Γραμμές/ Ορίζοντας

Ποιήματα για την Ντίνα Κατσούρη

Από το τεύχος – αφιέρωμα στην Ντίνα Κατσούρη του περιοδικού Άνευ (τεύχος 80, Φθινόπωρο 2021)

 

Για πάντα

Νομίζαμε,

οι ανίδεοι,


πως θα ζήσεις για πάντα

να μας κοιτάς από το θρόνο σου

να μας εποπτεύεις.


Νομίζαμε

πως θα είσαι πάντα εκεί

σταθερή σιγουριά


για φίλους και γνωστούς

που σε είχαν ανάγκη.

Νομίζαμε…


και μας διέψευσες όλους,

Και μας βρήκε ανέτοιμους

η νύχτα…


Ελένη Φτιάκα, 29/5/21

 

Άνευ επιτήδευσης

Πήρα μολύβι και χαρτί
να υπολογίσω
τι να σου γράψω
καλή μου Ντίνα
Ποιητής δεν είμαι
ούτε και συγγραφέας
να γερνώ πελεκώντας τις λέξεις μία μία
Ασπρίσαν τα μαλλιά μου
βοηθώντας ανθρώπους που πετάνε
Μα εσύ αγνοείς
πορείες
ύψη
ραδιοβοηθήματα
Σε βλέπω στο ιπτάμενο κάθισμα
με το μοχλό στο χέρι
ν’ αλωνίζεις στα σύννεφα
χαμογελώντας ανεπιτήδευτα
καθώς παραβαίνεις κάθε κανόνα
εναέριας κυκλοφορίας
Άλλοτε πάλι το παρατάς
ανοίγεις τα χέρια
και στροβιλίζεσαι ελεγχόμενα
Ζαλίζομαι
Πώς να χωρέσουν σε γραμματοσειρές
και τετραγωνικά εκατοστόμετρα
τ’ αεροβατικά σου;
Θα συνεχίσω όμως να σε παρακολουθώ
με το ραντάρ μου
και να συλλέγω σχολαστικά
τις λέξεις που σου πέφτουν
στις απότομες μανούβρες
Θα σε θυμίζω επίσης κάθε τόσο
να φορέσεις αλεξίπτωτα
στα γατιά σου.

Γιώργος Α. Γεωργίου

Αυτά που μένουν

Και τελικά
αυτά που μένουν
είναι όσα δώσαμε.

Τα ποιήματα
τα χαμόγελα
οι ευκαιρίες


Κι ακόμη
το κοίταγμα των πράσινων
ματιών
καθώς δακρύζουν

Το γέλιο
κάθε που έπειθες
κάποιον να πράξει

Η με σουρντίνα φωνή
κάθε που φώναζες
διεκδικώντας


Το τρέμουλο
κάθε που έλεγες
«Ο Γιάννης…»

Η υπομονή
μέχρι να γίνουν
τα πιο απλά

Το ζαβολιάρικο ύφος
γεμάτο τέρψη
κάθε που έβριζες


Η εξομολόγηση
της αβλεψίας
χρόνια μετά

Η τρωτότητα
πίσω απ’ την επιμονή
και το γινάτι

Το χέρι σου
να χαϊδεύει στα πόδια σου
ένα γατί


Μα πάνω απ’ όλα
η αγκαλιά

–Κι ας μην σε άφησε
το κορμί
να τη δώσεις–

Αυτήν πιο πολύ
θα θυμάμαι
από σένα.


Χριστίνα Γεωργίου, 09.06.2021

Άρον άρον από τα σκαλιά

Αφού την ανέβασαν άρον άρον

τέσσερις άγγελοι απ’ τα σκαλιά

πέρασε τη χρυσή πύλη


θυμωμένη.

Κι ύστερα

με τα πορφυρά μαλλιά της


όπως όπως μαζεμένα

και με μια σφιχτή γροθιά

σταμάτησε απότομα


με τ’ αναπηρικό της καροτσάκι

ακριβώς μπροστά Του

και του λέει.


Κύριε

πώς άφησες γη και ουρανό

έτσι ξεκούμπωτα


χωρίς Θεό

πώς εγκατέλειψες τον τόπο μου

κατακαμένο και μισό


μα προπαντός

πώς αντικρίζεις κάθε νύχτα

τις μανάδες


ή τα ραγισμένα μάτια

των παιδιών

που σε κοιτούν απ’ τη Συρία


ή την Παλαιστίνη;

Κύριε

δεν θέλω να θεωρηθώ αχάριστη


για όσα μου χαρίστηκες

να ζήσω και να δω

όμως


δεν θα ’πρεπε να έχεις ράμπες

εδώ πάνω;

Παναγιώτης Νικολαΐδης

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.