Γραμμές/ Ορίζοντας

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός

Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

 

Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός

Ένα δέντρο λιβάνι̇· ανάβει.

Μα η καρδιά νικιέται.

Επιμένει ν’ απλώνει τη χλόη της,

ένα επίπεδο, λείο, πεδινό σήμερα.

Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός.

 

Ερημικό

Ποιος έχει μέσα στον χρόνο μια φωλιά;

Μέσα στο άπειρο του απείρου έναν κήπο;

 

Η απόκριση ζώο ερημικό·

όπως το σύννεφο μες στον χειμώνα,

όταν πηγαίνει αργοβάδιστο κατά την άνοιξη

ξεφορτώνοντας βροχή.

Αν δεν είσαι ο κήπος της,

πώς να βρεθεί μέσα στον χρόνο μια φωλιά

μέσα στο άπειρο του απείρου ένας κήπος;

 

Αν δεν είσαι ο κήπος της… Δεν είσαι ο κήπος της…

Είσαι το ερημικό ζώο που ερωτά και αποκρίνεται.

 

Πεθαμένα παιδιά

Παιδιά πεθαμένα,

όλες οι γλώσσες των ανθρώπων νεκρές.

 

Όμως εκείνα δεν είχαν πεθάνει

μέσα στη γλώσσα τους

κι εσύ δεν φτάνεις τους φθόγγους τ’ ουρανού τους

– νεκρός.

 

Παιδιά πεθαμένα,

όλα τα χείλη ξεκαρφώνουν λέξεις νεκρές.

 

Η σιωπή τους

φυσάει τον θάνατό σου

τίποτε, τίποτε δικό της

δεν ζητεί.

 

Ποιο το σώμα; Και το δέμας ποιο;

Ποιο το πτώμα, ποιο το σώμα;

 

Από ποια μεριά της

φέρνει η θάλασσα τους κρίνους

κι από ποια μεριά της φτάνει

το κερί και το λιβάνι;

Του ποταμού ποια η όχθη που ανθίζει

και ο θάνατος σε ποια όχθη ψαλμωδεί;

 

Τα παιδιά,

παιδιά πεθαμένα.

 

Ποιος το ρόδο,

ποιος τ’ αγκάθι;

Ποιος το σώμα,

ποιος το δέμας;

Ποιος το πτώμα,

ποιος το σώμα;

Ποιος η πόλη,

ποιος ο τάφος;

 

Ποιος φθέγγεται;

Ποιος θορυβεί;

Πάνω από μαύρα κύματα

μαύρος κι ο ουρανός πεθαίνει.

Παιδιά ιππεύουν τις πλάτες της νύχτας

αρπαγμένα μέσα στην άλογη χαίτη.

Ο νέος ποιητής, όταν γυρίσει

θα καλπάζει με χείλη κλειστά.

 

Αμφίβιος

                                                του Αντώνη

Αφήνω καμιά φορά την ακροθαλασσιά σου.

Σ’ αφήνω ήσυχο να φεύγεις μες στη σκοτεινή σπηλιά.

Τα μάτια σου πάντα μου φέρνουν μελί το φως,

μια κατανόηση γλυκό ψωμί που μαλακώνει μες στο δάκρυ.

Τεντώνεις πάντα ένα χέρι στη μάνα που σε γέννησε

– φάε ψωμί, πιες νερό, ζεις τόσο λίγο.

Κι εγώ σε υπακούω, φεύγω,

επιστρέφω χτυπώντας ελαφρά

τις παπαρούνες, κόκκινες μες στα σπαρτά

σαν μάνα της πρωτομαγιάς

και τους λαζάρους μωβ σαν μάνα από επιτάφιο

μήπως ξυπνήσω από όνειρο κακό.

Πώς θα ’ναι, αν πάλι δεν σε ξαναβρώ

στο ακρογιάλι σου να δοκιμάζεις:

να ζήσεις ξένος και δικός ή να μην ζήσεις, αμφίβιο μωρό μου

 

Ξηρανθός Ι

                                                       της Φροσούλας Κολοσιάτου

Νερά δικά μας, ποιητή!

Οι συγκινήσεις… Τι ρίγη, πυρετοί

και υγρασία μιας θερμής ζωής.

– Τόσοι πνιγμοί!

Νερά δικά μας. Ανατολική Μεσόγειος.

Τοπία της άνοιξης μες στις ερήμους.

Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;[i]

ρωτούσε από την Αθήνα η φίλη.

Κοιτάζαμε το Αιγαίο.

Ξηρανθός, πρόλαβα κι ονομάτισα

τα τρίμματα που έπεσαν στα μάτια μου

πάνω απ’ όλους τους πνιγμούς.

Έκλεισαν ατάραχα τα νερά.

Είχε ανθίσει έρημος. Ξηρανθός!

Μα η λέξη το κακό δεν ξόρκισε

κι ούτε κανέναν παρηγόρησε.

[i] Φροσούλας Κολοσιάτου, Φοράει τα μάτια του νερού, Γαβριηλίδης 2017.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.