Γραμμές

Από τη μέρα μέχρι το τέρμα

[…] Ο Χρίστος Κυθρεώτης, παρακολουθώντας ώρα την ώρα το διεσταλμένο εικοσιτετράωρο του ήρωα, μιλάει για τις ιστορίες που επινοούμε αλλά και για τις ιστορίες που μας απευθύνονται από τη στιγμή που θα ανοίξουμε τα μάτια μέχρι να μας πάρει και πάλι ο ύπνος. Ιστορίες που ματαιοπονούν, καθώς κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει κανέναν και καμία εξήγηση δεν εξηγεί τίποτα.

Από τα Εξάρχεια στην Ευελπίδων, μετά στην Ακαδημίας, αργότερα στα Πατήσια, κατόπιν στον Ορχομενό και τα ξημερώματα στο Ιπποκράτειο, ο ήρωας διανύει την ατελείωτη ημέρα υπό το βάρος μιας δυσοίωνης βεβαιότητας: «Τίποτα δεν θα πάει καλά, και το ξέρεις».

Τρεις είναι οι μεγάλες σκηνές του μυθιστορήματος: η δίκη, η διαδρομή προς τον Ορχομενό και ο διάλογος στο νοσοκομείο. Και στις τρεις σκηνές η υπόρρητη ιστορία είναι η απειρία των τρόπων με τους οποίους καταφέρνουμε να γίνουμε δυστυχισμένοι. Η γυναίκα που έπεσε θύμα ενός ινστιτούτου αδυνατίσματος, ο πατέρας που οδηγεί το γεωτρύπανο με προορισμό το τέλος της ζωής του και οι δύο γιοι (ο ήρωας και ο γιος της εξαπατημένης γυναίκας) που συνομιλούν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου για τον «νόμο του θανάτου», επαναφέρουν το κεντρικό ζήτημα του βιβλίου, την αδυναμία μας να αποφασίσουμε ποια ζωή θέλουμε να ζήσουμε για πάντα.

Όσο και αν μιλάμε, στον εαυτό μας και στους άλλους, στο στόμα μένει η στυφή γεύση της ήττας. Μιλάμε, αλλά φροντίζουμε να ξεχνάμε ό,τι έχει στ’ αλήθεια σημασία. Ασταμάτητα πηγαινέλα, αναρίθμητες λέξεις, αγωνιώδεις ερωτήσεις και ολέθριες απαντήσεις, παρανοήσεις και απογοητεύσεις, εξωφρενικές ελπίδες και προδικασμένες διαψεύσεις και πάνω απ’ όλα ένας χρόνος απέραντος, που δεν γεμίζει με τίποτα. «Ολα είναι ένα μεγάλο ίδιο πράγμα».

Ο Κυθρεώτης δεν γράφει μελόδραμα για τη χαμένη γενιά της κρίσης. Γράφει για τον σαρωτικό ορυμαγδό της καθημερινότητας, για τον σαματά κάθε μέρας που ξεκινά και απαιτεί να τη φτάσεις στο τέρμα. Συχνά η γραφή είναι ξεκαρδιστική, ανασκαλεύοντας με λυτρωτική ειρωνεία τη φαιδρή πλευρά των πραγμάτων. Πάντοτε, όμως, καραδοκεί η λέξη που θα αποδειχθεί η σταγόνα που θα ξεχειλίσει τον λυγμό στο βάθος της φωνής.

Το καλοκαιρινό φως στην Ευελπίδων, που λούζει την ιλαροτραγωδία της δίκης, δίνει βαθμιαία τη θέση του στη δύση του ήλιου για να αρχίσει το ταξίδι του γεωτρύπανου στη νύχτα της Αυλίδας, ενώ λίγο πριν ξημερώσει, οι λάμπες φθορίου του νοσοκομείου σημαδεύουν τα κουρασμένα πρόσωπα δύο γιων που συντρόφευσαν τους γονείς τους στη δυσκολότερη ημέρα της ζωής τους.

Ένα ευφυέστατο μυθιστόρημα, κατοικημένο από παραπληρωματικά πορτρέτα, που αντανακλούν τις ανυπολόγιστες όψεις της ατέρμονης αντιδικίας με τον εαυτό μας.

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

(Απόσπασμα από κριτική που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή (Ελλάδας) στις 15/07/2019)

Στον συνταγματικό και παραδειγματικό άξονα της ζωής

Το μυθιστόρημα «Εκεί που μένουμε» παράγει μια ολόκληρη θεωρία περί κοινωνικών ρόλων. Κάθε άνθρωπος εκδηλώνει τον χαρακτήρα του μέσω ποικίλων ρόλων, που σχετίζονται με διαφορετικές πλευρές της ζωής. Αυτοί καθορίζονται σε ένα σύμπλεγμα κοινωνικών συντεταγμένων, αλλά συχνά ορίζονται αντιθετικά, καθώς αυτό που επιλέγει το άτομο είναι αυτό που δεν επέλεξε ο ανταγωνιστής του. Η ζωή είναι ένα δομιστικό τετράγωνο, μια σκακιέρα εναλλασσόμενων πιονιών.

Οι ρόλοι, λοιπόν, σύμφωνα με τον Χρ. Κυθρεώτη, έχουν παρελθόν (το οποίο δίνεται μέσω αναδρομών), ένα παρελθόν που προετοιμάζει το παρόν και το μέλλον, σαν σταλακτίτες δημιουργημένους αργά αργά μέσα στους αιώνες. Συχνά αφήνουν ανοιχτές προοπτικές, αν και δεν κλείνουν πάντα, όπως συνέβαινε παλιότερα στην πεζογραφία, και τελικά καθορίζουν συμπεριφορές που απορρέουν από την (αναμενόμενη) τέλεση δικαιωμάτων και καθηκόντων.

Η αφήγηση –κατά τα πρότυπα του πολλών μοντερνιστικών μυθιστορημάτων– καταλαμβάνει ακριβώς ένα εικοσιτετράωρο, από την ανατολή της Παρασκευής μέχρι την ανατολή του Σαββάτου, με όλα τα καθημερινά και τα απρόοπτα. Αυτή η μέρα –όπως και όλες άλλωστε!– συνοψίζει λογοτεχνικά όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή, με εξακτινώσεις και σκέψεις, με προβολές και με παραλληλισμούς.

Ο Αντώνης Σπετσιώτης μέσα στους ρόλους του ως δικηγόρος, ως γιος, ως εραστής, ως φίλος ανιχνεύει τον εαυτό του αλλά και αυτοσαρκάζεται στην αμηχανία του, όπως κάθε ενσυνείδητος άνθρωπος που υποπτεύεται πολλά για το στίγμα του αλλά συνάμα γνωρίζει πόσο αυτό είναι ασταθές σε ένα ρευστό και αέναα κινούμενο κοινωνικό πεδίο.

Ο Χρίστος Κυθρεώτης ήρθε με το δεύτερο βιβλίο του για να μείνει. Μετά την πολύ καλή συλλογή διηγημάτων «Μια χαρά» (Πατάκης, 2014) δεν βιάστηκε να ξαναδημοσιεύσει, ούτε να περάσει γρήγορα στο μυθιστόρημα. Δούλεψε, απ’ όσο βλέπω, με υπομονή και επιμονή, μεγέθυνε και καλλιέργησε τις αφηγηματικές τεχνικές που χρειάζεται η μεγάλη φόρμα και πλέον κατέβηκε στη λογοτεχνική κονίστρα έτοιμος και ικανός να μας δώσει ένα άρτιο έργο.

Γ. Ν. Περαντωνάκης

(Απόσπασμα από κριτική που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 14/07/2019)