Γραμμές/Ορίζοντα

 

Θοδωρής Ρακόπουλος

Στις εθνικές οδούς

Εκδόσεις Νεφέλη, 2022

 

ο Σολωμός στ’ όνειρο τους

 

Οι απαίσιες χιλιετηρίδες

έχουν μια τάση να συνοψίζονται

στα 200 χρόνια ύπαρξης

ενός μηχανισμού.


 

Ούτε ο Σολωμός

ούτε ο Calbo

ούτε ο Foscolo

ούτε καν ο Διόνυσος Ρώμας


περίμεναν να γίνουν μαυσωλεία και αγάλματα

εξόδοις ενός κρατικού σχηματισμού

στα Νότια Βαλκάνια.

 

Τουλάχιστον ο πρώτος


έχει στο όνομά του

τον αεροδιάδρομο

της νήσου του Ζακύνθου

και των Εγγλέζων.


 

αστική πανίδα

Και δεν θα αναφερθώ στις γάτες, τα σκυλιά,
τα περιστέρια, τους αρουραίους και τα ποντίκια,
στις καρακάξες και τις κάργιες, στις δεκαοχτούρες,
τους γλάρους, τα σπουργίτια· ούτε στους σπίνους,
τα παγόνια, τους κορμοράνους, τις χελώνες,
τ’ άλογα, τους πελαργούς, τους πελεκάνους,
και τις νυχτερίδες της Θεσσαλονίκης.

Θα αναφερθώ μόνο στην κόκκινη αλεπού,
που κάηκε το ’96 στην έξω πλαγιά του Σέιχ Σου,
και στα ζαρκάδια της Πάρνηθας, που έγιναν
παρανάλωμα τον Αύγουστο του ’07
– και που δεν γνώρισα.

Κι ακόμη, στα μηχανάκια και τα ποδήλατα:
τα παιδιά που έγιναν άσφαλτος σε μια στροφή·
τέλος, στα πνεύματα που μαζεύονται, Πρωτοχρονιά,
στην εγκαταλειμμένη βίλα των Εβραίων, Β. Όλγας 147.

 

οι γάτοι στην αυλή

Ήταν ο καιρός, λέω, που αναπαράγονταν


οι γάτοι στην αυλή· και σ’ όλη τη γειτονιά.

Τα ηδονικά, άγρια ουρλιαχτά τους

έσκιζαν τη νύχτα, το ίδιο και οι σκληριές

των αντίζηλων αρσενικών.


 

Ήταν, δηλαδή, μέσα Γενάρη (ο οίστρος

κρατά ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Γι’ αυτό

τα γεννητούρια είναι πασχαλιάτικα. Τέλος

πάντων). Η μάνα μου είχε κάνει κοτόπουλο.


Το πολύτιμο ζουμί, αυτό που θα κρατούσαμε

και για το βραδινό, έπιασα τον πατέρα

να το περιχύνει πάνω στα κόκκαλα και τα

αποφάγια που θα έδινε στις γάτες.


 

Τον κοίταξα παράξενα. Γύρισε, λίγο ντροπαλά:

«είναι ο καιρός τους», είπε.

 

death by visual

Δεν εί­ναι δρό­μος το Pinterest της μνή­μης.

Πο­ρεία δεν θα βρεις, απ’ το Tumblr προς εκεί


που φαί­νο­νται, αδρές, οι πι­νε­λιές της κνή­μης,

που ίσως γό­να­το, δά­χτυ­λα, ή στιγμή

 

χα­μό­γε­λου. Ίσα που θυ­μά­σαι. Ίσως συ­νέ­βη

στην Κά­σο, στο Λον­δί­νο ή στη Ρώ­μη.


Στη Λύ­δια, τον Γιώρ­γο, ή (α!, ναι…) την Εύη.

Δεν θα ’χει ση­μα­σία του Instagram η γνώ­μη.

 

Όλα τού­τα θα τε­λειώ­σουν κά­πο­τε, κι ας

πο­ζά­ρεις τώ­ρα για μια selfie, κι ας ζη­τάς


 

τα λάικ. Όλα εί­ναι λή­θη. Θα γρα­φτεί,

χω­ρίς φω­τό, επι­τά­φια μό­νο, μία γραμ­μή:

 

Δεν έχουν Facebook oι Μοί­ρες.

Μι­κρή γραμ­μή. Ού­τε 140 χα­ρα­κτή­ρες


 

taxes and death

Στη Σκαν­δι­να­βία το μό­νο που συ­ζη­τά­με στις πα­ρέ­ες εί­ναι οι φό­ροι. Όπο­τε, μά­λι­στα, βρί­σκομαι σε φι­λι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα πί­σω στην πα­τρί­δα, προ­τεί­νω πά­ντα τη φο­ρο­λο­γία ως θέ­μα συ­ζή­τη­σης: εί­ναι κά­τι που αφο­ρά τους πά­ντες, και μας αφο­ρά ισό­τι­μα, ανά­λο­γα βέ­βαια με τις δυ­να­τό­τη­τές μας, ενώ πράγ­μα­τι όλοι συμ­φω­νού­με για το τι πρέ­πει να γί­νει σχε­τι­κά. Μά­λι­στα, ο με­τρή­σι­μος χα­ρα­κτή­ρας του ζη­τή­μα­τος δεν αφή­νει πε­ρι­θώ­ρια πα­ρε­ξη­γή­σε­ων: εί­ναι –εξάλ­λου– ένα από τα μό­νο δύο σί­γου­ρα πράγ­μα­τα στη ζωή.

Όταν το θέ­μα εξα­ντλεί­ται, οι πα­ρέ­ες δια­λύ­ο­νται, μπαί­νει ο κα­θέ­νας στον ηλε­κτρι­κό ή σε άλ­λο μέ­σο μα­ζι­κής με­τα­φο­ράς, κι επι­στρέ­φει στο σπί­τι του, δια­σχί­ζο­ντας μια μι­σο­χιο­νι­σμέ­νη αλέα, κά­τω απ’ το δη­μό­σιο φως, κά­θε μέ­ρα πιο κο­ντά στη μό­νη ανά­παυ­ση από τη γε­νι­κή και συ­νε­χή φο­ρο­λό­γη­ση, πιο γνώ­ρι­μοι στην τε­λι­κή ατο­μι­κή εφο­ρία.

Βά­ζου­με στον αγα­πη­μέ­νο εαυ­τό μας ένα τε­λευ­ταίο πο­τό, στε­κό­μα­στε δί­πλα στο με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο και σκε­φτό­μα­στε «κα­λά που υπάρ­χει το κρά­τος του­λά­χι­στον», ή κά­τι πα­ρό­μοιο. Έξω, η αλέα και το πλα­κό­στρω­το ως πέ­ρα στα δέ­ντρα αρ­γο­γε­μί­ζει πά­λι με λευκό, και στο ηλε­κτρι­κό φως της πο­λι­τεί­ας φα­ντα­ζό­μα­στε τις νι­φά­δες, τό­σο ανό­μοιες η μία με την άλ­λη, στην αρ­γή πο­ρεία τους προς το κρά­σπε­δο.

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.