες.

Όπως επισηµαίνεται στη µελέτη, η Κύπρος είναι από τις λίγες χώρες της ΕΕ στις οποίες η πρόσβαση των παιδιών σε σταθµούς και κέντρα είναι διασφαλισµένη µόνο για τα παιδιά άνω των τεσσάρων ετών. Αντίθετα σε πολλές χώρες (π.χ. ∆ανία, Γερµανία, Σουηδία, Σλοβενία, Λετονία) η πρόσβαση είναι διασφαλισµένη για όλα τα παιδιά από πολύ µικρή ηλικία, κάτω των δύο ετών, ενώ σε άλλες χώρες (π.χ. Βέλγιο, Ισπανία, Τσεχία, Γαλλία, Λουξεµβούργο, Ηνωµένο Βασίλειο, Πολωνία) η πρόσβαση είναι διασφαλισµένη από την ηλικία των τριών ετών.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το συνολικό ποσοστό εξυπηρέτησης παιδιών από τους ιδιωτικούς και κοινοτικούς σταθµούς είναι 36,7%. Μάλιστα, για τις κοινοτικές δοµές το ποσοστό είναι µόλις στο 6,2%.

Όπως επισηµαίνεται στη µελέτη υπάρχουν µόλις 340 παιδοκοµικοί σταθµοί, εκ των οποίων το 81% είναι ιδιωτικοί και 19% κοινοτικοί. Σηµειώνεται επίσης ότι το 2013 υπήρχαν οκτώ κρατικοί παιδοκοµικοί σταθµοί, αλλά έχουν αποµείνει µόνο τέσσερις.

Το µεγαλύτερο πρόβληµα εστιάζεται στις ορεινές και αποµακρυσµένες από τα κέντρα των πόλεων περιοχές, οι οποίες είναι «ο φτωχός συγγενής των κοινωνικών “επιταγών”», όπως επισηµαίνεται στη µελέτη. Στις περιοχές αυτές, η διαθεσιµότητα υποδοµών φροντίδας παιδιών είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Σηµειώνεται ακόµη ότι «η απουσία τέτοιων υπηρεσιών είναι ανάµεσα στους παράγοντες που σπρώχνουν µεγάλο αριθµό νέων ζευγαριών να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο µε ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ιδίους, τις κοινότητές τους, την αγροτική ανάπτυξη και παραγωγή και την ίδια την κυπριακή κοινωνία».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.