Γράφεται το τέλος της παγκόσµιας τάξης των τελευταίων 30 χρόνων

epaselect epa09796498 Anti-tank Czech hedgehogs in downtown Kiev (Kyiv), Ukraine, 02 March 2022. Russian troops entered Ukraine on 24 February prompting the country's president to declare martial law and triggering a series of announcements by Western countries to impose severe economic sanctions on Russia. EPA/ZURAB KURTSIKIDZE

«Οι µεγάλες δυνάµεις δεν είναι πλέον διατεθειµένες να ακολουθήσουν το διεθνές δίκαιο, δηµιουργώντας έτσι επικίνδυνα προηγούµενα»

Της Νίκης Κουλέρµου

Το διεθνές σύστηµα ασφάλειας µοιάζει να περνάει σε µια νέα, πιο άναρχη φάση όπου η στρατιωτική επίλυση των διαφορών επανέρχεται και αφορά πλέον και την Ευρώπη. Για την Κύπρο που υποφέρει από την τουρκική εισβολή και κατοχή, από τα διχοτοµικά σχέδια που εξυφάνθηκαν από το ΝΑΤΟ, τα ερωτήµατα που προβάλλουν µετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι αµείλικτα. Τα θέσαµε σε δύο καθηγητές-αναλυτές διεθνών σχέσεων.

Στους κ.κ. Λέανδρο Φίσιερ, επίκουρο καθηγητή Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο του Άαλµποργκ, ∆ανία και Μιχάλη Κοντό, επίκουρο καθηγητή ∆ιεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήµιο Λευκωσίας.

Ζητήσαµε από τους δύο καθηγητές να απαντήσουν στο ερώτηµα αν δικαιολογούνται τα δύο µέτρα και δύο σταθµά στην αντίδραση της διεθνούς και της ευρωπαϊκής κοινότητας στην παραβίαση της κυριαρχίας χωρών (Ουκρανία – Κύπρος), τι θα αλλάξει και τι µπορεί να αναµένει κάποιος ως προς το διεθνές σύστηµα ασφάλειας, και αν η Ε.Ε. έχει ξαφνικά αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική και λόγο ή απλά εκδηλώνεται ως ουραγός του ΝΑΤΟ.

Μιχάλης Κοντός: Σύµπτωµα του αναδυόµενου διεθνούς πολυπολισµού η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία

Ιδιαίτερα ανησυχητική η επιστροφή του διακρατικού πολέµου ως θεµιτής πρακτικής στις διεθνείς σχέσεις

Από την οπτική του διεθνούς δικαίου, οι δύο εισβολές είναι πολύ παρόµοιες. Πρόκειται για ξεκάθαρη παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που απαγορεύει τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, ιδιαίτερα όταν αυτή εκδηλώνεται εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας µιας χώρας. Επ’ αυτού, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία περιλαµβάνει και το στοιχείο της πολιτικής καθυπόταξης, κάτι που δεν υπήρχε στη δική µας περίπτωση.

Από γεωστρατηγικής άποψης όµως οι δύο περιπτώσεις είναι πολύ διαφορετικές. Ενώ ο αντίκτυπος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο δεν έλαβε ιδιαίτερα µεγάλες διαστάσεις διεθνώς, παρά την κατακραυγή τότε της διεθνούς κοινότητας κατά της Τουρκίας, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκαλεί συστηµικές επιδράσεις σε παγκόσµιο επίπεδο, καθ’ ότι εξελίσσεται σε έναν έντονο ανταγωνισµό µεταξύ µεγάλων δυνάµεων, ενώ ενεργοποιεί συστηµικές δυναµικές που απουσίαζαν προηγουµένως, όπως π.χ. η διαφαινόµενη δυναµική επιστροφή του ΝΑΤΟ και η στροφή της γερµανικής πολιτικής άµυνας και ασφάλειας. Επιπλέον, θέτει ζητήµατα ως προς τη µελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, η οποία ποσώς επηρεάστηκε από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Σε κάθε περίπτωση όµως, υπάρχει µία ξεκάθαρη οµοιότητα: η θυµατοποίηση µικρών και αδύναµων κρατών και των λαών τους στο βωµό των συµφερόντων µεγαλύτερων στρατιωτικά δυνάµεων.

Συµφωνώ µε την εκτίµηση ότι επίκεινται σηµαντικές αλλαγές στο επίπεδο του διεθνούς συστήµατος. Εν προκειµένω, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία µπορεί να χαρακτηριστεί ως σύµπτωµα του αναδυόµενου διεθνούς πολυπολισµού, στα πλαίσια του οποίου µεγάλες δυνάµεις µε περιφερειακές αξιώσεις ηγεµονίας επιχειρούν να διαµορφώσουν ευνοϊκές περιφερειακές ισορροπίες δυνάµεων.

