Γραμμές

Λίλη Μιχαηλίδου

Εκείνος, Ανδρών ιστορίες

Εκδόσεις Μελάνι, 2019

Το βιβλίο παρουσιάζεται:

 Κεραυνοβόλα

Όταν το βλέμμα επικεντρώνεται στα μάτια…

Δεν πρόλαβε το τρένο, μα πρόλαβε να ερωτευτεί κεραυνοβόλα ένα κορίτσι, που καθότανε στο παγκάκι δίπλα στο χάρτη με τις διαδρομές. Όταν πήγε να ελέγξει αν βρισκόταν στη σωστή πλατφόρμα, τα μάτια του έπεσαν στα μάτια της. μια στιγμιαία γαμήλια ένωση της ματιάς του με τη δική της, το βαθύ μπλε χύθηκε στο μελί του κι η απόχρωση τού προκάλεσε ανατριχίλα. Τα ματοτσίνορά της κάπως πυκνά, κάποιες ατίθασες τριχούλες ξέφευγαν και έδειχναν το μέτωπο, τα μαλλιά της σαν σγουρό μετάξι και τα χείλη της άνοιγαν σε μια κάτασπρη οδοντοστοιχία. Χρειάστηκε απλώς ένα βλέμμα κι ο πυρετός γυάλισε μέσα στα μάτια του, αχόρταγα σχεδόν διψασμένα η ανδρική του ορμή επέστρεψε νιόβγαλτη. Την κοίταζε σαν να προσπαθούσε να τη ρουφήξει.

Το κορίτσι, ένιωσε δυο μάτια καρφωμένα πάνω της. Δυο μάτια, σαν σκυλιού, που δεν την άφηναν, σχεδόν την ικέτευαν. Μα το βλέμμα της δεν πρόδιδε παρά μόνο περιέργεια και αθωότητα. Τον κοίταξε όπως θα κοίταζε ένα πρόσωπο ανάμεσα σε άλλα σκυμμένα στο χάρτη δίπλα της και ήταν προφανές πως δεν πρόσεξε την ταραχή του, την έξαψη που τον κυρίευσε, την αμφιταλάντευσή του αν έπρεπε να μετακινηθεί για να δώσει τη θέση του σε άλλους που περίμεναν ή να έμενε εκεί κοιτάζοντάς την, ούτε ο παφλασμός του στήθους του, το βίαιο ανακάτεμα του στομαχιού του ήταν αρκετά να την κάνουν να γυρίσει, να τον ξανακοιτάξει. Γύριζε αργά τις σελίδες του βιβλίου της, σημείωνε λέξεις, φράσεις, τοποθετούσε θαυμαστικά και ερωτηματικά στα περιθώρια, διακόπτοντας για λίγο, κάθε φορά που κάποιος την έσπρωχνε, τον ειρμό της ιστορίας.

Ένα αγόρι, λίγο πιο πέρα, εξακολουθούσε να παίζει ακορντεόν κι όταν ακόμη η βουή ζύγωσε και κάλυψε τη μουσική του και το τρένο στάθμευσε μπροστά τους. Το κορίτσι σηκώθηκε και στάθηκε στην ουρά για επιβίβαση.

Αισθάνθηκε χαμένος, ολομόναχος μέσα σε κείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που, τόσο βίαια, του ξέφευγαν. Στο σφιγμένο του πρόσωπο απλώθηκε η αγωνία. Θεέ μου, φώναξε μέσα του, Θεέ μου, κάνε να μην ξεκινήσει το τρένο, να διακοπεί ο ηλεκτρισμός, κάνε να παγώσει ο χρόνος, να μείνει εδώ μαζί μου για πάντα. τα μάτια του καθρέφτιζαν έναν πανικό. Προσπάθησε, φανερά αναστατωμένος, να φωνάξει, μα οι λέξεις έβγαιναν συγκεχυμένες. δεν ήξερε ούτε το ελάχιστο, ούτε τ’ όνομά της, ούτε, τίποτα…

Ένιωσε την σκέψη του να μπερδεύεται. Ήθελε να τρέξει να προλάβει, μα τα πόδια του ήταν διστακτικά, ασάλευτα. Το σβέρκο του σαν καρφωμένο στο  κορμί του. Το δέρμα του ανατρίχιασε σαν να τον έλουζαν παγωμένο νερό. Έτρεμε, το κεφάλι του πονούσε από την ένταση, το αίμα του πάγωσε στα δάχτυλα. Και ξαφνικά μια άλλη σκέψη γλίστρησε σαν σαλιγκάρι και κάθισε στο βάθος του μυαλού του και το μούδιασμα στα πόδια του ελευθερώθηκε κι ένας σπασμός τον συντάραξε, τινάχτηκε και μ’ ένα πήδημα όρμησε σπρώχνοντας τον κόσμο που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. κάποιοι αντέδρασαν με βρισιές, άλλοι δεν κατάλαβαν πότε μπήκε μπροστά τους, πότε τέντωσε τα χέρια του προς τον ώμο του κοριτσιού, πότε την άρπαξε από το μπράτσο και την κράτησε όσο χρειάστηκε για να μην προλάβει να επιβιβαστεί.

Εκείνη αντέδρασε, έβαλε τις φωνές, τσίριζε, κτυπούσε τα χέρια και τα πόδια της, εκείνος τα έχασε κι ένιωσε το σώμα της να γλιστράει και να ξεφεύγει από τα χέρια του. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα, αφού την ίδια στιγμή δυο σεκιουριτάδες τον οδηγούσαν σέρνοντάς τον έξω.

Μα τι μπορούσε να της πει, πως την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα; Θα τον έπαιρνε για τρελό. Στις μέρες μας ο έρωτας έχει αλλάξει πρόσωπο και η σαΐτα του σκοπεύει αλλού και όχι την καρδιά. Αυτά της έλεγε ο πατέρας της όταν αντιλήφθηκε πως την κοίταζαν. Πώς θα την έπειθε για το αντίθετο.

Μέσα από τον τοίχο που τον χώριζε από τις πλατφόρμες, άκουσε το επόμενο τρένο να ζυγώνει, να σταματά και σε λίγα λεπτά να φεύγει, κι έφυγε μαζί κι η τελευταία του ελπίδα να την ξαναδεί.