Γραμμές/ Ορίζοντας

 

Μιχάλης Παπαδόπουλος

Πρώτα λόγια

Εκδόσεις Αραχτή Άρκτος 2021

 

Νταχάου, Άουσβιτς, Μπιργκενάου

Κανείς, κανείς. Όμως, όλα

Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος

Σκιές, σαν άυλες ικεσίες

ομοιώματα τού Πάντοτε

Στην παγερή άνοιξη του Άδειου

το φως  τρομάζει

Μα, ξαφνικά, παιδιά

που παίζουν στο  ποτάμι

εκεί κάτω

 

Παλεύουν με το άπλαστο

 

…..

Η μέρα πίνει το νερό

Ο ήλιος βασιλεύει γάργαρος

Ένα σχήμα θεού σφαδάζει

στον βράχο

Κι εύκολα ενώνω

τη γλυκιά αφροσύνη του αφρού

με την άκρατη αφροσύνη

του μυαλού μου

Ένας π’ αγναντεύει τη θάλασσα

και μπερδεύει τα κύματα

με την άχαρη επαναληπτικότητα

του εαυτού του

Μα, σκέφτομαι, ολάκερα

σε τούτο το πλάνεμα

βουτηγμένος

Ναι!

Η ζωή υπάρχει

γιατί είσαι εκείνο μέσα της

που

πριν καν υπάρξει ως βεβαιότητα

μπορείς

να την ονειρευτείς

 

…..

Γράφω, για να κάνω

ορατό το σημείο

που με κτύπησε η αθλιότητα

και

όπως ο μαρκήσιος Nτε Σαντ

ώσπου να γίνει ασέλγεια

η μοναξιά μου

Mα, κοιτώντας σε

κάθε φορά πριν τελειώσω

συναισθάνομαι τις φράσεις

ωσάν τριαντάφυλλα

που επεκτείνονται

σε κήπο

 

…..

Λοιπόν, είναι ωραία

αν σκεφτείς πως  θα μπορούσε

να είναι ακόμα και  χειρότερα

Βλέπεις,  τα πράγματα έχουν

μια ενδημική ροπή

προς το χείρον

και τώρα ταιριάξανε

τέλεια μαζί μας

Σαν παιδιά που εγκαταλείψαμε

στη γέννα  κι επιστρέφουν  με τη βία

της ανήλικης περιφρόνησης

στην αγκαλιά μας

σαν αποχωρούμε  προς την παρέλευση

καθετί ανθρώπινου

με πολεμοχαρή συμπόνια

με αντίπαλον έλεος

ανεπίδεκτοι μαθητές της ύβρης

εμείς

οι ημιάγριοι του απατηλού κόσμου

 

…..

Σκέφτομαι χίλιους τρόπους

να ξαναϋπάρξω

αν υπάρχει ένα είδος ελέους

για τους περιάγοντες

μια πίστωση ανακλητική

για τους αναχωρούντες

Μέσα στη μικρή «ακατέργαστη

αγκαλιά σας»

μακριά από την ακόρεστα

επηρμένη ανθρωπότητα

μόνος κι ευτυχής ανάμεσα

στα περιττώματα του χρόνου

κι ας συνεχίζω να είμαι

το αστείο  των νευρικά

επιμελημένων φερσιμάτων μου

η κωμωδία των πραγμάτων της καλλιέπειας

στο απέραντο τοπίο

ενός βουλιαγμένου

εαυτού

 

…..

Όπως αυτούς που σκοτώνουν

την ώρα

προσμένοντας το σούρουπο

κι ύστερα

τη σκοτώνουν σ’ έναν ύπνο  δίχως όνειρα

δεύτερη φορά

έτσι ορκίστηκα να κρατάω

τσίλιες στον χρόνο δίπλα σας

να φυλάω εφ’ όπλου τη ζωή

όπως εκείνους τους άφαντους δύτες

των μελαγχολικών απογευμάτων

που μόνον η Σούτσου

-απόβραδο-

τους βλέπει

και μαζεύουν απ’ τους βυθούς

των κατανύξεων

της σάρκας και του νου

τις ωραίες επιτηδεύσεις

Έτσι, κοντά σας να ’μαι

ορκίστηκα

ώσπου το θαύμα  δεν θα κινά πια

καμιά απορία

κι  η αλήθεια θα νιώθεται

σαν η αφή

στο δέρμα των πραγμάτων

 

…..

Αν γεράσω και προλάβω

να σας δω να αντρειώνεστε

με τις λιγοστές αισθήσεις μου

στραμμένες μόλις

στην όχθη της ζωής

θα χαίρομαι που τα μάτια μας

θα συναντιούνται

στις σιωπηλές ομιλίες των ίσκιων

οι σιωπές μας θα ανταμώνουν

μέσα και γύρω

από σπασμένες λέξεις

Όπως τα χέρια και τα χείλη μας

-καθώς απομακρύνομαι-

σ’ έναν ευχετήριο σπασμό

από ικεσίες

Κι η σιγή της φωνής μας

θα αντηχεί παρακλητικά

ως της Πηγής τον χαρμόσυνο

θόρυβο

μονιασμένη με τα σφάγια του θρήνου

Αν προλάβω και γεράσω

με καλή καρδιά να με θυμάστε

Καρδιά γερασμένη από ανέμελη

Επιταχυνόμενη

νεότητα

 

 

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.