Αυτό που µε ανησυχεί όµως περισσότερο είναι η επιστροφή του διακρατικού πολέµου ως θεµιτής πρακτικής στις διεθνείς σχέσεις. Για πολλά χρόνια ο επιθετικός πόλεµος εθεωρείτο «προνόµιο» της µόνης εναποµείνασας υπερδύναµης του µεταψυχροπολεµικού κόσµου, δηλαδή των ΗΠΑ. Έτσι, παραδείγµατος χάριν, ελλείψει ανταγωνισµού από άλλες µεγάλες δυνάµεις, οι στρατιωτικές επεµβάσεις των ΗΠΑ δεν επέσειαν σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης µεταξύ µεγάλων δυνάµεων και πυρηνικής κλιµάκωσης. Πλέον όµως, εξαιτίας του πολυπολισµού, το φαινόµενο φαίνεται να διαχέεται και να προκαλεί συνθήκες σύγκρουσης µεταξύ µεγάλων δυνάµεων, µε επικίνδυνες διαστάσεις.

Το διεθνές δίκαιο δέχεται αρκετή πίεση και κριτική. Η πραγµατικότητα είναι ότι τα κράτη κατά κανόνα το σέβονται και µόνο κατ’ εξαίρεση το παραβιάζουν.

* Η διαμόρφωση αντιλήψεων εξωτερικής απειλής λειτουργεί συχνά ως καταλύτης αλλαγής στην εξωτερική πολιτική και στρατηγική ασφαλείας των κρατών. Εντούτοις στην περίπτωση της ΕΕ υπάρχουν πολλά βήματα που πρέπει να γίνουν. Επ’ αυτού, υπάρχει το δόγμα της «στρατηγικής αυτονομίας», το οποίο συζητείται εσχάτως, όμως η εξάρτηση από το ΝΑΤΟ παραμείνει θεμελιώδης. Επιπλέον, η διακρατική φύση της ΕΕ παραμένει: η εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας παραμένουν ουσιαστικά στα χέρια των κρατών – μελών, με αποτέλεσμα τα συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα να μην επιτρέπουν την αποφασιστική τοποθέτηση της ΕΕ σε διεθνείς κρίσεις. Μεσοπρόθεσμα ίσως το δούμε αυτό και στην υπό εξέλιξη περίπτωση. Από την άλλη όμως, στο σύγχρονο, πολυπολικό σύστημα η ΕΕ δεν μπορεί να ελπίζει στο βαθμό στρατηγικής κάλυψης που της παρείχαν στο παρελθόν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, χρειάζεται να βρεθεί μια χρυσή τομή, ίσως με τη δημιουργία υποστηρικτικών δυνάμεων ταχείας επέμβασης σε συνοριακές κρίσεις (ένα στρατιωτικό αντίστοιχο της FRONTEX).


Λέανδρος Φίσιερ: Το «διεθνές δίκαιο» είναι ένας «κανόνας παιχνιδιού» για τους ισχυρούς

Οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να αποσυνδέσουν την Ευρώπη οικονοµικά από τη Ρωσία αποτρέποντας, προς το παρόν, το ενδεχόµενο µιας ανεξάρτητης κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής 

Το «διεθνές δίκαιο» στα πλαίσια του ΟΗΕ είναι µια συνθήκη, ένας «κανόνας παιχνιδιού», ο οποίος εγκαθιδρύθηκε στα πλαίσια του διπολισµού µεταξύ Ηνωµένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο. Είναι ένα από τα πολλά «δίκαια των ισχυρών».

Με τη µεταψυχροπολεµική µονοπολική νέα τάξη πραγµάτων, οι ΗΠΑ και οι σύµµαχοί τους, αφού δεν συναντούν καµία αντίσταση πλέον, παρακάµπτουν την αρχή της κρατικής κυριαρχίας που βρίσκεται στην καρδιά του «διεθνούς δικαίου» µε πρόφαση τα ανθρώπινα δικαιώµατα (κλείνοντας βέβαια τα µάτια τους στις παραβιάσεις των δικών τους συµµάχων), συγκεκριµένα µε τη συνθήκη του Responsibility to Protect (R2P) που επικύρωσε ο ΟΗΕ το 2005 -την «ευθύνη» δηλ. της «διεθνούς κοινότητας» να επεµβαίνει στα εσωτερικά µιας χώρας µε σκοπό να αποτρέψει κάποιο κακό, όπως µια γενοκτονία.

