Γραμμές/ Ορίζοντα

Κωνσταντία Σωτηρίου

Πικρία Χώρα

Εκδόσεις Πατάκη, 2018

 

Παρουσίαση του βιβλίου στο Σολώνειον Κέντρον Βιβλίου την Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου,  6.30 μ.μ. Το βιβλίο θα παρουσιάσουν, ο Σταύρος Καραγιάννης και η Δήμητρα Δημητρίου. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Πόπη Αβραάμ.

«Η εκδήλωση γίνεται στην μνήμη της μητέρας μου, Μάρθας. Ευχαριστώ που μου έμαθες να λέω ιστορίες» σημειώνει η συγγραφέας.

 

[…] Πρώτη που ήταν να πεθάνω, είκοσι δύο του Απρίλη ήτανε, πριν δυο χρόνια, το θυμάμαι γιατί έκανα το πρόσφορο να το πάω στην εκκλησία, Άϊ Γιώργη παραμονή. Εμείς εδώ το κάνουμε ωραίο το πρόσφορο με κανέλα και ζάχαρη, μπαχάρι και γαρίφαλο, να γλυκάνει. Έφτιαχνα εγώ το πρόσφορο, χτυπά το τηλέφωνο. Μια κυρία. «Το και το» μου λέει. «Βρήκαμε σε έναν τάφο κόκαλα. Οστά. Οι μαρτυρίες λένε πως πρόκειται διά τον σύζυγόν  σας». Κάτι τέτοιο μου είπε. Διά τον σύζυγό σας και οστά. Οι μαρτυρίες. Να έρθουμε αύριο να μιλήσουμε; Θέλουμε πληροφορίες.«Να κοπιάσετε» της είπα. «Να έρθετε. Αν είναι διά τον σύζυγόν μου. Να έρθετε». Τη μέρα της γιορτής απόγευμα ήρθαν, ήρθε η κυρία μαζί με έναν άλλο, νεαρό, άνθρωπο της επιτροπής, μου είπαν. Αυτοί που διακριβώνουν. Αυτή ντυμένη στα μαύρα, σαραντάρα, λιγάκι ξινή. Το παιδί νεαρό, δεν φαινόταν πάνω από είκοσι. Είχε κάτι χαρτιά και στριφογύριζε ένα στυλό στα χέρια του συνέχεια. Έκατσε στην καρέκλα και αναπηδούσε συνέχεια, λες και τα χέρια του τον έτρωγαν. Αυτή ακίνητη, σαν τα παγάκια. Έκατσαν δίπλα μου δυο ώρες και με ρώταγαν. Πληροφορίες, για τον Γιωργάκη. Αν ξέραμε πού χάθηκε, αν είχαμε μιλήσει με κόσμο τότε, τι έγιναν οι συμπολεμιστές, τι μας είχε πει ο Ερυθρός Σταυρός, τέτοια. Η γυναίκα ρωτούσε, ο μικρός έγραφε. Ούτε για καφέ δεν σταμάτησε. «Άσε τον να κάνει, καλέ, ένα διάλειμμα» μου ξέφυγε μια στιγμή, «δώσε του πέντε λεπτά. Δεν θα τον βρούμε σήμερα τον Γιωργάκη». Αυτός μου έγνεψε, δεν πειράζει. Είχαν πολλή δουλειά να κάνουν αυτό τον καιρό. Εγώ πάντως κάθισα και τους απαντούσα. Και πόσων χρονών ήτανε ο Γιωργάκης απάντησα και πώς ήτανε τότε η κοψιά του. Πολύ ψηλός δεν ήτανε, τους έδειξα και τη φωτογραφία. Λειψό το μπόι του. Και κάπως από το ένα πόδι κούτσαινε. Εκείνοι αλληλοκοιτάχτηκαν. «Αυτό» είπε εκείνη. «Πού κούτσαινε; Ποιο πόδι, σε ποιο πόδι κούτσαινε;» Μάρτυς μου ο Θεός, έμεινα να την κοιτάζω και δεν ήξερα. Ο Γιωργάκης μου κούτσαινε, τον θυμόμουν που κούτσαινε. Μα δεν μπορούσα να θυμηθώ πού κούτσαινε. Ποιο πόδι. Έμεινα και τους κοίταζα ώρα, το παιδί με λυπήθηκε. «Δεν πειράζει» μου είπε, «σας κουράσαμε. Την κουράσαμε» είπε στην άλλη. «Να την αφήσουμε να σκεφτεί, να μας πει αύριο, μεθαύριο». «Ναι, αλλά είναι βασικό» του είπε αυτή.«Βασικότατο». Κάτι τέτοιο του είπε. Βασικό. Βασικότατο. «Ναι» είπα εγώ, «αν είναι αυτό που λέτε, βασικό, να το θυμηθώ». Σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν και με είχε πιάσει ο πυρετός. Σηκώθηκα περπατούσα στο σπίτι, χτυπούσα τα χέρια μου, κρατούσα το στόμα μου, κοίταζα τα πόδια μου, ποιο πόδι, σε ποιο πόδι κούτσαινε τότε ο Γιωργάκης. Ποιο πόδι είχε κουτσό τότε ο Γιωργάκης. Ποιο πόδι. Έφυγαν και πήγαν στο καλό και έμεινα όλη νύχτα να το σκέφτομαι. Ποιο πόδι είχε λειψό ο Γιωργάκης. Σε ποιο πόδι κούτσαινε. Δεν μπόρεσα ακόμα να το βρω.

