Γραμμές/ Ορίζοντας

Ελένη Ξένου

Aκαριαίες Υποσχέσεις

Εκδόσεις Not So Big Fish Publications, 2020

Το βιβλίο, μια καλοκαιρινή συλλογή από μικρά προσωπικά αφηγήματα, κυκλοφορεί στη μορφή ebook και μπορείτε να το βρείτε στο  https://notsobigfish.com/. 

Ο ήχος των βοτσάλων

Δεν ξέρω πως μού ’ρθε και το θυμήθηκα αλλά έτσι όπως ξαπλώναμε πάνω στα βότσαλα και έσκαγε το κύμα αφήνοντας εκείνο τον ήχο του πάνω στις πέτρες, το θυμήθηκα. «Ήταν ένα σίριαλ γαλλικό», σου είπα ξεκάρφωτα, και συ με κοίταξες με ύφος απορημένο σηκώνοντας λίγο προς τα πάνω την άκρη του καπέλου σου, χωρίς να κάνεις σχόλιο, «ένα σίριαλ γαλλικό», συνέχισα, «που έβλεπα μικρή, δηλαδή πολύ μικρή, σ’ εκείνη την ηλικία από την οποία μένουν συνήθως μόνο ήχοι και μυρωδιές. Για κείνη την ηλικία σου μιλώ, το πρόβαλε η τηλεόραση αργά τη νύχτα ή και αν δεν ήταν αργά ήταν σίγουρα μετά την ώρα που έπρεπε να είχα ήδη πάει για ύπνο. Δεν ήθελα να πάω για ύπνο, μόνο και μόνο για να δω την αρχή, δεν μ’ ένοιαζε η συνέχεια, μ’ ένοιαζε η αρχή και άμα με μάλωναν οι δικοί μου που ήμουν ακόμα ξύπνια, σηκωνόμουν από το κρεβάτι στις μύτες των ποδιών μου και κρυφοκοιτούσα την οθόνη, γιατί δεν ήθελα να χάσω την αρχή. «Πώς ήταν η αρχή;», με ρώτησες αν και δεν νομίζω πως είχες την περιέργεια να μάθεις· πιο πολύ ήθελες να καταλάβεις πού θα μας πήγαινε αυτό το ξαφνικό φλασάκι που είχα πάθει, έτσι όπως ήμασταν αραχτές στην παραλία με τα βιβλία μας τσαλακωμένα στην σελίδα που διαβάζαμε και τα παγάκια νά ’χουν λιώσει από ώρα μέσα στον φραπέ. Μάλλον θα έφταιγε το βιβλίο που διάβαζα, που κάπως με είχε βάλει να σκαλίζω εικόνες στο μυαλό μου από τα παιδικά μου χρόνια, ήμουν ήδη στη μέση του, «όταν το τελειώσω θα στο δώσω να το διαβάσεις οπωσδήποτε», επέμενα και συ κουνούσες καταφατικά το κεφάλι με το καπέλο να επανέρχεται ξανά στην προηγούμενη του θέση. Τέτοια σκεφτόμουν και άλλαζα κάθε τόσο θέση κάτω από την ομπρέλα μέχρι να εντοπίσω που βρισκόταν ο κύκλος της σκιάς. Εσύ με κοίταζες και μού ’λεγες, «θα βρεις επιτέλους μια θέση να ησυχάσουμε;», μα ήταν κι εκείνος ο ήχος από τα κύματα που έσπαζαν πάνω στα βότσαλα· μ’ ενθουσίαζε εκείνος ο ήχος και σού ’λεγα «δεν έχει στο κόσμο καλύτερη μουσική», κι έτσι ξαφνικά μού ήρθε πως αυτή η μουσική ήταν από τότε, από τα παιδικά μου χρόνια, μ’ εκείνο το γαλλικό σίριαλ, και άκου τώρα που θέλω να σου περιγράψω την αρχή. «Ήταν που λες ένα παιδάκι που φορούσε τεράστιες μαύρες γαλότσες, πιο μεγάλες από το νούμερο του. Μ’ αυτές περπατούσε σ’ ένα δρόμο που δεν ήταν άσφαλτος, ούτε και χωματόδρομος, αλλά ένας δρόμος γεμάτος βότσαλα, στενός και μακρύς, νόμιζα δεν είχε τέλος· περπατούσε, λοιπόν, και πάντα έβρεχε, όχι μερικές σταγόνες, σου μιλάω για πολλή βροχή, και όπως έπεφτε το νερό πάνω στα βότσαλα, έκανε αυτό τον ίδιο ήχο που κάνει τώρα το κύμα όταν σπάει -να εδώ- στις πέτρες, και οι γαλότσες του βούλιαζαν μέσα στο νερό και δυνάμωναν τον ήχο κι εγώ τον άκουγα και νόμιζα από τότε πως δεν υπάρχει πιο ωραία μουσική, και ονειρευόμουν πως όταν μεγαλώσω θα έχω κι εγώ τέτοιες γαλότσες, μαύρες μεγάλες και μ’ αυτές θα γυρνάω τον κόσμο και θα περπατώ πάνω σε δρόμους με βότσαλα που τά ’χει βρέξει η βροχή ή ο ωκεανός, δεν με ένοιαζε ποιο από τα δύο, με ένοιαζε νά ’ναι βρεγμένα, γιατί ήταν πιο όμορφα και ίσως και πιο μαλακά. «Αυτή ήτανε που λες η αρχή», είπα και τέλειωσα την περιγραφή κι εσύ με κοιτούσες με ακόμη πιο απορημένο ύφος, λες και βρισκόμουν σε κάποια άλλη διάσταση κι έπρεπε να μ’ επαναφέρεις. «Αυτό τώρα πώς σου ήρθε;», δεν άντεξες και ρώτησες, επιβεβαιώνοντας μου πως ήταν πολύ δύσκολο να σου μεταφέρω το τι είχε συμβεί εκείνη την στιγμή, πως, δηλαδή, λίγο το βιβλίο που διάβαζα, λίγο το κύμα στα βότσαλα, λίγο που είχα την ησυχία μέσα μου κεκτημένο δικαίωμα, λίγο που ήμουν ικανή πια να νιώθω χαρά με το τίποτα, λίγο που μ’ άρεσε να βουτάω το πρωί στη θάλασσα πριν ακόμα ρίξω νερό στο πρόσωπό μου, λίγο απ’ όλ’ αυτά μαζί και ξαφνικά μού ’ρθε μια σύνδεση μ’ εκείνο το παιδί που κάποτε υπήρξα, εκείνο το παιδάκι που κρυβόταν στο διάδρομο με τις πυτζάμες μόνο και μόνο για ν’ ακούσει τον ήχο του νερού πάνω στις πέτρες και να ονειρευτεί πως είχε στις χούφτες του βότσαλα-φυλακτά από κάθε γωνιά της γης. Τό ’νιωσα έτσι ξαφνικά πως ό,τι και νά ’χουμε ζήσει, μόνο αν κρατά την σύνδεση του μ’ αυτό τον ήχο, τον ήχο που μας κρατούσε ξάγρυπνους όταν ήμασταν μικροί για να κρυφοκοιτάζουμε από το διάδρομο τα όνειρα μας, μόνο έτσι, είναι αληθινό.