Αν οι ΗΠΑ µπορούν να λάβουν έγκριση από το Συµβούλιο Ασφαλείας για τις επεµβάσεις τους (όπως στο Ιράκ το 1991, Λιβύη 2011), θα το επιδιώξουν. Αν βρεθούν αντιµέτωπες µε ένα πιθανό βέτο, θα δράσουν µονοµερώς (Γιουγκοσλαβία 1991, Ιράκ 2003, µεταξύ άλλων). Οπότε δεν είναι θέµα αν «δικαιολογούνται ή όχι» τα «δύο µέτρα και δύο σταθµά», µιας και αυτά δεν αποτελούν εκτροπή από το «διεθνές δίκαιο», αλλά την πιο ειλικρινή έκφραση των ωµών σχέσεων εξουσίας που δοµούν την ίδια τη συνθήκη.

Οι εξελίξεις σήµερα σηµατοδοτούν το τέλος της παγκόσµιας τάξης όπως την έχουµε ζήσει τα τελευταία 30 χρόνια. Η Ρωσία έδειξε ότι δεν είναι διατεθειµένη να παίζει πλέον µε τους κανόνες του «διεθνούς δικαίου», τους οποίους οι ΗΠΑ και οι χώρες του ΝΑΤΟ παραβιάζουν αναλόγως των συµφερόντων τους µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου. Με την εισβολή του στην Ουκρανία, ο Πούτιν ουσιαστικά µιµείται τη συµπεριφορά των ∆υτικών. Επικαλείται τα «ανθρώπινα δικαιώµατα» των ρωσόφωνων του Ντονµπάς και τον κίνδυνο µιας «γενοκτονίας» για να παρακάµψει την αρχή της κρατικής κυριαρχίας της Ουκρανίας.

Αυτό είναι µια επικίνδυνη εξέλιξη σε παγκόσµιο επίπεδο, γιατί δείχνει ότι και αυτές οι µεγάλες δυνάµεις που επικαλούνταν για 30 χρόνια το διεθνές δίκαιο δεν είναι πλέον διατεθειµένες να το ακολουθήσουν, δηµιουργώντας έτσι επικίνδυνα προηγούµενα. Ο µακροπρόθεσµος σκοπός του Πούτιν δεν αφορά κυρίως την Ουκρανία, αλλά τη δηµιουργία µιας νέας παγκόσµιας συνθήκης που να αναγνωρίζει το ρόλο της Ρωσίας ως βασικής συνιστώσας ενός πολυπολικού παγκόσµιου συστήµατος. Αυτό είναι όµως ένα εξαιρετικά επικίνδυνο στοίχηµα, όπως βλέπουµε τώρα.

Για την Αριστερά το «διεθνές δίκαιο» δεν µπορεί να αποτελεί το βασικό σηµείο αναφοράς για τους λόγους που προανέφερα. Κάθε κράτος στον παγκόσµιο καταµερισµό εργασίας του καπιταλιστικού συστήµατος χρησιµοποιεί το διεθνές δίκαιο «αλά καρτ», επικαλούµενο ή παραβιάζοντάς το, αναλόγως των δεδοµένων συσχετισµών δυνάµεων. Καθήκον της Αριστεράς είναι πρωτίστως η εναντίωση στις επιδιώξεις της «δικής της» άρχουσας τάξης, είτε αυτή βρίσκεται στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στη Ρωσία, ή ακόµα και στην Κύπρο.

Εκ πρώτης όψης, η επιθετική αµερικανική πολιτική έναντι της Ρωσίας µε αφορµή την Ουκρανία (περιφρόνηση των ρωσικών αιτηµάτων για εγγυήσεις ασφάλειας) φαντάζει παράδοξη, µε δεδοµένο και το γεγονός ότι το επίκεντρο του γεωπολιτικού ανταγωνισµού στον 21ο αιώνα θα βρίσκεται στη βορειοανατολική Ασία µεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και όχι στην Ευρώπη.

Από αυτή τη σκοπιά, η ουκρανική αναµέτρηση όχι µόνο αποσπά την προσοχή των ΗΠΑ από την Ασία, αλλά ανοίγει και το ενδεχόµενο αναβάθµισης του κύρους της Κίνας ως πιθανού διαµεσολαβητή µεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Όµως µια ευρύτερη µατιά δείχνει ότι µε τη στήριξη της αδιάλλακτης πολιτικής της ουκρανικής ηγεσίας και τις προκλήσεις έναντι της Ρωσίας οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να συσπειρώσουν το ευρωατλαντικό στρατόπεδο, ενώ οι κυρώσεις φαίνεται να αποσυνδέουν την Ευρώπη οικονοµικά από τη Ρωσία. Έτσι, οι ΗΠΑ αποτρέπουν προς το παρόν το ενδεχόµενο µιας ανεξάρτητης κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής, όπως και τις χλιαρές προσπάθειες του Γάλλου Προέδρου Μακρόν για ένα διάλογο στα θέµατα ευρωπαϊκής ασφάλειας µε τη Ρωσία.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.