Λιλή Μιχαηλίδου

ΑΡΕΝΑ

Εκδόσεις Μελάνι, 2014

 

Η ΑΦΟΡΜΗ

Ήταν οι αμμόλοφοι.

Το σπίτι που καθότανε μόνο του.

Η θάλασσα που γλιστρούσε σε μια παραλία, αποκλειστικά δική της

και τ’ αρμυρίκια που φύτρωναν ανεξέλεγκτα.

Ήτανε το φεγγάρι που γέμιζε μέρα με τη μέρα

μέχρι που έγινε κόκκινο σαν μπάλα παγωτό

και με καλούσε να το γευτώ·

κι ο άνεμος που έφερνε την άμμο στα πρόσωπα

μιαν άμμο αβαρή, υγρή, που χρύσιζε και κολλούσε στο δέρμα.

 

Κι εσύ που δεν ήσουν εδώ, μα γέμιζες τα δωμάτια

μ’ έναν έρωτα ανεξέλεγκτο όπως τ’ αρμυρίκια.

Δεν ήσουν εδώ.

Μα ήσουν η αφορμή.

 

ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΟ ΤΡΟΟΔΟΣ

Τα βουνά απλώνουν τα χέρια και με καλούν.
Χιονίζει στο Τρόοδος.
Το νησί είναι αιχμάλωτο μες στην ομίχλη και τη βροχή
περικυκλωμένο από μνήμες.
Επιθετικές σταγόνες πέφτουν αδέξια στα τζάμια.
Ανοίγω την εξώπορτα και βρίσκομαι
στην απόλυτη κυριαρχία του χειμώνα.
Με δυσκολία το φως του ήλιου θρυμματίζει τα πυκνά σύννεφα,
αγκαλιάζει το δάσος στιγμές ξαναμμένο, στιγμές μελαγχολικό
όπως τα σώματα μετά την ερωτική λειτουργία το προσκύνημα.

Χιονίζει στο Τρόοδος
πάνω από ένα ξέσκεπο, μοιρασμένο νησί.
Μα η ομίχλη κι η βροχή
δεν αναγνωρίζουν διαχωριστικές γραμμές.
Το κατέχουν ολόκληρο.

 

ΠΑΛΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης

φυλάω τα παλιά ημερολόγια.

Τα ανοίγω πότε-πότε, όχι για να θυμηθώ

μα για να διαγράψω, να μην επαναλάβω.

 

Γιατί η επανάληψη κρύβει μια τυραννία

που σκοτώνει με λεπτότητα.

 

ΤΟ ΝΗΜΑ

στον Emin Gizenel

Τα βράδια σε σκέφτομαι στην άλλη πλευρά της πόλης.
Η ιστορία σου δεν είναι ίδια με τη δική μου˙
κι όμως μεγαλώνουμε στην ίδια πόλη.
Εμείς κάποια στιγμή ξανασμίξαμε, μα όχι η πόλη μας.
Υφαίνουμε την ύπαρξή μας με το νήμα που μας χωρίζει.
Κτίζουμε σκαλοπάτια για να ανεβαίνουμε μαζί,
αφήνουμε σημάδια για να ξαναβρούμε την αρχή μας
όπως οι άνθρωποι της ερήμου.

Τα χρόνια μαλάκωσαν, το ίδιο η καρδιά και τα πάθη μας.
Μοιάζουμε τώρα με τους ταξιδιώτες που σε κάθε ταξίδι
ψάχνουν δρόμους να τους οδηγήσουν στις αισθήσεις.

Σήμερα, κοιτάζοντας τις καινούριες πινακίδες
«Η πόλη της καρδιάς μου», φυλάω ζωντανές τις λεπτομέρειες˙
τον αέρα και τις μυρωδιές της, τις φωνές και το γέλιο των δρόμων
τις ουλές και το κλάμα της, ίδιο με τ’ αγκάθια που φυτρώνουν
στο σημείο όπου τη μοίρασαν στα δυο.
Έχει απόκοσμο πρόσωπο η διαχωριστική γραμμή.

Γι’ αυτό σε σκέφτομαι τα βράδια˙
την πόλη να ενώνει τα ξέχωρα νήματα της ιστορίας μας.
Πάνω από την οροφή της γειτονιάς σου πετάει ένας χαρταετός.
Δεν βλέπω το νήμα που τον ισορροπεί˙
μα ξέρω.

ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΤΗΣ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣ

(αποσπάσματα)                              στην Άννη μου

*

Τους βλέπω μέσα από τζάμι.

Την αγκαλιάζει και τη φιλά.

Τα χέρια τους μιλάνε τη δική τους γλώσσα.

Το μάγουλο πέφτει στον ώμο του

και τα μαλλιά της θροΐζουν κατακτώντας τον αέρα.

 

Δεν είναι νέοι, ανεξέλεγκτοι ή παρορμητικοί.

Μόνο που αφέθηκαν να τους παρασύρουν οι εικόνες,

ο τόπος, η επιθυμία και ο χρόνος

ταξιδεύοντας σ’ αυτά που η μνήμη τους γύριζε πίσω.

 

Η ματιά μου έκλεισε απότομα˙

Η βροχή θόλωσε το τζάμι.

*

Στην αρένα χωρίς ταύρους, ταυρομαχίες και όλε, όλεεε.
Η μάνητα της εποχής.
Στο χώρο της αρένας ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο.
Γέμισαν τα υπόγεια και όλους τους ορόφους
καταστήματα και εστιατόρια.
Η αρένα είναι πάλι ενεργή.

Μόνο που τους ταύρους αντικατέστησαν οι άνθρωποι
και τους ταυρομάχους οι πολυεθνικές.

*

Μεταμορφώνομαι σε ταύρο που αρνείται να παλέψει.
Τα κοντάρια είναι ήδη καρφωμένα στο σώμα μου,
το αίμα ρέει γράφοντας τον επίλογο
κόκκινο πανί εφιάλτης.
Μεταμορφώνομαι σε ταύρο
που παλεύει με τον εαυτό του.

 

MAYΡΑ ΓΥΑΛΙΑ

Διέσχιζα τους δρόμους.

Πλήθος ανθρώπων με προσπερνούσε

η πήγαινε με τη φόρα μου.

Όλοι φορούσαν μαύρα γυαλιά

 

Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω ποια γωνιά είχε το βλέμμα τους,

το μέγεθος της αναμονής, την έκπληξή τους

όταν αντίκρισαν τα μάτια του γκρεμού.