Ξημερώνει ο Θεός μου το πρωί, κάθομαι τον καφέ μου να πιω, χτυπά το τηλέφωνο. «Παναγία βοήθα» είπα, «Παναγία, κάμε να μην είναι αυτή, δεν μπορώ να θυμηθώ. Δεν θυμήθηκα ακόμα. Για το πόδι». Στο τηλέφωνο η Ασπασία. «Μαρία» μου είπε. «Μαρία. Σε έβλεπα όνειρο ψες όλη τη νύχτα, σε έβλεπα να περπατάς σε ένα χωράφι σπαρμένο με κόκαλα και αίμα, είχε λάσπες το χωράφι, Μαρία, βούλιαζες κι εσύ και φόραγες εκείνες τις μπότες που βάζαμε κάποτε, τότε που ήμασταν μικρές, στα χωράφια για πότισμα. Περπατούσες και βούλιαζες και φορούσες μια ποδιά και μάζευες κόκαλα, περπατούσες και βούλιαζες, γιατί βούλιαζες, Μαρία, στο χωράφι με τα κόκαλα; Περπατούσες και κούτσαινες. Στο χωράφι με τα κόκαλα». Έφερα το χέρι μου στο στόμα μου. «Ποιο πόδι;» τη ρώτησα, «σε ποιο πόδι κούτσαινα; Μάρτυς μου ο Θεός. Σε ποιο πόδι κούτσαινα, Ασπασία, να χαρείς, πες μου. Ποιο πόδι κούτσαινα;» «Δεν θυμάμαι» μου λέει η Ασπασία, «σπάω το κεφάλι μου, χτυπώ τα χέρια μου, δεν θυμάμαι ποιο πόδι σου ήταν, δεν θυμάμαι ποιο πόδι σου κούτσαινε. Έχει σημασία;».«Ναι» της λέω εγώ, «ναι, έχει. Είναι βασικό. Βασικότατο». Μείναμε και οι δυο πολλή ώρα σιωπηλές. Ποιο να ήταν το πόδι που κούτσαινε. Ποιο πόδι. Δεν θυμάται, δεν θυμήθηκε. Αλλά δεν ξέρω, αυτό που ούτε η Ασπασία θυμότανε κάπως με παρηγόρησε. Και που με είδε στον ύπνο της κάπως χάρηκα. Ότι με νοιάστηκε. «Σπασούλα» της είπα, βρήκαν τα κόκαλα του Γιωργάκη. Ήρθε χτες μια κυρία και είπε μάλλον βρήκανε τα οστά του Γιωργάκη. Διά τον σύζυγο σας, κάτι τέτοιο μου είπε. Ασπασία, τι να κάνω; Τι να κάνουμε; Βρήκαν τον Γιώργο. Έτσι μου είπε. Σε ένα πηγάδι, με λάσπες. Μαζί με κάτι άλλους. Τον Γιωργάκη. Κι εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ από ποιο πόδι κουτσαίνει. Ασπασία, βρήκαν τον Γιώργο κι εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ από ποιο πόδι κούτσαινε. Τι να κάνω; Τι θα κάνουμε;».«Τι να κάνουμε;» μου είπε η Ασπασία, «τίποτε δεν θα κάνουμε. Θα πάμε να τον θάψουμε». Και σε λίγες μέρες τον θάψαμε…

(απόσπασμα)

Όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο και όλη την επικαιρότητα στο dialogos.com.cy