Ορίζοντας/ Γραμμές

Ποίηση της Έλενας Τουμαζή (Ρεμπελίνα)

Η Έλενα Τουμαζή (Ρεμπελίνα) κατάγεται από την κατεχόμενη Αμμόχωστο και έζησε στην ίδια πόλη μέχρι τα δεκαοχτώ της, όπου και τέλειωσε το γυμνάσιο. Ακολούθως έκανε σπουδές ψυχολογίας στη Γενεύη. Το 1980 παρακολούθησε ένα σεμινάριο γυναικείας γραφής στο Παρίσι, το οποίο και επηρέασε σημαντικά την ποιητική της παραγωγή. Εργάστηκε για ένα διάστημα στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) και σήμερα ζει στη Λεμεσό. Ασχολείται με την ποίηση από το 1968 και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τα ακόλουθα βιβλία: Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος (ποίηση), Κύπρος 1972, Λειτουργία του νεκρού παρόντος (ποίηση), Κύπρος 1974, Τα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ου αιώνα μετά Χριστόν (ποίηση), Κύπρος 1977, Παραλλαγές για τη γη – Ένα καλοκαίρι 1980 (μικτό ειδολογικά κείμενο), Εκδοτική Ομάδα Γυναικών, Αθήνα 1981, Ανάσες αληθινού ονόματος (επιλογή και αρμογή κειμένων), Αφή, Λεμεσός-Κύπρος 2008, Έρχου (κρατικό βραβείο ποίησης), Αφή, Λεμεσός-Κύπρος 2011, και Mαrginalia (ποίηση) μαζί με την ποιήτρια Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, Αφή, Λεμεσός-Κύπρος 2017.

*

…μετά το φόβο

μετά το ακόμη

Λόγος ανοίχθη

μετά την πείνα

μετά τους ίσκιους

λόγος ανοίχθη

Λόγος πυρούται

βρέφος γεννιέται

στιγμή στιγμή

βρέφος

στιγμή

βρέφος

ήρθεν ο φόβος

ήρθεν η πείνα

ήρθαν οι ίσκιοι

Λόγος εκλείσθη

λόγος ανοίχθη

λόγος πυρούται

λόγος γεννιέται

(Από τη συλλογή Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος, 1972)

 

*

Κοσμήματα από άχρηστες λέξεις βαραίνουν το κορμί σου

περπατώντας·

ντύνεσαι προκλητικά το θάνατό σου και

φοβάσαι

αυτό    αυτό    αυτό

το    λουλούδι

τα πέταλά του έχουν τις παραστάσεις

των πολλών του θανάτων

ίσως και

του δικού σου

Να περπατήσεις

 

να φύγεις γυρεύοντας πιο δακρυσμένες πεδιάδες

να ψηλώσεις

να πνιγείς στο ουράνιο ποτάμι

να περπατήσεις

ξυπόλητος να περπατήσεις χωρίς

ξεκούραση

χωρίς ξεκούραση

προς τα δάση των κομμένων χεριών

προς τις λίμνες των σκισμένων ματιών

εκεί που κυβερνούν οι άσπροι γλάροι

(Από τη συλλογή Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος, 1972)

 

*

Παρόν τετελεσμένο

απόηχοι μιας ποίησης

κηλίδες του ήλιου στο νερό μες στην ομίχλη

ω να κρατούσαμε τα φωτεινά βλέμματα κάποιων προσώπων

τους χώρους εκείνους μιας ελευθερίας

τις φλόγες των αντικειμένων

όταν υπήρχαν

χώροι προσώπων

φώτα ματιών

ελευθερίες αδύνατες στον αλλόφρονα και ματωμένο  νότο

(Από τη Λειτουργία του νεκρού παρόντος, 1974)

*

Αυτή τη φορά δε θα ’ρθω πίσω σου Περσέα

θα σεβαστώ τη βιαιότητά μου

μάνα μου με τα πορτοκάλια σου αδάκρυτα

κερατοφόρος κόρη θαμμένη μες στην άμμο

μια μέρα το ταξίδι σου θα λήξει με το γαίμα

η Quelle Bellina έρκεται δίπλα στον Διενήν

 

*

έχω ένα λόγο να σου πω

εκεί που πίνεις το νερό

και με το χτένι τ’ αργυρό

και το μαντήλι το φαντό

περήφανε αητέ μου

’γω θα ’ρθω να καθίσω

 

την αρχοντιά σου θα λυγίσω

(Από το Τα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ου αιώνα μετά Χριστόν, 1977)

 

*

ΩΣΕΙ

 

Ποιος, μα ποιος ήταν αυτός ο άνεμος

που σάρωσε τα σύνορα του κόσμου

αφήνοντάς σε ολόγυμνη;

Το ποτάμι

που ορμητικό

διάνοιξε

τα μυστικά περάσματα του Γαλαξία

φέρνοντας την απάντηση – βέλος

στο κέντρο του στήθους

έχει όνομα;

Το δάκρυ εκείνο

όταν το είναι σου κάλεσε την αγάπη

με τη φωνή του δάσους

σε ποιο αρχαίο παραμύθι λάμπει;

 

Ποιος έδωσε το δώρο

καλύπτοντας το πρόσωπο του;

 

Και το κορμί της χάρης

το ίδιο και άλλο

πού βαδίζει τώρα

σε ποιους ανθισμένους κάμπους μοσχοβολά;

 

*

Γιατί αγαπώ τόσο πολύ τον άνεμο

Για εκείνη τη στιγμή που υπήρξες

Για τη μια τη μόνη στιγμή

 

*

ΑΕΙ ΩΡΑΙΑ

 

Μια υποψία παιδιού

μια σπασμένη μετόπη ένα ακροκέραμο

-νάμαν πουλί να πέταγα-

το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο

-υπάρχω ακόμη;

 

Δελφίνια αγγίζονται απαλά

κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου

απέραντο ασήμι

κεντρίζει

τη ναρκωμένη μνήμη

 

Ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες

καθώς κοιτάς τους φοίνικες

τα περιστέρια

να ερωτεύονται στον άνεμο

 

Η θάλασσα

αεί

ωραία

ήν και εστίν και έσται

 

*

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Σ.

 

Κι εγώ αγάπησα

Κι εγώ ένιωσα την ομορφιά του κόσμου

να συντονίζεται με το κορμί μου

 

Το δέρμα σου να με κοιτάει κατάματα τον Αύγουστο

Άσπρο περιστέρι των νησιών

μαύρο περιστέρι

Ακουμπισμένη ανάσα

στις σκληρές

τις φαγωμένες πέτρες του μικρού πηγαδιού πλάι στη θάλασσα

τα κύματα

τα κύματα να λάμπουν σα ψυχή

που αναδύεται στην αίσθηση

η μικρή κολόκα μοιρασμένη στα δυο και οι παλάμες σου

να με ξεπλένουν απ’ την αρμύρα

 

Όλα γυμνά

Ολόκληρα

μες στο μυστήριο

(Από το Έρχου, 2011) 

2